Αναρτήθηκε από: petroulianatasa | Ιουνίου 29, 2015

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 263 ΣΛΕΕ ΚΑΤΑ ΕΝΩΣΙΑΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 263 ΣΛΕΕ
ΚΑΤΑ ΕΝΩΣΙΑΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

• ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ
• ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ
• ΜΗ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όπως είναι γνωστό το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) -προηγούμενα ΔΕΚ- αποτελεί θεσμικό όργανο της Ένωσης και εξασφαλίζει σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.1 ΣΕΕ «την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των συνθηκών» .Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνει το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο (Πρωτοδικείο της Ένωσης-σήμερα) και ειδικά (ή ειδικευμένα) δικαστήρια .

Η παρεχόμενη εντός της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Ένωσης»), προστασία κατά την τήρηση του δικαίου, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των συνθηκών (βλ.άρθρο 19 παρ.1 ΣΕΕ), «δεν μπορεί παρά να συνδέεται (και) με τον έλεγχο νομιμότητας των θεσμικών οργάνων».Η Συνθήκη (μάλιστα) «προβλέπει για το σκοπό αυτό ειδικό ένδικο βοήθημα, την προσφυγή ακύρωσης των πράξεων του δευτερογενούς δικαίου (άρθρο 263 ΣΛΕΕ, πρώην 173 ΣΕΟΚ/ΣΕΚ, μετέπειτα 230 ΣΕΚ/Ν» .

Η προσφυγή ακύρωσης ως ένδικο βοήθημα «αποτελεί θεμέλιο της έννομης προστασίας» στην Ένωση (και είναι ένα και το αυτό ένδικο βοήθημα με την “αίτηση ακύρωσης” ).

Η προσφυγή ακύρωσης «συνιστά τη σημαντικότερη από τις ευθείες προσφυγές» και με αυτή παρέχεται «στα κράτη μέλη, στα όργανα της Ένωσης και, υπό προϋποθέσεις στους ιδιώτες το δικαίωμα να ζητήσουν από το Δικαστήριο, εντός στενών χρονικών περιθωρίων, την ακύρωση των ενωσιακών πράξεων» , ελέγχοντας (το Δικαστήριο) τη νομιμότητά τους.

Κανελλόπουλος Ι Παναγιώτης: «Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης-Συνθήκη της Λισσαβώνας», Εκδόσεις Σάκκουλα (5η Έκδοση), Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010, σελ.347.

Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ.347.
.Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: «Ευρωπαϊκό Δίκαιο», (Β’Έκδοση), Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013, σελ.563.

Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ.347, σημείωση 3:«Είναι ορθότερος ο όρος “ένδικο βοήθημα” από τον όρο “ένδικο μέσο” βλ.σύμφωνη άποψη Π.Παυλόπουλου ό.π.:Η Συνταγματική Κατοχύρωση κ.λ.πμ υποσημείωση 4».

Παπαδόπουλος Θωμάς: «Ενεργητική νομιμοποίηση των ιδιωτών στην άσκηση προσφυγής ακυρώσεως μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας», στο «Η Διεθνής Συνεργασία σε Οικουμενικό και Περιφερειακό επίπεδο κ.λ.π»-Σ.Περράκης (επιμέλεια), Εκδόσεις Σιδερή, Αθήνα 2012, σελ.599:Ο όρος “αίτηση ακύρωσης” έχει χρησιμοποιηθεί από ορισμένους συγγραφείς, αλλά ορθότερη είναι η χρησιμοποίηση του όρου “προσφυγή ακύρωσης” που χρησιμοποιείται και από την ίδια τη Συνθήκη (ΣΛΕΕ/ΣΕΚ).
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.563.
Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ.348, «Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ελέγχει τη σκοπιμότητα των μέτρων που θεσπίζει ο κοινοτικός νομοθέτης» και πρέπει να περιορίζεται στη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης.

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 263 ΣΛΕΕ

Η προσφυγή ακύρωσης του άρθρου 263 ΣΛΕΕ επιδιώκει τον έλεγχο νομιμότητας των ενωσιακών πράξεων (του δευτερογενούς δικαίου) οι οποίες έχουν εκδοθεί από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και είναι δεσμευτικές.Οι πράξεις που προέρχονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, «έχουν καταρχήν το τεκμήριο της νομιμότητας (…) θεωρούνται (δηλ.) νόμιμες και αναπτύσσουν κανονικά τις συνέπειές τους ακόμη και αν πάσχουν από σοβαρά ελαττώματα, μέχρις ότου ακυρωθούν από το αρμόδιο δικαστήριο ή ανακληθούν από το αρμόδιο όργανο» .

Δεδομένου ότι -όπως αναφέρθηκε ήδη- το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ακύρωσης (του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) αποτελεί θεμέλιο της έννομης προστασίας στην “επικράτεια” της Ένωσης (βλ.και σημείωση 5), και συνδέεται με την αυτονομία και την υπεροχή του Δικαίου της Ένωσης, στοιχεία που υπαγορεύουν τους ακόλουθους αυτονόητους κανόνες: «Κανένα εθνικό δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επιλαμβάνεται προσφυγών ακύρωσης των πράξεων της Ένωσης, ο έλεγχος των οποίων ασκείται αποκλειστικά μόνον από τα δικαστήρια της Ένωσης (βλ.άρθρο 274 ΣΛΕΕ, πρώην 240 ΣΕΚ(Ν).Αντίστροφα, τα δικαστήρια της Ένωσης δεν μπορούν να εκδικάσουν αιτήματα ακύρωσης πράξεων εθνικών φορέων των κρατών μελών» , ακόμη και αν (σύμφωνα με την απόφαση ΔΕΚ, 16.12.1960) «εκδίδονται κατ’εκτέλεση ή κατά παράβαση του Δικαίου της Ένωσης» .

Η ρύθμιση του πλαισίου της λειτουργίας της προσφυγής ακύρωσης επιτεύχθηκε σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας και την διατύπωση του άρθρου 263 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 230 της ΣΕΚ).Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της προσφυγής του άρθρου 263 ΣΛΕΕ «είναι η διαφοροποίηση που εισάγει σε συνάρτηση προς τα ενεργητικά νομιμοποιούμενα πρόσωπα» .Γιατί, «ενώ τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα προκαλούν σχεδόν απεριόριστα έλεγχο νομιμότητας των δεσμευτικών πράξεων του δευτερογενούς δικαίου, οι ιδιώτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, δεσμεύονται από σειρά περαιτέρω διαδικαστικών προϋποθέσεων» .Η προσφυγή ακύρωσης του άρθρου 263 ΣΛΕΕ διακρίνεται κυρίως από τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται στην άσκησή της.

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.563.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.564.

Πλιακός σελ.270, σημ.870
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.564.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.564.

Η παρ.2 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι: «Για το σκοπό αυτό το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, λόγω αναρμοδιότητος, παραβάσεων ουσιώδους τύπου, παραβάσεων των συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας».

Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «δύνανται, όλως προνομιακώς, να ασκούν αίτηση (προσφυγή) ακυρώσεως κατά οποιασδήποτε, υπό την ανωτέρω έννοια, ενωσιακής πράξεως και για οποιονδήποτε από τους ανωτέρω αναφερόμενους λόγους, γι’αυτό και καλούνται προνομιούχοι προσφεύγοντες ».

Ενώ οι προνομιούχοι προσφεύγοντες ασκούν την προσφυγή ακύρωσης «όλως προνομιακώς» και για ευρύτατο πλέγμα λόγων (Βλ.και άρθρο 263 ΣΛΕΕ, παρ.2) «οι εν μέρει προνομιούχοι προσφεύγοντες», δηλ. το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Επιτροπή Περιφερειών «δύνανται να ασκούν αίτηση (προσφυγή) ακυρώσεως κατά των πράξεων των οργάνων της Ένωσης με σκοπό τη διατήρηση των προνομίων τους» (Βλ.και παρ.3 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) .

Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκούν στην ουσία περιορισμένο, σε έκταση και περιεχόμενο δικαίωμα ονομάζονται «μη προνομιούχοι προσφεύγοντες».Και τούτο, γιατί «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί αίτηση (προσφυγή) ακυρώσεως (μόνο) κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα» .

παρ.1, άρθρον 263 ΣΛΕΕ: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, των πράξεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκτός των συστάσεων και γνωμών, και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων.Έλεγχει επίσης τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων».
Κανελλόπουλος Ι.Π.: όπου παραπάνω, σελ.404.

Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ. 404 Βλ. και παρ.3 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ: «Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Επιτροπή Περιφερειών, με σκοπό τη διατήρηση των προνομίων τους».
Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ. 404 Βλ. και παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα».

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΟΣ

Α.ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ

Οι προνομιούχοι προσφεύγοντες, δηλ. σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, κάθε κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, όταν ασκούν ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή ακύρωσης κατά των ενωσιακών πράξεων, που αναφέρονται στην παρ.1του σχετικού άρθρου16, δεν απαιτείται να αποδείξουν οποιοδήποτε έννομο συμφέρον. «Δεν χρειάζεται να αποδείξουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι αυτών» ,αρκεί να παράγει έναντι οποιουδήποτε τρίτου (και όχι αποκλειστικά έναντι του προσφεύγοντος κράτους μέλους ή θεσμικού οργάνου της Ένωσης).Έτσι δικαιούνται να ασκούν προσφυγή ακύρωσης κατά των ενωσιακών πράξεων (της παρ.1 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) «και να επικαλούνται για τη στήριξη των αιτημάτων τους οποιονδήποτε από τους αναφερόμενους στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου λόγο, έστω και αν οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν απευθύνονται σ’αυτούς ή δεν τους αφορούν άμεσα και ατομικά» .

Η (προνομιακή) μεταχείριση των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών, να εντάσσονται «άνευ ετέρου» στην κατηγορία των προνομιούχων προσφευγόντων και ως εκ τούτου να διαθέτουν ευρεία εξουσία «για αμφισβήτηση του κύρους των ενωσιακών πράξεων συνάδει προς τον αποφασιστικό ρόλο που διαφυλάσσει η Συνθήκη τόσο για τα μεν (θεσμικά όργανα), όσο και για τα δε (κράτη μέλη)» .Είναι λοιπόν σαφές ότι αν η ΣΛΕΕ έθετε ως προϋπόθεση (για την άσκηση προσφυγής ακύρωσης) στα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη της Ένωσης την απόδειξη εννόμου συμφέροντος, ουσιαστικά αυτό «θα αποτελούσε δικονομική υποβάθμιση του εν γένει προνομιακού ρόλου που έχουν στο θεσμικό σύστημα της Ένωσης» .Ως εκ τούτου το «πλεονέκτημα» για τους προνομιούχους προσφεύγοντες να μη υποχρεούνται στην απόδειξη ειδικού έννομου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής ακύρωσης (κατά ενωσιακών πράξεων) συνδέεται με την υποχρέωσή τους που απορρέει (από το γράμμα και το πνεύμα της Συνθήκης), να διαφυλάττουν, να τηρούν το «υπέρτερο» έννομο συμφέρον που είναι η τήρηση της αρχής της νομιμότητας, στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης.

Βλ. σημείωση 12:κείμενο παρ.1, άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ. 568.Σημείωση 18.
Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, Βλ. και του ιδίου: σημείωση 153 (σελ.405) σύμφωνα με την οποία «Ως προνομιούχοι προσφεύγοντες δεν θεωρούνται τρίτες χώρες που δεν είναι κράτη μέλη της ΕΕ, ούτε υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΧΕ) (…) Δύνανται όμως να ασκήσουν αίτηση (προσφυγή) ακυρώσεως δυνάμει του τέταρτου εδαφίου, ως ιδιώτες, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη τις αφορά άμεσα και ατομικά».

Σακχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ. 568.

Η Συνθήκη, το άρθρο 263 ΣΛΕΕ κ.λ.π., η νομολογία του Δικαστηρίου και η βούληση των κρατών μελών συγκροτούν μια ενιαία και κοινή (;) αντίληψη με βάση την οποία στην κατηγορία των προνομιούχων προσφευγόντων εντάσσονται με αναγνώριση της συναφούς ιδιότητας, μόνο τα κράτη μέλη και όχι οι προβλεπόμενες από την εθνική έννομη τάξη υποδιαιρέσεις τους, ή άλλα μορφώματα τοπικής ή περιφερειακής αυτοδιοικητικής λειτουργίας (ομόσπονδα κρατίδια, αυτόνομες και ημιαυτόνομες περιοχές κ.λ.π.).Μια διαφορετική πρόβλεψη ή θεώρηση θα οδηγούσε πιθανόν -κατά τη γνώμη μας- σε ενδο-ενωσιακές αντιθέσεις δεδομένου ότι στη Ένωση πολλά κράτη μέλη αντιμετωπίζουν προβλήματα συνεκτικής εδαφικής και θεσμικής λειτουργίας, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο και η Ισπανία.Όμως τα πιο πάνω αναφερόμενα αυτοδιοικητικά μορφώματα μπορούν να προσφύγουν στο Δικαστήριο ως φυσικά και νομικά πρόσωπα με βάση την παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.(Το αυτό ισχύει και για τα πολιτικά κόμματα ή τις πολιτικές ομάδες του Κοινοβουλίου.)

Κατά τη γνώμη μας, ορθότερη θα ήταν η αντιμετώπιση των κρατικών υποδιαιρέσεων, στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης, αν υπό αυστηρές προϋποθέσεις το κράτος μέλος υποχρεωνόταν π.χ με τοπικό δημοψήφισμα να ασκήσει στο όνομα της κρατικής υποδιαίρεσης προσφυγή ακύρωσης κατά ενωσιακής πράξης και τότε αυτό το κράτος μέλος να εμφανιζόταν εν μέρει προνομιούχος προσφεύγων προστατεύοντας ενδεχομένως με τη σχετική προσφυγή τα προνόμια των κατοίκων της κρατικής υποδιαίρεσης κ.λ.π.

Β.ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ

Όπως αναφέρθηκε ήδη οι εν μέρει προνομιούχοι προσφεύγοντες, συνιστούν ειδική κατηγορία προσώπων-θεσμικών οργάνων της Ένωσης που δύνανται να αμφισβητούν τη νομιμότητα ενωσιακών πράξεων, με την άσκηση προσφυγής ακύρωσης, με σκοπό τη διατήρηση των προνομίων τους.Η κατηγορία των εν μέρει προνομιούχων προσφευγόντων αποτελείται (Βλ. και παρ.3 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) από το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Επιτροπή Περιφερειών.

Η μεταχείριση που επιφυλάσσουν οι προβλέψεις της ΣΛΕΕ στα πιο πάνω όργανα αποδεικνύει, πέραν από κάθε αμφιβολία, ότι ακόμη δεν αναγνωρίζεται σε αυτά ό απόλυτα προνομιακός ρόλος, όπως αυτός που έχουν, στο θεσμικό σύστημα της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη, που συγκροτούν την κατηγορία των προνομιούχων προσφευγόντων (Βλ.παρ.2 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ).

Οι εξελίξεις και οι σχετικές προβλέψεις της ΣΛΕΕ συνδέονται με το γεγονός ότι μέχρι τη μη απευθείας από το εκλογικό σώμα εκλογή (μέχρι το 1979) των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν ένα υποβαθμισμένο θεσμικό όργανο με σαφώς δευτερεύοντα ρόλο στη λειτουργία της ενωσιακής έννομης τάξης.Αντίθετα τα κράτη μέλη με το Συμβούλιο και την Επιτροπή ανήκαν πάντα στην κατηγορία των προνομιούχων προσφευγόντων (βλ.άρθρο 173 ΣΕΟΚ), ενώ «το Κοινοβούλιο δεν αναφέρονταν καθόλου στη διάταξη για την προσφυγή ακύρωσης, ούτε ως ενεργητικά ούτε ως παθητικά νομιμοποιούμενο όργανο» .

Κατ’αρχην το ΔΕΚ με αφορμή την «υπόθεση του κανονισμού Τσερνομπίλ» (Βλ. και Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ 569) το ΔΕΚ με την απόφαση: 21.(22).5.1990 (:Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου) αναγνώρισε την ενεργητική νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θέτοντας στη σχετική απόφασή του «ως όρο του παραδεκτού την προσπάθεια του Κοινοβουλίου να προστατεύσει τα ίδια προνόμια» .

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και στη συνέχεια η Συνθήκη της Νίκαιας και η Συνθήκη της Λισαββώνας εξομοίωσαν πλήρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς τους προνομιούχους προσφεύγοντες, ενώ με τη διάταξη τη ςπαρ.3 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, εξακολουθεί να υφίσταται η ειδική κατηγορία των εν μέρει προνομιούχων προσφευγόντων, στην οποία αποτυπώνεται η θέληση των κρατών μελών, και της «ενωσιακής γραφειοκρατίας» να διατηρούν «δευτερεύοντα ρόλο στην ΕΚΤ, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Επιτροπή Περιφερειών, που δεν μπορούν ακόμη να λειτουργήσουν ως θεσμικοί εγγυητές της νομιμότητας στην Ένωση» .

Γ.ΜΗ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ

Στην κατηγορία των μη προνομιούχων προσφευγόντων εντάσσονται τα φυσικά και νομικά πρόσωπα.Η παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά την κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα».

Πλιάκος Αστέρης: «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012, σελ.272.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.569.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.569.

Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν προσφυγή ακύρωσης (κατά την παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) δεν απαιτείται να είναι πολίτες κράτους μέλους ή να έχουν την έδρα τους σε κράτος μέλος, αρκεί να έχει έννομο συμφέρον.Στην πιο πάνω διάταξη υπάγεται και κάθε άλλος ενδιαφερόμενος ανεξαρτήτως ιθαγένειας, κατοικίας ή διαμονής, καθώς επίσης και τρίτα κράτη ή υπερπόντιες χώρες και εδάφη, ή κρατικές υποδιαιρέσεις (π.χ. όλα τα ομόσπονδα κρατίδια, οι αυτόνομες περιφέρειες και άλλες περιοχές των κρατών μελών, εφόσον διαθέτουν νομική προσωπικότητα κατά το εσωτερικό δίκαιο της χώρας τους, οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και τα τρίτα κράτη, στη σπάνια περίπτωση που θα αποφασίζουν να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ενωσιακών δικαστηρίων» .

Η άσκηση προσφυγής ακύρωσης κατά ενωσιακής πράξης από φυσικό ή νομικό πρόσωπο «παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον έναντι αυτού (του προσφεύγοντος), ή, εν πάση περιπτώσει, έναντι περιορισμένου αριθμού προσώπων, ώστε η ενδεχόμενη ακύρωση αυτής να μη προκαλεί ευρύτερες νομικές συνέπειες και αβεβαιότητες» .

Εξυπακούεται ότι τα φυσικά πρόσωπα (ιδιώτες) αλλά και τα νομικά, πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν έννομο συμφέρον (στην άσκηση της προσφυγής του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) και συνακόλουθα να τεκμηριώσουν την ανάγκη παροχής έννομης προστασίας, ως αποδέκτες της ενωσιακής πράξης την οποία προσβάλλουν.

Προσβαλλόμενες ενωσιακές πράξεις
(Βλ. παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ)

Οι ενωσιακές πράξεις τις οποίες (Βλ.παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) οι ιδιώτες (κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μπορούν να προσβάλλουν με προσφυγή ακύρωσης είναι:

α.αυτές που έχουν αποδέκτη τον προσφεύγοντα,
β.αυτές που αφορούν τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά (χωρίς να απευθύνονται σε αυτόν, αλλά σε άλλον), και
γ. οι κανονιστικές πράξεις που αφορούν άμεσα τον προσφεύγοντα, χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα.

Πλιάκος Αστέρης: «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012, σελ.272.

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.571.
Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ 408.

*Ενωσιακές πράξεις που έχουν αποδέκτη τον προσφεύγοντα.

Η Συνθήκη της Λισσαβόνας αναφέρεται γενικά στην έννοια «πράξεις» και απομακρύνθηκε από την προηγούμενη διατύπωση: «αποφάσεις που απευθύνονται σε αυτό» (το φυσικό ή νομικό πρόσωπο).

Οι ιδιώτες προσβάλλουν κατ’αρχήν «πράξεις» που «είναι συνήθως ατομικές αποφάσεις με την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ» και εμπίπτουν στη νέα διατύπωση του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το οποίο διευρυμένο περιλαμβάνει «κάθε είδους πράξεις, ακόμη και άτυπες, π.χ επιστολές προς ιδιώτες, τηλετυπήματα, φαξ κ.λπ.» .Η έννοια «κάθε είδους πράξεις» περιλαμβάνει και αρνητικές απαντήσεις των οργάνων σε αιτήματα ενδιαφερομένων .

Όταν ο προσφεύγων (φυσικό και νομικό πρόσωπο) είναι αποδέκτης της προσβαλλόμενης πράξης, δεν απαιτείται απόδειξη κάποιων ιδιαίτερων προϋποθέσεων, αλλά «θεωρείται ότι ο αποδέκτης θίγεται άνευ έτερου από την πράξη για τις ανάγκες του παραδεκτού της προσφυγής» .

*Ενωσιακές πράξεις που αφορούν άμεσα και ατομικά
τον προσφεύγοντα (χωρίς να απευθύνονται σε αυτόν).

Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με την ισχύ της παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ διευκολύνονται στην άσκηση προσφυγής ακύρωσης, γιατί η διατύπωση του σχετικού άρθρου παρέχει τη δυνατότητα σε αυτά να προσβάλλουν ενωσιακές πράξεις των οποίων δεν είναι αποδέκτες «με μια μόνο προϋπόθεση, που δεν υπήρχε βέβαια και στο προϊσχύσαν κείμενο:πρέπει να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη πράξη τον θίγει άμεσα και ατομικά» .Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου άμεσα θίγεται ο ιδιώτης από μια ενωσιακή πράξη αν το περιεχόμενο της πράξης (απόφαση, μέτρο, κ.λ.π) έχει επίπτωση στη νομική κατάστασή του και αν το ίδιο το μέτρο δεν αφήνει στους αποδέκτες-εφαρμοστές του περιθώρια εκτιμήσεων.

Αντίθετα η διαπίστωση ότι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο πλήττεται από μια ενωσιακή πράξη και υφίσταται «ατομική προσβολή» ενώ δεν είναι ο ίδιος αποδέκτης της πράξης (απόφασης, μέτρου), πρέπει να αποδείξει και να εξατομικεύσει την προσβολή που υφίσταται «λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής κατάστασης που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο»

Οι ιδιώτες ή τα νομικά πρόσωπα προσφεύγουν στο Δικαστήριο και προσβάλλουν ατομικές διοικητικές πράξεις (αποφάσεις) με την προσφυγή για την ακύρωσή τους.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.572 (Βλ. σημείωση 32: ΔΕΚ, 10.6.1982, Lord Bethell/Επιτροπής)

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ 572.

*Κανονιστικές (ενωσιακές) πράξεις
που αφορούν άμεσα τον προσφεύγοντα
χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα.

Ως κανονιστικές (ενωσιακές) πράξεις χαρακτηρίζονται οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που έχουν τη μορφή (αλλά και το περιεχόμενο) κανονισμών και οδηγιών, καθώς και κάθε άλλη πράξη γενικής ισχύος.Ο προσδιορισμός της έννοιας «κανονιστικές πράξεις» δεν υπήρξε και δεν είναι μια εύκολη διαδικασία να υπάρξει, δεδομένου ότι -κατά τη γνώμη μας- το κρισιμότερο ζήτημα είναι αν «θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι κανονιστικές (ενωσιακές πράξεις) είναι καθαρά εκτελεστικές και κατ’εξουσιοδότηση πράξεις και όχι νομοθετικές» .

Πράγματι επικράτησε να εντάσσονται στις κανονιστικές πράξεις όλες οι πράξεις γενικής ισχύος των θεσμικών οργάνων, εκτός των νομοθετικών.

Μάλιστα το Γενικό Δικαστήριο «ερμηνεύοντας τη διάταξη «γραμματικώς, ιστορικώς και τελεολογικώς» κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ό όρος «κανονιστική πράξη» κατά έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, παρ.4, αφορά κάθε πράξη γενικής ισχύος πλην των νομοθετικών» .

Δ.ΛΟΙΠΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

α. Έννομο Συμφέρον

Η ύπαρξη έννομου συμφέροντος αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση προσφυγής ακύρωσης κατά ενωσιακών πράξεων, την ύπαρξη του οποίου πρέπει να αποδεικνύει ο ιδιώτης (φυσικό ή νομικό πρόσωπο).

Είναι σαφές ότι ο ιδιώτης έχει έννομο συμφέρον, κυρίως και συνήθως, όταν η προσβαλλόμενη πράξη είναι βλαπτική για τα συμφέροντα του. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι υπαρκτό και να έχει γεννηθεί όταν κατατίθεται η προσφυγή ακύρωσης ή τουλάχιστον κατά τη συζήτησή της.

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.574.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.575
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.580.

β. Παθητική νομιμοποίηση

Η προσφυγή ακύρωσης του άρθρου 263 ΣΛΕΕ αφορά μόνο το όργανο που εξέδωσε την ενωσιακή πράξη, η οποία προσβάλλεται με την ασκούμενη προσφυγή. Αν τυχόν στραφεί κατά άλλου οργάνου η προσφυγή είναι απαράδεκτη.

Παθητικά νομιμοποιούνται δηλ. το όργανο ή τα όργανα που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη πράξη. Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης σε περίπτωση που προβλέψουν ειδικές προϋποθέσεις άσκησης προσφυγής ακύρωσης εκ μέρους των ιδιωτών, «οι προϋποθέσεις αυτές δεν επιτρέπεται να εισάγουν ιδιαίτερα αυστηρούς όρους, διότι τότε θα αντιβαίνουν στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ».

γ. Προθεσμία Άσκησης της προσφυγής ακύρωσης
(παρ. 6 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ)

Η προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την άσκηση της προσφυγής ακύρωσης είναι δύο μήνες από την δημοσίευση ή την κοινοποίηση της πράξης στον προσφεύγοντα ιδιώτη (φυσικό ή νομικό πρόσωπο).
Σε περίπτωση που η προσφυγή ακύρωσης ασκηθεί εκπρόθεσμα, τότε το δικαστήριο την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Ο χρόνος των δύο μηνών είναι δυνατόν να παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες για τα περισσότερα κράτη μέλη της Ένωσης. Ο χρόνος αυτός είναι διαφορετικός για τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης και ανέρχεται τελικά μέχρι και ένα μήνα (ανάλογα με την απόσταση στην οποία διαμένει ο αποδέκτης της ενωσιακής πράξης).

δ. Το βάσιμο της προσφυγής ακύρωσης

Το άρθρο 263 ΣΛΕΕ παρ. 2 προβλέπει μεταξύ άλλων και τέσσερις λόγους ακύρωσης των ενωσιακών πράξεων (δευτερογενούς και τριτογενούς δικαίου) που είναι γνωστοί ως λόγοι παρανομίας σε ευρεία έννοια. Οι λόγοι αυτοί είναι: α) η αναρμοδιότητα, β) η παράβαση ουσιώδους τύπου, γ) η αντίθεση της προσβαλλόμενης πράξης προς τις Συνθήκες ή σε κανόνα δικαίου σχετικό με την εφαρμογή τους και δ) η κατάχρηση εξουσίας.
Οι λόγοι ακυρότητας των ενωσιακών πράξεων είναι δυνατόν να λειτουργούν και να λαμβάνονται υπόψη συμπληρωματικά ο ένας προς τον άλλο.

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.582

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Γρύλλος Γ., «Το παραδεκτό των προσφύγων που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπό το πρίσμα των τροποποιήσεων της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Ευρωπαϊκή Πολιτική, 2008

• Δαγτόγλου Π., Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο, 2η έκδοση, 1985

• Καλαβρός Γρηγόριος-Ευάγγελος, Γεωργόπουλος Θεόδωρος, «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης-Θεσμικό Δίκαιο», Τόμος Ι, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, β’ έκδοση, Αθήνα 2013.

• Κανελλόπουλος Παναγιώτης, «Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2010.

• Κανελλόπουλος Παναγιώτης, «Η αίτηση Ακυρώσεως των πράξεων των κοινοτικών οργάνων», Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998

• Κοτσίρης Λάμπρος, «Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο», 2η έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012.

• Μαντά Α., «Η Δικαστική Προστασία»

• Παπαγιάννης Δονάτος, «Ευρωπαϊκό δίκαιο», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2011.

• Παπαδοπουλος Θωμας «Η ενεργητική νομιμοποίηση ιδιωτών στην άσκηση προσφυγής ακυρώσεως μετά τη Συνθήκη της Λισσαβόνας» σε Σ. Περράκης (επιμ.) Η Διεθνής Συνεργασία σε Οικούμενο και Περιφερειακό Επίπεδο-Οι Διεθνείς Θεσμοί σε κίνηση, εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα, 2012.

• Πλιάκος Αστέρης, «To Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012.

• Σαχπεκίδου Ευγενία, «Ευρωπαϊκό δίκαιο», εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013.

• Σκουρής Β., Ερμηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπικη Κοινότητα, 2003

• Χριστιανός Β., «Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010-2011

• Χριστιανός Β. (επιμ.), «Συνθήκη ΕΕ & ΣΛΕΕ-Κατ’ άρθρο Ερμηνεία», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012.

___________________

• Περιοδικό Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου (http://www.dsth.gr/eeed)

Advertisements

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: