Αναρτήθηκε από: petroulianatasa | Δεκέμβριος 16, 2014

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΦΟΡΤΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟΣΕΣ ΠΟΛΛΕΣ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΔΥΝΑΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΝΑ ΤΙΣ ΑΣΚΕΙ ΟΛΕΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ. ΕΞΗΓΗΣΤΕ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΑ ΑΝ ΣΥΜΦΩΝΕΙΤΕ Ή ΔΙΑΦΩΝΕΙΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΠΟΨΗ

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Επιτροπή /Commission) θεωρείται ότι είναι το «κατ’ εξοχήν υπερεθνικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης »1 (Προφανώς μετά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο).

Η Επιτροπή (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) έχει μακρά και ουσιαστική ζωή στο πλαίσιο διαμόρφωσης και (συλ) λειτουργίας των θεσμών της Ένωσης και δημιουργήθηκε – κατ’ αρχήν – απο τη «συγχώνευση» της Ανώτατης Αρχής της ΕΚΑΧ με τις δύο Επιτροπές της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ. που υλοποιήθηκε με τη Συνθήκη Συγχώνευσης του 1965.

Μετά την ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας ( Μεταρρυθμιστική Συνθήκη) έχει υιοθετηθεί η απλή ονομασία «Επιτροπή».

Η σύνθεση της Επιτροπής αποτελείται απο εκπροσώπους των κρατών – μελών.
Όπως σημειώνει η Καθ. Ευγ. Ρ. Σαχπεκίδου: «Η Επιτροπή αποτελείται απο μια ομάδα προσώπων, τα οποία μοιράζονται μεταξύ τους εν είδει χαρτοφυλακίου όλους τους τομείς των ενωσιακών αρμοδιοτήτων. Ειδικότερα, κάθε Επίτροπος αναλαμβάνει έναν ή περισσότερους τομείς και ορίζεται υπεύθυνος για τον συγκεκριμένο χώρο. Από την άποψη αυτή η Επιτροπή μπορεί να παραλληλίζεται προς τον φορέα της εκτελεστικής εξουσίας στα κράτη – μέλη, την κυβέρνηση ενός κράτους»2.

Μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε. – Ένωση ) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Επιτροπή) κατέχει σημαντική θεσμική και λειτουργική θέση, μεταξύ των οργάνων δράσης της Ένωσης3.
Σε συνέχεια των πιο πάνω εισαγωγικών επισημάνσεων και για να οδηγηθούμε στη διατύπωση της αξιολογικής (συμπερασματική) θέσης μας επί της ουσίας του ερωτήματος που τίθεται, απο τον ίδιο τον τίτλο του θέματος της παρούσας εργασίας, είναι – κατά τη γνώμη μας – απαραίτητο να αναφερθούμε στις «αρμοδιότητες με τις οποίες είναι επιφορτισμένη η Επιτροπή».

Η αξιολόγηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής ( το πλήθος αυτών και η σπουδαιότητά τους) συνδέεται προφανώς με την αποτελεσματικότητα με την οποία τις ασκεί η Επιτροπή (σε συνδυασμό και με τον αιτούμενο χρόνο εκδήλωσης των δράσεών της), αλλά και την επάρκεια και πληρότητα των αντίστοιχων αποφάσεών της και την ποιοτική αξία των νομικών κανόνων που τίθενται με αυτές (τις αποφάσεις της Επιτροπής).

Η «δεδομένη», μάλλον χάρη του παραδείγματος ή ως υπόθεση εργασίας, αντίληψη όπως αυτή διατυπώνεται στον τίτλο του θέματος της εργασίας : ότι δεν δύναται η Επιτροπή να ασκεί αποτελεσματικά όλες τις κρίσιμες αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί (και είναι επιφορτισμένη με αυτές) απαιτεί -κατά τη γνώμη μας -μια εξυπαρχής διευκρίνιση.

Προκαταβολικά θεωρούμε ότι η Επιτροπή η οποία «είναι επιφορτισμένη με τόσες πολλές κρίσιμες αρμοδιότητες» και πραγματικά «δεν δύναται να τις ασκεί όλες αποτελεσματικά» και ως εκ τούτου εν μέρει (ή σε κάποιες περιπτώσεις) αναιρείται ο ρόλος της ως «όργανο δράσης» της Ένωσης.

Κατ’ αρχήν διατυπώνουμε τη συμφωνία μας με την παραπάνω άποψη: (όπως διατυπώνονται στον τίτλο του θέματος) και θα αναφερθούμε στις επιμέρους αρμοδιότητες της Επιτροπής για να καταδειχτεί η πραγματική «κατάσταση», σύμφωνα με την οποία δεν δύναται η Επιτροπή να τις ασκεί όλες αποτελεσματικά, δηλαδή προς όφελος του κοινού ενωσιακού συμφέροντος – σε συνδυασμό με τα επιμέρους πιθανά συμφέροντα των κρατών – μελών.

Γενικά η Επιτροπή η οποία – όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια- πρέπει να απολαύει της εμπιστοσύνης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ασκεί ουσιαστικά παραχωρημένες (δοτές) αρμοδιότητες.
Η Επιτροπή σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη Συνθήκη της Λισαβόνας (άρθρο 17 ΙΣΕΕ/Λ) έχει ως κύριο καθήκον της την προαγωγή του κοινού συμφέροντος της Ένωσης και «αναλαμβάνει τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για το σκοπό αυτό».

Η δυνατότητα της Επιτροπής να ασκεί αρμοδιότητες (εξουσίες) που συνδέονται με την ανάληψη πρωτοβουλιών για την υποβολή νομοθετικών προτάσεων, καθώς και η επιρροή που ασκεί στα θεσμικά όργανα της Ένωσης αλλά και στα κράτη – μέλη, «καθιστούν την Επιτροπή κεντρικό όργανο προσανατολισμού κα λειτουργίας της Ένωσης».4

Η Συνθήκη της Λισαβόνας προσδιορίζει τις επιμέρους αρμοδιότητες της Επιτροπής και τον τρόπο της άσκησης τους.

Οι κυριότερες αρμοδιότητες της Επιτροπής είναι οι ακόλουθες :

1. Παρακολουθεί την εφαρμογή του Δικαίου της Ένωσης και εποπτεύει τη συμμόρφωση των αρχών των κρατών-μελών προς αυτό.
2. Υποβάλλει (θέτει) νομοθετικές προτάσεις, είτε ασκώντας πρωτογενή δική της αρμοδιότητα, είτε μετά απο πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. (Πρέπει να σημειωθεί ότι με τη Συνθήκη της Λισαβόνας εισάγεται το δικαίωμα ενός εκατομμυρίου πολιτών να ζητήσουν απο την Επιτροπή να υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις για την επίλυση κάποιου θέματος).
3. Τροποποιεί κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί είτε με μόνη την πρωτοβουλία επίσπευσης του ( Ευρωπαϊκού) Συμβουλίου, είτε με κοινή πρωτοβουλία του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
4. Εκπροσωπεί την Ένωση στο εσωτερικό των κρατών – μελών και συντονίζει της σχέσεις της με όλους τους διεθνείς οργανισμούς ( και απο κοινού με τον ΥπΕΚΕΠΠΑ, άρθρο 22 ΙΙ ΣΛΕΕ).
5. Διαμορφώνει τα σχέδια προϋπολογισμού που προκαταρτίζονται απο το Ευρωπ. Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Ταυτόχρονα και παράλληλα εποπτεύει την κατάρτιση και εκτέλεση των προϋπολογισμών τον διαθρωτικών ταμείων (Ε. Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, Ε. Κοινωνικό Ταμείο, Ε. Ταμείο Περιφ. Ανάπτυξης και Ε. Ταμείο Ανάπτυξης) αλλά και των υπηρεσιών της Ένωσης τις οποίες και εποπτεύει.
6. Εποπτεύει τη συμμόρφωση των κρατών – μελών προς τις πολιτικές που υιοθετεί η Ένωση και τις υποχρεώσεις τους για την γενικότερη ομαλή συνεργασία με τα ενωσιακά θεσμικά όργανα.
7. Επιβάλλει κυρώσεις και σε επιχειρήσεις κρατών – μελών για τυχόν παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου (πχ στον τομέα του ανταγωνισμού).
8. Διαθέτει και ασκεί κανονιστική και νομοθετική αρμοδιότητα για ορισμένα θέματα ανταγωνισμού ή σε εκτέλεση νομοθετικών διατάξεων που θεσπίζει το Συμβούλιο (δευτερεύουσα νομοθετική αρμοδιότητα).
Το έργο της Επιτροπής γενικά προσδιορίζεται απο τη Συνθήκη της Λισαβόνας με τρόπο που καθιστά απολύτως σαφή τα όρια και το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων της. Όμως η ίδια η λειτουργία και οι αρμοδιότητες των επιμέρους «χαρτοφυλακίων» της Επιτροπής προσθέτουν πλήθος επιμέρους ειδικών αρμοδιοτήτων καθημερινής λειτουργίας που επιβαρύνουν το έργο των μελών της Επιτροπής (Επιτρόπων)5.

Όπως έχει τονιστεί η Επιτροπή απέκτησε με την εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας σημαντική θεσμική και λειτουργική θέση μεταξύ των οργάνων της Ένωσης.

Ενισχύθηκε η πολιτική της νομιμοποίηση, απο τη στιγμή που η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στον ορισμό των μελών του σώματος των Επιτρόπων (Collegium) είναι σημαντική.

Μάλιστα στην πρόσφατη διαδικασία έγκρισης ορισμένων προτεινόμενων Επιτρόπων το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (η αρμόδια Επιτροπή του) αρνήθηκε να εγκρίνει ορισμένες υποψηφιότητες Επιτρόπων. Ταυτόχρονα και η διαδικασία έγκρισης (δια ψηφοφορίας) του Προέδρου της Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιουνγκέρ δεν υπήρξε ανώδυνη, ενώ στον πρώτο ακόμη μήνα της θητείας του κατατέθηκε (συζητήθηκε και απορρίφθηκε) και πρόταση μομφής εναντίον του.

Η Επιτροπή τελικά (παρά τις απόπειρες μείωσης των Επιτρόπων με δικαίωμα ψήφου, ώστε να καταστεί πιο ευέλικτη και ως εκ τούτου και πιο αποτελεσματική) συντίθεται, απαρτίζεται, συγκροτείται απο 28 μέλη (ένας Επίτροπος απο κάθε κράτος – μέλος) συμπεριλαμβανομένων σε αυτά του Προέδρου της και του/ της Υπάτου Εκπροσώπου της Ένωσης, για τα θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (που είναι ταυτόχρονα και Αντιπρόεδρος της Επιτροπής)6.
Τα μέλη του Σώματος (Κολλεγίου) των Επιτρόπων επιλέγονται απο τις εθνικές κυβερνήσεις μετά απο σχετική διαβούλευση με το (νέο) Πρόεδρο της Επιτροπής και εγκρίνονται απο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αφού μεσολαβήσει και η τυπική έγκριση του καταλόγου των Επιτρόπων απο το Συμβούλιο Υπουργών.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται με ειδική πλειοψηφία απο το Συμβούλιο των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων και ο διορισμός του εγκρίνεται απο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Όπως γίνεται σαφές με τη Συνθήκη της Λισαβόνας η Επιτροπή απέκτησε μείζονος σημασία δημοκρατική (μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) νομιμοποίηση και έτσι εξασφαλίζεται η επαυξημένη (αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων της) ανεξαρτησία της. Και η θητεία της συμπίπτει (5ετής) με τη θητεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εγκρίνει το διορισμό της.

Η ανεξαρτησία της Επιτροπής, εκφράζεται υλοποιείται και επιβεβαιώνεται και με την πλήρη ανεξαρτησία των Επιτρόπων οι οποίοι (πρέπει να) δρουν αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης και να μη επηρεάζονται απο τις κυβερνήσεις (των χωρών τους) που τους διόρισαν και κατά μείζονα λόγο να μην επηρεάζονται απο στενά πολιτικά – κομματικά συμφέροντα ή και ιδιωτικά συμφέροντα.

Η Επιτροπή είναι υπόλογη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προβλέπεται (όπως αναφέρθηκε) η δυνατότητα υποβολής εναντίον της και πρότασης δυσπιστίας η οποία αποφασίζεται (θετικά ή αρνητικά) με φανερή ψηφοφορία.

Η Επιτροπή είναι συλλογικό σώμα (Collegium) και λειτουργεί με την αποφασιστικής σημασίας πολιτική καθοδήγηση του Προέδρου της.

Ο Πρόεδρος και η Επιτροπή (αλλά και καθένας Επίτροπος, ανάλογα με τις αρμοδιότητες που ασκεί) έχουν την πολιτική και διοικητική αρμοδιότητα της εποπτείας, της καθοδήγησης και του ελέγχου των 25 Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής και του συνόλου των υπηρετούντων ενωσιακών λειτουργών, εμπειρογνωμόνων κλπ. που συγκροτούν τη λεγόμενη «γραφειοκρατία των Βρυξελών».

Η Επιτροπή αποτελεί το μεγαλύτερο σε αριθμό υπαλλήλων και το εντυπωσιακότερο απο άποψη γραφειοκρατικής οργάνωσης, όργανο της Ένωσης7.

Η σημερινή δομή και λειτουργία της Επιτροπής μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, αλλά και τις αλλαγές που είχαν επιφέρει οι Συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, έχει «… μια όλο και μεγαλύτερη συγγένεια προς τη συγκρότηση μια παραδοσιακής κυβέρνησης κράτους, ενώ οι μεταρρυθμίσεις σχετικά με τον Πρόεδρο της θυμίζουν με αρκετά μεγάλη προσέγγιση καθήκοντα που αποδίδονται στον πρόεδρο της κυβέρνησης 7*»

Εκκινώντας απο την τελευταία (παραπάνω) διαπίστωση γίνεται κατανοητό πόσο δύσκολο είναι να αποκατασταθεί ο αναγκαίος και απαραίτητος λειτουργικός (ουσιαστικός, πολιτικός και διοικητικός) έλεγχος και η καθημερινή εποπτεία της «διοικητικής διοίκησης» (γραφειοκρατίας) των Βρυξελλών απο την Επιτροπή, τον Πρόεδρο της και τους μεμονωμένους Επιτρόπους, αλλά και απο το Collegium, λειτουργώντας αυτό ως Σώμα συλλογικά.

Και μόνο απο την παραπάνω γενική περιγραφή προκύπτει αβίαστα η διαπίστωση ότι δεν είναι δυνατόν, δεν είναι σε θέση, η Επιτροπή να ασκεί αποτελεσματικά όλες τις αρμοδιότητες με τις οποίες είναι «επιφορτισμένη». Το ίδιο ισχύει βέβαια και για έναν – έναν τους Επιτρόπους, αλλά και για τον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Όπως είναι γνωστό τα 28 κράτη – μέλη της Ένωσης περιλαμβάνουν στις κυβερνήσεις τους (κατά μέσο όρο) τουλάχιστον 15 μέλη – υπουργούς (χωρίς να υπολογίζονται οι αναπληρωτές Υπουργοί και Υφυπουργοί). Αυτό σημαίνει ότι η Επιτροπή συνολικά συναλλάσσεται με 28 Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων και 420 μέλη Κυβερνήσεων, χωρίς να υπολογίζουμε και τους 28 Προέδρους των Εθνικών Κοινοβουλίων και τους Προέδρους των αντίστοιχων Επιτρόπων σύνδεσης των εθνικών κοινοβουλίων με τα Όργανα της Ένωσης, οι οποίες προεδρεύονται απο έναν Αντιπρόεδρο της Εθνικής Βουλής.

Εξ αυτών προκύπτει ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής πρέπει να αναπτύσσει και να διατηρεί υπηρεσιακή (αλλά και προσωπική) επικοινωνία και σχέση τουλάχιστον με τους 28 Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων, αλλά και με τους επικεφαλείς ΌΛΩΝ των οργάνων της Ένωσης και των εξαρτώμενων απο αυτή υπηρεσιών.

Ταυτόχρονα είναι απαραίτητο ο Πρόεδρος της Επιτροπής και το «Κολλέγιο» των Επιτρόπων να βρίσκονται σε πυκνή υπηρεσιακή επικοινωνία με τους επικεφαλής υπερεθνικών Διεθνών Οργανισμών (πχ ΝΑΤΟ, Ο.Η.Ε. G8, G20 BRICS κλπ, Ασιατικές, Αφρικανικές, Αμερικανικές Πρωτοβουλίες ή Ενώσεις Οικονομικής και Πολιτικής Συνεργασίας), καθώς και με τις πολιτικές αρχές των υπό ένταξη στην Ένωση χωρών, καθώς και με εμπλεκόμενα μέρη για τη διευθέτηση κάθε μορφής κρίσεων. (Πολεμικές συγκρούσεις : Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Κράτος Τζιχαντιστών , Β Αφρική κλπ, Ανθρωπιστικές κρίσεις : Επιδημία EBOLA, Πειρατικές Επιθέσεις, Λαθρομετανάστευση, Οικονομικοί Μετανάστες, Θύματα Πολεμικών Συγκρούσεων κλπ κλπ).

Βέβαια το βάρος των ποικίλων αρμοδιοτήτων της Επιτροπής – του Πρόεδρου της και των Επιτρόπων – γίνεται δυσβάστακτο αν αναλογιστούμε το πλήθος και τη σοβαρότητα των επιπλέον αρμοδιοτήτων που καλούνται να ασκήσουν στις σχέσεις της Επιτροπής με τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης. Αυτή η αναγκαιότητα επιτείνεται ειδικότερα με τα κράτη – μέλη που υλοποιούν την τελευταία πενταετία «Προγράμματα Διάσωσης» των Οικονομιών τους σε σχέση και με τις πολιτικές διαχείρισης – αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους τους και της ανάπτυξης, κυρίως στα κράτη μέλη του Ευρωπαϊκού Νότου. Όπως έχει καταδειχτεί απαιτούνται προληπτικές πολιτικές και για την αντιμετώπιση του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους στο σύνολό του, αλλά και άμεσα αποτελεσματικές πολιτικές για την προώθηση μιας ταχύτερης διατηρήσιμης ανάπτυξης – ιδιαίτερα για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου ( : Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, αλλά και Ιταλία, ίσως και Γαλλία) – με έμφαση στην αντιμετώπιση της ανεργίας, ειδικότερα των νέων που λειτουργεί ως «ωρολογιακή βόμβα στα σπλάχνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης» αλλά και του συνόλου των μη αναπτυγμένων ή και υπό ανάπτυξη χωρών.

Είναι σαφές ότι οι μόνοι που μπορεί να διαφωνούν με την άποψη που διατυπώνεται στον τίτλο της παρούσας εργασίας είναι κατά τη γνώμη μας τα ανώτατα – ανώτερα και μεσαία στελέχη της «διοικητικής διοίκησης» (Administration) της «γραφειοκρατίας των Βρυξελλών».

Και οι λόγοι είναι απλοί και ευδιάκριτοι. Η αντικειμενική διαπίστωση ότι η Επιτροπή (: επιφορτισμένη με τόσες πολλές κρίσιμες αρμοδιότητες ) «δεν δύναται πλέον να τις ασκεί όλες» τις αρμοδιότητες της αποτελεσματικά, συνεχώς αποκτά περισσότερους οπαδούς, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύεται όλο και πιο φανερά, ίσως κραυγαλέα, ότι τις πολιτικές επιλογές και συνακόλουθες αποφάσεις της Επιτροπής τις διαμορφώνουν τις υπαγορεύουν και τις πιο πολλές φορές της επιβάλουν μέσω των επιτρόπων σε αυτήν οι Γενικοί Διευθυντές και τα λοιπά στελέχη (των Γενικών Διευθύνσεων) καθώς και τα υψηλόβαθμα μέλη – στελέχη του γραφείου (Cabinet) του Προέδρου και των Επιτρόπων.

Η τουλάχιστον ιδιόμορφη αυτή δυσλειτουργία της Επιτροπής αποδεικνύεται και απο τη συχνότητα, το πλήθος, τη σπουδαιότητα και την δριμύτητα με την οποία ασκείται απο όλες τις πτέρυγες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Κοινοβουλευτικός έλεγχος της Επιτροπής, με την κατάθεση χιλιάδων – ίσως – αναφορών, εκατοντάδων, ίσως και χιλιάδων, ερωτήσεων κλπ μορφών κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Μάλιστα τα τελευταία χρόνια οι πολίτες της Ένωσης πραγματοποιούν και «ενσώματες» διαμαρτυρίες προς την Επιτροπή και τα λοιπά Όργανα της Ένωσης, με παραστάσεις, διαδηλώσεις και συλλαλητήρια στην «καρδιά» της Ευρώπης τις Βρυξέλλες και ειδικά στην έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά κα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η λειτουργία της Επιτροπής, αλλά και της Ένωσης, συνολικά παρόλες τις αλλεπάλληλες διευρύνσεις της και την αύξηση του αριθμού των προβλημάτων και της πολυπλοκότητας τους, δεν αναβαθμίστηκε αντίστοιχα και δεν δημιούργησε επαρκείς κανόνες και μηχανισμούς αποτελεσματικής άσκησης των αρμοδιοτήτων της. Έγιναν βέβαια αρκετές βελτιώσεις στη λειτουργία της Ένωσης και της Επιτροπής αλλά δεν υπήρξαν στο σύνολο τους ικανές να διασφαλίσουν την αναγκαία αποτελεσματικότητα της θεσμικής λειτουργίας τους.

Απο την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1987), τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), τη Συνθήκη της Νίκαιας ως και τη Συνθήκη της Λισαβόνας μετά την αποτυχία θέσπισης του Ευρωπαϊκού Συντάγματος (Συνθήκη για τη Θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης) δεν έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για την ενίσχυση του κύρους και των εξουσιών της Επιτροπής ώστε να διαμορφώσει το πλαίσιο της αποτελεσματικής ή και αποτελεσματικότερης άσκησης των αρμοδιοτήτων της.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας προσέδωσε μεγαλύτερο κύρος και περισσότερες αρμοδιότητες στην Επιτροπή, όπως και η έγκριση της σύνθεσής της απο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την εξόπλισε με αυξημένη δημοκρατική νομιμοποίηση.
Όμως σχεδόν πάντοτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λειτουργούσε και λειτουργεί «ακόμη με βάση κατευθύνσεις οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στις συνθήκες που επικρατούσαν και στις ανάγκες που είχαν δημιουργηθεί».

Η θέσπιση στα επόμενα χρόνια Ευρωπαϊκού Συντάγματος και ενδεχομένως η απευθείας εκλογή και της Επιτροπής (παράλληλα και ταυτόχρονα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) με άμεση ψηφοφορία θα την εξοπλίσει με το θεσμικό οπλοστάσιο και τα απαραίτητα νομικά – διοικητικά εργαλεία και τις αρμοδιότητες για να ανασυγκροτήσει τη δομολειτουργία της προς όφελος, αφενός του κοινού ενωσιακού συμφέροντος και αφετέρου του συμφέροντος των κρατών μελών της Ένωσης.

Είναι προφανές ότι απαιτείται η θεσμική ανασυγκρότηση της Επιτροπής με την δημιουργία ενός οργάνου δημοκρατικά νομιμοποιημένου με την άμεση εκλογή του απο τους πολίτες της Ένωσης. Αυτή η «νέα Επιτροπή» θα πρέπει να υιοθετήσει μια «πολυκεντρικότερη» δομολειτουργία και μια ουσιαστικότερη διασύνδεση με τον Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Σήμερα και στο άμεσο μέλλον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τρία σοβαρά κατά τη γνώμη μας ζητήματα που η επιτυχής αντιμετώπισή τους θα δοκιμάσει την ίδια τη συνοχή – ίσως και την ύπαρξη- της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

α) Η Επιτροπή θα πρέπει να χειριστεί και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που υπάρχουν αναφορικά με την εφαρμογή των δημοσιονομικών στόχων και με την επιδιωκόμενη οικονομική ανάκαμψη και τη διευθέτηση του δημοσίου χρέους των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου και της Ένωσης γενικότερα γιατί «η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει στο μέλλον»8.
β) Οι διεθνείς εξελίξεις – ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία και ειδικότερα την περίοδο 2013 – 2014 πείθουν ότι η διεύρυνση της Ένωσης θα καταστεί ιδιαίτερα δύσκολη και η αβεβαιότητα θα επηρεάζει τις σχέσεις της με τις υπό ένταξη χώρες (πχ Τουρκία, χώρες των Δυτικών Βαλκανίων κλπ).
γ) Η διαδικασία ενοποίησης (της Ένωσης) θα καταστεί «εξαιρετικά δυσχερής» αν η Επιτροπή εξακολουθεί να παραμένει – σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – «όργανο πολιτικά δευτερεύον αν και πολύ σημαντικό» για τη λειτουργία της Ένωσης9.

Η λύση που γενικά υποδεικνύεται για να επαυξηθεί η αποτελεσματικότητα στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής είναι η ενίσχυση του πολιτικού χαρακτήρα της με την απόκτηση επαυξημένης δημοκρατικής νομιμοποίησης (άμεση εκλογή του Σώματος των Επιτρόπων) και η πλήρης πολιτική κυριαρχία των δημοκρατικά εκλεγμένων Οργάνων της Ένωσης, δηλαδή και της Επιτροπής μαζί με τα λοιπά εκλεγόμενα Όργανα, «επί της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών» γιατί η εξεύρεση και υιοθέτηση μια «χρυσής τομής» υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν θα υπηρετεί τα πραγματικά ενωσιακά συμφέροντα και τα συμφέροντα των κρατών – μελών και των πολιτών της Ένωσης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ Κ. Π : «Η Συνθήκη της Λισαβόνας » Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 2010, Β. Έκδοση

ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ Ρ. ΕΥΓΕΝΙΑ: «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» Εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2013.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: «Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2011

ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ Κ.Π. : «Η Συνθήκη της Λισαβόνας » Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 2010, β’ Έκδοση.

ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ Ρ. ΕΥΓΕΝΙΑ: «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» Εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2013

ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ ΛΟΥΚΑΣ : «Η Δυστυχής Ένωση» Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ Αθήνα 2014

ΒΑΛΗΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ – ΚΑΖΑΚΟΣ ΠΑΥΛΟΣ – ΜΑΡΑΒΕΓΙΑΣ ΝΑΠΟΛΕΩΝ : Η έξοδος απο την κρίση, Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ 2014

Δ.Ν. ΧΡΥΣΟΧΟΥ, Μ.Ι. ΤΣΙΝΙΣΙΖΕΛΗΣ, Κ. ΥΦΑΝΤΗΣ, Σ. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, Δ.Κ. ΞΕΝΑΚΗΣ : Ευρωπαϊκή Πολιτεία, Η τέχνη της συνδιάθεσης, Εκδόσεις ΣΑΒΒΑΛΑΣ 2009

http /ec europa,eu/ greece/index-el.htm
http://ec.europa.eu/atwork/index-el.htm
http://www.gr2014 parliament.eu/portal5/6/PDFFILES/NAO113090ELC-002pdf
http/ec.europa.eu/cyprus/index e/htm

Advertisements

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: