ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 263 ΣΛΕΕ
ΚΑΤΑ ΕΝΩΣΙΑΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

• ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ
• ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ
• ΜΗ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όπως είναι γνωστό το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) -προηγούμενα ΔΕΚ- αποτελεί θεσμικό όργανο της Ένωσης και εξασφαλίζει σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.1 ΣΕΕ «την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των συνθηκών» .Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνει το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο (Πρωτοδικείο της Ένωσης-σήμερα) και ειδικά (ή ειδικευμένα) δικαστήρια .

Η παρεχόμενη εντός της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Ένωσης»), προστασία κατά την τήρηση του δικαίου, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των συνθηκών (βλ.άρθρο 19 παρ.1 ΣΕΕ), «δεν μπορεί παρά να συνδέεται (και) με τον έλεγχο νομιμότητας των θεσμικών οργάνων».Η Συνθήκη (μάλιστα) «προβλέπει για το σκοπό αυτό ειδικό ένδικο βοήθημα, την προσφυγή ακύρωσης των πράξεων του δευτερογενούς δικαίου (άρθρο 263 ΣΛΕΕ, πρώην 173 ΣΕΟΚ/ΣΕΚ, μετέπειτα 230 ΣΕΚ/Ν» .

Η προσφυγή ακύρωσης ως ένδικο βοήθημα «αποτελεί θεμέλιο της έννομης προστασίας» στην Ένωση (και είναι ένα και το αυτό ένδικο βοήθημα με την “αίτηση ακύρωσης” ).

Η προσφυγή ακύρωσης «συνιστά τη σημαντικότερη από τις ευθείες προσφυγές» και με αυτή παρέχεται «στα κράτη μέλη, στα όργανα της Ένωσης και, υπό προϋποθέσεις στους ιδιώτες το δικαίωμα να ζητήσουν από το Δικαστήριο, εντός στενών χρονικών περιθωρίων, την ακύρωση των ενωσιακών πράξεων» , ελέγχοντας (το Δικαστήριο) τη νομιμότητά τους.

Κανελλόπουλος Ι Παναγιώτης: «Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης-Συνθήκη της Λισσαβώνας», Εκδόσεις Σάκκουλα (5η Έκδοση), Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010, σελ.347.

Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ.347.
.Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: «Ευρωπαϊκό Δίκαιο», (Β’Έκδοση), Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013, σελ.563.

Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ.347, σημείωση 3:«Είναι ορθότερος ο όρος “ένδικο βοήθημα” από τον όρο “ένδικο μέσο” βλ.σύμφωνη άποψη Π.Παυλόπουλου ό.π.:Η Συνταγματική Κατοχύρωση κ.λ.πμ υποσημείωση 4».

Παπαδόπουλος Θωμάς: «Ενεργητική νομιμοποίηση των ιδιωτών στην άσκηση προσφυγής ακυρώσεως μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας», στο «Η Διεθνής Συνεργασία σε Οικουμενικό και Περιφερειακό επίπεδο κ.λ.π»-Σ.Περράκης (επιμέλεια), Εκδόσεις Σιδερή, Αθήνα 2012, σελ.599:Ο όρος “αίτηση ακύρωσης” έχει χρησιμοποιηθεί από ορισμένους συγγραφείς, αλλά ορθότερη είναι η χρησιμοποίηση του όρου “προσφυγή ακύρωσης” που χρησιμοποιείται και από την ίδια τη Συνθήκη (ΣΛΕΕ/ΣΕΚ).
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.563.
Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ.348, «Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ελέγχει τη σκοπιμότητα των μέτρων που θεσπίζει ο κοινοτικός νομοθέτης» και πρέπει να περιορίζεται στη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης.

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 263 ΣΛΕΕ

Η προσφυγή ακύρωσης του άρθρου 263 ΣΛΕΕ επιδιώκει τον έλεγχο νομιμότητας των ενωσιακών πράξεων (του δευτερογενούς δικαίου) οι οποίες έχουν εκδοθεί από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και είναι δεσμευτικές.Οι πράξεις που προέρχονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, «έχουν καταρχήν το τεκμήριο της νομιμότητας (…) θεωρούνται (δηλ.) νόμιμες και αναπτύσσουν κανονικά τις συνέπειές τους ακόμη και αν πάσχουν από σοβαρά ελαττώματα, μέχρις ότου ακυρωθούν από το αρμόδιο δικαστήριο ή ανακληθούν από το αρμόδιο όργανο» .

Δεδομένου ότι -όπως αναφέρθηκε ήδη- το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ακύρωσης (του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) αποτελεί θεμέλιο της έννομης προστασίας στην “επικράτεια” της Ένωσης (βλ.και σημείωση 5), και συνδέεται με την αυτονομία και την υπεροχή του Δικαίου της Ένωσης, στοιχεία που υπαγορεύουν τους ακόλουθους αυτονόητους κανόνες: «Κανένα εθνικό δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επιλαμβάνεται προσφυγών ακύρωσης των πράξεων της Ένωσης, ο έλεγχος των οποίων ασκείται αποκλειστικά μόνον από τα δικαστήρια της Ένωσης (βλ.άρθρο 274 ΣΛΕΕ, πρώην 240 ΣΕΚ(Ν).Αντίστροφα, τα δικαστήρια της Ένωσης δεν μπορούν να εκδικάσουν αιτήματα ακύρωσης πράξεων εθνικών φορέων των κρατών μελών» , ακόμη και αν (σύμφωνα με την απόφαση ΔΕΚ, 16.12.1960) «εκδίδονται κατ’εκτέλεση ή κατά παράβαση του Δικαίου της Ένωσης» .

Η ρύθμιση του πλαισίου της λειτουργίας της προσφυγής ακύρωσης επιτεύχθηκε σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας και την διατύπωση του άρθρου 263 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 230 της ΣΕΚ).Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της προσφυγής του άρθρου 263 ΣΛΕΕ «είναι η διαφοροποίηση που εισάγει σε συνάρτηση προς τα ενεργητικά νομιμοποιούμενα πρόσωπα» .Γιατί, «ενώ τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα προκαλούν σχεδόν απεριόριστα έλεγχο νομιμότητας των δεσμευτικών πράξεων του δευτερογενούς δικαίου, οι ιδιώτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, δεσμεύονται από σειρά περαιτέρω διαδικαστικών προϋποθέσεων» .Η προσφυγή ακύρωσης του άρθρου 263 ΣΛΕΕ διακρίνεται κυρίως από τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται στην άσκησή της.

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.563.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.564.

Πλιακός σελ.270, σημ.870
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.564.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.564.

Η παρ.2 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι: «Για το σκοπό αυτό το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, λόγω αναρμοδιότητος, παραβάσεων ουσιώδους τύπου, παραβάσεων των συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας».

Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «δύνανται, όλως προνομιακώς, να ασκούν αίτηση (προσφυγή) ακυρώσεως κατά οποιασδήποτε, υπό την ανωτέρω έννοια, ενωσιακής πράξεως και για οποιονδήποτε από τους ανωτέρω αναφερόμενους λόγους, γι’αυτό και καλούνται προνομιούχοι προσφεύγοντες ».

Ενώ οι προνομιούχοι προσφεύγοντες ασκούν την προσφυγή ακύρωσης «όλως προνομιακώς» και για ευρύτατο πλέγμα λόγων (Βλ.και άρθρο 263 ΣΛΕΕ, παρ.2) «οι εν μέρει προνομιούχοι προσφεύγοντες», δηλ. το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Επιτροπή Περιφερειών «δύνανται να ασκούν αίτηση (προσφυγή) ακυρώσεως κατά των πράξεων των οργάνων της Ένωσης με σκοπό τη διατήρηση των προνομίων τους» (Βλ.και παρ.3 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) .

Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκούν στην ουσία περιορισμένο, σε έκταση και περιεχόμενο δικαίωμα ονομάζονται «μη προνομιούχοι προσφεύγοντες».Και τούτο, γιατί «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί αίτηση (προσφυγή) ακυρώσεως (μόνο) κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα» .

παρ.1, άρθρον 263 ΣΛΕΕ: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, των πράξεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκτός των συστάσεων και γνωμών, και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων.Έλεγχει επίσης τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων».
Κανελλόπουλος Ι.Π.: όπου παραπάνω, σελ.404.

Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ. 404 Βλ. και παρ.3 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ: «Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Επιτροπή Περιφερειών, με σκοπό τη διατήρηση των προνομίων τους».
Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ. 404 Βλ. και παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα».

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΟΣ

Α.ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ

Οι προνομιούχοι προσφεύγοντες, δηλ. σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, κάθε κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, όταν ασκούν ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή ακύρωσης κατά των ενωσιακών πράξεων, που αναφέρονται στην παρ.1του σχετικού άρθρου16, δεν απαιτείται να αποδείξουν οποιοδήποτε έννομο συμφέρον. «Δεν χρειάζεται να αποδείξουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι αυτών» ,αρκεί να παράγει έναντι οποιουδήποτε τρίτου (και όχι αποκλειστικά έναντι του προσφεύγοντος κράτους μέλους ή θεσμικού οργάνου της Ένωσης).Έτσι δικαιούνται να ασκούν προσφυγή ακύρωσης κατά των ενωσιακών πράξεων (της παρ.1 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) «και να επικαλούνται για τη στήριξη των αιτημάτων τους οποιονδήποτε από τους αναφερόμενους στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου λόγο, έστω και αν οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν απευθύνονται σ’αυτούς ή δεν τους αφορούν άμεσα και ατομικά» .

Η (προνομιακή) μεταχείριση των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών, να εντάσσονται «άνευ ετέρου» στην κατηγορία των προνομιούχων προσφευγόντων και ως εκ τούτου να διαθέτουν ευρεία εξουσία «για αμφισβήτηση του κύρους των ενωσιακών πράξεων συνάδει προς τον αποφασιστικό ρόλο που διαφυλάσσει η Συνθήκη τόσο για τα μεν (θεσμικά όργανα), όσο και για τα δε (κράτη μέλη)» .Είναι λοιπόν σαφές ότι αν η ΣΛΕΕ έθετε ως προϋπόθεση (για την άσκηση προσφυγής ακύρωσης) στα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη της Ένωσης την απόδειξη εννόμου συμφέροντος, ουσιαστικά αυτό «θα αποτελούσε δικονομική υποβάθμιση του εν γένει προνομιακού ρόλου που έχουν στο θεσμικό σύστημα της Ένωσης» .Ως εκ τούτου το «πλεονέκτημα» για τους προνομιούχους προσφεύγοντες να μη υποχρεούνται στην απόδειξη ειδικού έννομου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής ακύρωσης (κατά ενωσιακών πράξεων) συνδέεται με την υποχρέωσή τους που απορρέει (από το γράμμα και το πνεύμα της Συνθήκης), να διαφυλάττουν, να τηρούν το «υπέρτερο» έννομο συμφέρον που είναι η τήρηση της αρχής της νομιμότητας, στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης.

Βλ. σημείωση 12:κείμενο παρ.1, άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ. 568.Σημείωση 18.
Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, Βλ. και του ιδίου: σημείωση 153 (σελ.405) σύμφωνα με την οποία «Ως προνομιούχοι προσφεύγοντες δεν θεωρούνται τρίτες χώρες που δεν είναι κράτη μέλη της ΕΕ, ούτε υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΧΕ) (…) Δύνανται όμως να ασκήσουν αίτηση (προσφυγή) ακυρώσεως δυνάμει του τέταρτου εδαφίου, ως ιδιώτες, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη τις αφορά άμεσα και ατομικά».

Σακχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ. 568.

Η Συνθήκη, το άρθρο 263 ΣΛΕΕ κ.λ.π., η νομολογία του Δικαστηρίου και η βούληση των κρατών μελών συγκροτούν μια ενιαία και κοινή (;) αντίληψη με βάση την οποία στην κατηγορία των προνομιούχων προσφευγόντων εντάσσονται με αναγνώριση της συναφούς ιδιότητας, μόνο τα κράτη μέλη και όχι οι προβλεπόμενες από την εθνική έννομη τάξη υποδιαιρέσεις τους, ή άλλα μορφώματα τοπικής ή περιφερειακής αυτοδιοικητικής λειτουργίας (ομόσπονδα κρατίδια, αυτόνομες και ημιαυτόνομες περιοχές κ.λ.π.).Μια διαφορετική πρόβλεψη ή θεώρηση θα οδηγούσε πιθανόν -κατά τη γνώμη μας- σε ενδο-ενωσιακές αντιθέσεις δεδομένου ότι στη Ένωση πολλά κράτη μέλη αντιμετωπίζουν προβλήματα συνεκτικής εδαφικής και θεσμικής λειτουργίας, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο και η Ισπανία.Όμως τα πιο πάνω αναφερόμενα αυτοδιοικητικά μορφώματα μπορούν να προσφύγουν στο Δικαστήριο ως φυσικά και νομικά πρόσωπα με βάση την παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.(Το αυτό ισχύει και για τα πολιτικά κόμματα ή τις πολιτικές ομάδες του Κοινοβουλίου.)

Κατά τη γνώμη μας, ορθότερη θα ήταν η αντιμετώπιση των κρατικών υποδιαιρέσεων, στο πλαίσιο της ενωσιακής έννομης τάξης, αν υπό αυστηρές προϋποθέσεις το κράτος μέλος υποχρεωνόταν π.χ με τοπικό δημοψήφισμα να ασκήσει στο όνομα της κρατικής υποδιαίρεσης προσφυγή ακύρωσης κατά ενωσιακής πράξης και τότε αυτό το κράτος μέλος να εμφανιζόταν εν μέρει προνομιούχος προσφεύγων προστατεύοντας ενδεχομένως με τη σχετική προσφυγή τα προνόμια των κατοίκων της κρατικής υποδιαίρεσης κ.λ.π.

Β.ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ

Όπως αναφέρθηκε ήδη οι εν μέρει προνομιούχοι προσφεύγοντες, συνιστούν ειδική κατηγορία προσώπων-θεσμικών οργάνων της Ένωσης που δύνανται να αμφισβητούν τη νομιμότητα ενωσιακών πράξεων, με την άσκηση προσφυγής ακύρωσης, με σκοπό τη διατήρηση των προνομίων τους.Η κατηγορία των εν μέρει προνομιούχων προσφευγόντων αποτελείται (Βλ. και παρ.3 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) από το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Επιτροπή Περιφερειών.

Η μεταχείριση που επιφυλάσσουν οι προβλέψεις της ΣΛΕΕ στα πιο πάνω όργανα αποδεικνύει, πέραν από κάθε αμφιβολία, ότι ακόμη δεν αναγνωρίζεται σε αυτά ό απόλυτα προνομιακός ρόλος, όπως αυτός που έχουν, στο θεσμικό σύστημα της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη, που συγκροτούν την κατηγορία των προνομιούχων προσφευγόντων (Βλ.παρ.2 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ).

Οι εξελίξεις και οι σχετικές προβλέψεις της ΣΛΕΕ συνδέονται με το γεγονός ότι μέχρι τη μη απευθείας από το εκλογικό σώμα εκλογή (μέχρι το 1979) των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν ένα υποβαθμισμένο θεσμικό όργανο με σαφώς δευτερεύοντα ρόλο στη λειτουργία της ενωσιακής έννομης τάξης.Αντίθετα τα κράτη μέλη με το Συμβούλιο και την Επιτροπή ανήκαν πάντα στην κατηγορία των προνομιούχων προσφευγόντων (βλ.άρθρο 173 ΣΕΟΚ), ενώ «το Κοινοβούλιο δεν αναφέρονταν καθόλου στη διάταξη για την προσφυγή ακύρωσης, ούτε ως ενεργητικά ούτε ως παθητικά νομιμοποιούμενο όργανο» .

Κατ’αρχην το ΔΕΚ με αφορμή την «υπόθεση του κανονισμού Τσερνομπίλ» (Βλ. και Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ 569) το ΔΕΚ με την απόφαση: 21.(22).5.1990 (:Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου) αναγνώρισε την ενεργητική νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θέτοντας στη σχετική απόφασή του «ως όρο του παραδεκτού την προσπάθεια του Κοινοβουλίου να προστατεύσει τα ίδια προνόμια» .

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και στη συνέχεια η Συνθήκη της Νίκαιας και η Συνθήκη της Λισαββώνας εξομοίωσαν πλήρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς τους προνομιούχους προσφεύγοντες, ενώ με τη διάταξη τη ςπαρ.3 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, εξακολουθεί να υφίσταται η ειδική κατηγορία των εν μέρει προνομιούχων προσφευγόντων, στην οποία αποτυπώνεται η θέληση των κρατών μελών, και της «ενωσιακής γραφειοκρατίας» να διατηρούν «δευτερεύοντα ρόλο στην ΕΚΤ, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Επιτροπή Περιφερειών, που δεν μπορούν ακόμη να λειτουργήσουν ως θεσμικοί εγγυητές της νομιμότητας στην Ένωση» .

Γ.ΜΗ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ

Στην κατηγορία των μη προνομιούχων προσφευγόντων εντάσσονται τα φυσικά και νομικά πρόσωπα.Η παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά την κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα».

Πλιάκος Αστέρης: «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012, σελ.272.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.569.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.569.

Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν προσφυγή ακύρωσης (κατά την παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) δεν απαιτείται να είναι πολίτες κράτους μέλους ή να έχουν την έδρα τους σε κράτος μέλος, αρκεί να έχει έννομο συμφέρον.Στην πιο πάνω διάταξη υπάγεται και κάθε άλλος ενδιαφερόμενος ανεξαρτήτως ιθαγένειας, κατοικίας ή διαμονής, καθώς επίσης και τρίτα κράτη ή υπερπόντιες χώρες και εδάφη, ή κρατικές υποδιαιρέσεις (π.χ. όλα τα ομόσπονδα κρατίδια, οι αυτόνομες περιφέρειες και άλλες περιοχές των κρατών μελών, εφόσον διαθέτουν νομική προσωπικότητα κατά το εσωτερικό δίκαιο της χώρας τους, οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και τα τρίτα κράτη, στη σπάνια περίπτωση που θα αποφασίζουν να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ενωσιακών δικαστηρίων» .

Η άσκηση προσφυγής ακύρωσης κατά ενωσιακής πράξης από φυσικό ή νομικό πρόσωπο «παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον έναντι αυτού (του προσφεύγοντος), ή, εν πάση περιπτώσει, έναντι περιορισμένου αριθμού προσώπων, ώστε η ενδεχόμενη ακύρωση αυτής να μη προκαλεί ευρύτερες νομικές συνέπειες και αβεβαιότητες» .

Εξυπακούεται ότι τα φυσικά πρόσωπα (ιδιώτες) αλλά και τα νομικά, πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν έννομο συμφέρον (στην άσκηση της προσφυγής του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) και συνακόλουθα να τεκμηριώσουν την ανάγκη παροχής έννομης προστασίας, ως αποδέκτες της ενωσιακής πράξης την οποία προσβάλλουν.

Προσβαλλόμενες ενωσιακές πράξεις
(Βλ. παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ)

Οι ενωσιακές πράξεις τις οποίες (Βλ.παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ) οι ιδιώτες (κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μπορούν να προσβάλλουν με προσφυγή ακύρωσης είναι:

α.αυτές που έχουν αποδέκτη τον προσφεύγοντα,
β.αυτές που αφορούν τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά (χωρίς να απευθύνονται σε αυτόν, αλλά σε άλλον), και
γ. οι κανονιστικές πράξεις που αφορούν άμεσα τον προσφεύγοντα, χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα.

Πλιάκος Αστέρης: «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012, σελ.272.

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.571.
Κανελλόπουλος Ι.Παναγιώτης: όπου παραπάνω, σελ 408.

*Ενωσιακές πράξεις που έχουν αποδέκτη τον προσφεύγοντα.

Η Συνθήκη της Λισσαβόνας αναφέρεται γενικά στην έννοια «πράξεις» και απομακρύνθηκε από την προηγούμενη διατύπωση: «αποφάσεις που απευθύνονται σε αυτό» (το φυσικό ή νομικό πρόσωπο).

Οι ιδιώτες προσβάλλουν κατ’αρχήν «πράξεις» που «είναι συνήθως ατομικές αποφάσεις με την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ» και εμπίπτουν στη νέα διατύπωση του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το οποίο διευρυμένο περιλαμβάνει «κάθε είδους πράξεις, ακόμη και άτυπες, π.χ επιστολές προς ιδιώτες, τηλετυπήματα, φαξ κ.λπ.» .Η έννοια «κάθε είδους πράξεις» περιλαμβάνει και αρνητικές απαντήσεις των οργάνων σε αιτήματα ενδιαφερομένων .

Όταν ο προσφεύγων (φυσικό και νομικό πρόσωπο) είναι αποδέκτης της προσβαλλόμενης πράξης, δεν απαιτείται απόδειξη κάποιων ιδιαίτερων προϋποθέσεων, αλλά «θεωρείται ότι ο αποδέκτης θίγεται άνευ έτερου από την πράξη για τις ανάγκες του παραδεκτού της προσφυγής» .

*Ενωσιακές πράξεις που αφορούν άμεσα και ατομικά
τον προσφεύγοντα (χωρίς να απευθύνονται σε αυτόν).

Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με την ισχύ της παρ.4 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ διευκολύνονται στην άσκηση προσφυγής ακύρωσης, γιατί η διατύπωση του σχετικού άρθρου παρέχει τη δυνατότητα σε αυτά να προσβάλλουν ενωσιακές πράξεις των οποίων δεν είναι αποδέκτες «με μια μόνο προϋπόθεση, που δεν υπήρχε βέβαια και στο προϊσχύσαν κείμενο:πρέπει να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη πράξη τον θίγει άμεσα και ατομικά» .Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου άμεσα θίγεται ο ιδιώτης από μια ενωσιακή πράξη αν το περιεχόμενο της πράξης (απόφαση, μέτρο, κ.λ.π) έχει επίπτωση στη νομική κατάστασή του και αν το ίδιο το μέτρο δεν αφήνει στους αποδέκτες-εφαρμοστές του περιθώρια εκτιμήσεων.

Αντίθετα η διαπίστωση ότι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο πλήττεται από μια ενωσιακή πράξη και υφίσταται «ατομική προσβολή» ενώ δεν είναι ο ίδιος αποδέκτης της πράξης (απόφασης, μέτρου), πρέπει να αποδείξει και να εξατομικεύσει την προσβολή που υφίσταται «λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής κατάστασης που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο»

Οι ιδιώτες ή τα νομικά πρόσωπα προσφεύγουν στο Δικαστήριο και προσβάλλουν ατομικές διοικητικές πράξεις (αποφάσεις) με την προσφυγή για την ακύρωσή τους.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.572 (Βλ. σημείωση 32: ΔΕΚ, 10.6.1982, Lord Bethell/Επιτροπής)

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ 572.

*Κανονιστικές (ενωσιακές) πράξεις
που αφορούν άμεσα τον προσφεύγοντα
χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα.

Ως κανονιστικές (ενωσιακές) πράξεις χαρακτηρίζονται οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που έχουν τη μορφή (αλλά και το περιεχόμενο) κανονισμών και οδηγιών, καθώς και κάθε άλλη πράξη γενικής ισχύος.Ο προσδιορισμός της έννοιας «κανονιστικές πράξεις» δεν υπήρξε και δεν είναι μια εύκολη διαδικασία να υπάρξει, δεδομένου ότι -κατά τη γνώμη μας- το κρισιμότερο ζήτημα είναι αν «θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι κανονιστικές (ενωσιακές πράξεις) είναι καθαρά εκτελεστικές και κατ’εξουσιοδότηση πράξεις και όχι νομοθετικές» .

Πράγματι επικράτησε να εντάσσονται στις κανονιστικές πράξεις όλες οι πράξεις γενικής ισχύος των θεσμικών οργάνων, εκτός των νομοθετικών.

Μάλιστα το Γενικό Δικαστήριο «ερμηνεύοντας τη διάταξη «γραμματικώς, ιστορικώς και τελεολογικώς» κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ό όρος «κανονιστική πράξη» κατά έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, παρ.4, αφορά κάθε πράξη γενικής ισχύος πλην των νομοθετικών» .

Δ.ΛΟΙΠΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

α. Έννομο Συμφέρον

Η ύπαρξη έννομου συμφέροντος αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση προσφυγής ακύρωσης κατά ενωσιακών πράξεων, την ύπαρξη του οποίου πρέπει να αποδεικνύει ο ιδιώτης (φυσικό ή νομικό πρόσωπο).

Είναι σαφές ότι ο ιδιώτης έχει έννομο συμφέρον, κυρίως και συνήθως, όταν η προσβαλλόμενη πράξη είναι βλαπτική για τα συμφέροντα του. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι υπαρκτό και να έχει γεννηθεί όταν κατατίθεται η προσφυγή ακύρωσης ή τουλάχιστον κατά τη συζήτησή της.

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.574.
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.575
Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.580.

β. Παθητική νομιμοποίηση

Η προσφυγή ακύρωσης του άρθρου 263 ΣΛΕΕ αφορά μόνο το όργανο που εξέδωσε την ενωσιακή πράξη, η οποία προσβάλλεται με την ασκούμενη προσφυγή. Αν τυχόν στραφεί κατά άλλου οργάνου η προσφυγή είναι απαράδεκτη.

Παθητικά νομιμοποιούνται δηλ. το όργανο ή τα όργανα που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη πράξη. Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης σε περίπτωση που προβλέψουν ειδικές προϋποθέσεις άσκησης προσφυγής ακύρωσης εκ μέρους των ιδιωτών, «οι προϋποθέσεις αυτές δεν επιτρέπεται να εισάγουν ιδιαίτερα αυστηρούς όρους, διότι τότε θα αντιβαίνουν στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ».

γ. Προθεσμία Άσκησης της προσφυγής ακύρωσης
(παρ. 6 του άρθρου 263 ΣΛΕΕ)

Η προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την άσκηση της προσφυγής ακύρωσης είναι δύο μήνες από την δημοσίευση ή την κοινοποίηση της πράξης στον προσφεύγοντα ιδιώτη (φυσικό ή νομικό πρόσωπο).
Σε περίπτωση που η προσφυγή ακύρωσης ασκηθεί εκπρόθεσμα, τότε το δικαστήριο την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Ο χρόνος των δύο μηνών είναι δυνατόν να παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες για τα περισσότερα κράτη μέλη της Ένωσης. Ο χρόνος αυτός είναι διαφορετικός για τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης και ανέρχεται τελικά μέχρι και ένα μήνα (ανάλογα με την απόσταση στην οποία διαμένει ο αποδέκτης της ενωσιακής πράξης).

δ. Το βάσιμο της προσφυγής ακύρωσης

Το άρθρο 263 ΣΛΕΕ παρ. 2 προβλέπει μεταξύ άλλων και τέσσερις λόγους ακύρωσης των ενωσιακών πράξεων (δευτερογενούς και τριτογενούς δικαίου) που είναι γνωστοί ως λόγοι παρανομίας σε ευρεία έννοια. Οι λόγοι αυτοί είναι: α) η αναρμοδιότητα, β) η παράβαση ουσιώδους τύπου, γ) η αντίθεση της προσβαλλόμενης πράξης προς τις Συνθήκες ή σε κανόνα δικαίου σχετικό με την εφαρμογή τους και δ) η κατάχρηση εξουσίας.
Οι λόγοι ακυρότητας των ενωσιακών πράξεων είναι δυνατόν να λειτουργούν και να λαμβάνονται υπόψη συμπληρωματικά ο ένας προς τον άλλο.

Σαχπεκίδου Ρ.Ευγενία: όπου παραπάνω, σελ.582

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Γρύλλος Γ., «Το παραδεκτό των προσφύγων που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπό το πρίσμα των τροποποιήσεων της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Ευρωπαϊκή Πολιτική, 2008

• Δαγτόγλου Π., Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο, 2η έκδοση, 1985

• Καλαβρός Γρηγόριος-Ευάγγελος, Γεωργόπουλος Θεόδωρος, «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης-Θεσμικό Δίκαιο», Τόμος Ι, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, β’ έκδοση, Αθήνα 2013.

• Κανελλόπουλος Παναγιώτης, «Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2010.

• Κανελλόπουλος Παναγιώτης, «Η αίτηση Ακυρώσεως των πράξεων των κοινοτικών οργάνων», Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998

• Κοτσίρης Λάμπρος, «Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο», 2η έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012.

• Μαντά Α., «Η Δικαστική Προστασία»

• Παπαγιάννης Δονάτος, «Ευρωπαϊκό δίκαιο», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2011.

• Παπαδοπουλος Θωμας «Η ενεργητική νομιμοποίηση ιδιωτών στην άσκηση προσφυγής ακυρώσεως μετά τη Συνθήκη της Λισσαβόνας» σε Σ. Περράκης (επιμ.) Η Διεθνής Συνεργασία σε Οικούμενο και Περιφερειακό Επίπεδο-Οι Διεθνείς Θεσμοί σε κίνηση, εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα, 2012.

• Πλιάκος Αστέρης, «To Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012.

• Σαχπεκίδου Ευγενία, «Ευρωπαϊκό δίκαιο», εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013.

• Σκουρής Β., Ερμηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπικη Κοινότητα, 2003

• Χριστιανός Β., «Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010-2011

• Χριστιανός Β. (επιμ.), «Συνθήκη ΕΕ & ΣΛΕΕ-Κατ’ άρθρο Ερμηνεία», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012.

___________________

• Περιοδικό Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου (http://www.dsth.gr/eeed)

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΩΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η «Ιθαγένεια της Ένωσης» {«Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια»}, αναγνωρίστηκε ως ειδικός νομικός δεσμός και «υιοθετήθηκε στο ευρωπαϊκό δίκαιο για πρώτη φορά με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το έτος 1992 / 1993, ταυτόχρονα με τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» 1
Όπως είναι γνωστό ο όρος «ιθαγένεια» εκφράζει τον δεσμό που συνδέει ένα φυσικό πρόσωπο προς ένα κράτος 2 και στην παρούσα περίπτωση προς ένα υπερεθνικό οργανισμό κρατών, κοινοτικής, κατά κύριο λόγο, μορφής.
Είναι λοιπόν σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια δεν είναι «κατά κυριολεξία ιθαγένεια», (και) «έχει παρακολουθητικό χαρακτήρα, προϋποθέτει δηλαδή την ιθαγένεια ενός από τα κράτη μέλη»3.
Σύμφωνα με τη Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΣΛΕΕ (άρθρο 20 ) «η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια», ενώ επισημαίνεται ότι η αναγκαία προϋπόθεση για να είναι ένα πρόσωπο «πολίτης της Ένωσης» και κάτοχος της «ιθαγένειας της Ένωσης» πρέπει (προηγουμένως και απαραιτήτως) να «έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους.
Ως εκ τούτου η ιθαγένεια της Ένωσης λειτουργεί σε απόλυτη συνάφεια και εξάρτηση με την ιθαγένεια του πολίτη κράτους μέλους. Εξ αυτού προκύπτει ότι ένα πρόσωπο, πολίτης τρίτης χώρας (ή και άνευ υπηκοότητας πολίτης) δεν είναι δυνατό να αποκτήσει την ιθαγένεια της Ένωσης, αν δεν του παραχωρηθεί (προηγουμένως και απαραιτήτως) η ιθαγένεια κράτους μέλους.

1.Σαχπεκίδου Ρ. Ευγενία:«Ευρωπαϊκό Δίκαιο» (Β’ Έκδοση),Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013, σελ284.
2.Σαχπεκίδου:όπου παραπάνω, σελ.283.
3.Σαχπεκίδου:όπου παραπάνω, σελ 284.
Εξυπακούεται ότι οι κανόνες δικαίου που ρυθμίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις παραχώρησης ή αφαίρεσης της ιθαγένειας διέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους.
Καθώς η ιθαγένεια των κρατών μελών δεν αποτελεί έννοια του δικαίου της Ένωσης οδηγούμεθα σε ενός είδους «θεσμική ασυμμετρία» και «δημιουργείται το παράδοξο ότι ενώ η Συνθήκη με το άρθρο 18 ΣΛΕΕ απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας (λογικά μεταγενέστερο στάδιο), δεν απαγορεύεται η άνιση μεταχείριση που προκύπτει από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών ως προς τις προϋποθέσεις κτήσης της ιθαγένειας (λογικά προγενέστερο στάδιο). 4
2. ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Οι πολίτες της Ένωσης έχουν κατ’ αρχήν όλα τα δικαιώματα που προβλέπονται και περιλαμβάνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (και τα οποία απευθύνονται και σε όλους του ανθρώπους που βρίσκονται εντός ενός κράτους μέλους της Ένωσης).
Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων υιοθετήθηκε – στην σημερινή μορφή του στη Σύνοδο Κορυφής της Νίκαιας και «αποτελεί σταθμό στην πορεία προς τη θεσμική ωρίμανση της Ευρωπαϊκής Ένωσης». 5
Αυτή η «θεσμική ωρίμανση» της Ένωσης επιταχύνθηκε ήδη καθώς «η Συνθήκη της Λισαβόνας (βλ. άρθρο 6 παρ.1 της αναθεωρημένης Συνθ. Ε Ε) αναγνώρισε τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος έχει πλέον το ίδιο νομικό κύρος με της Συνθήκες» 6
Ως εκ τούτου οι πολίτες έχουν και ασκούν όλα τα κύρια δικαιώματα που προκύπτουν από την ιθαγένεια της Ένωσης, τα δικαιώματα που περιλαμβάνει ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς και τα «δικαιώματα που προκύπτουν και από άλλες διατάξεις των Συνθηκών» 7
4.Σμ.Ρηγάκου: «Άρθρο 21 [ΣΛΕΕ] στο Β.Χριστιανός (επιμέλεια)», Συνθήκη της ΕΕ και ΣΛΕΕ, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σελ.234.
5.Παπαδημητρίου Γιώργος:«Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2001, σελ.9 επ.
6.Δαγτόγλου Δ.Π: «Συνταγματικό Δίκαιο» (Κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα 2011, σελ 60.
Τα δικαιώματα που συνδέονται με την ιθαγένεια της Ένωσης αφορούν κατ’ αρχήν φυσικά πρόσωπα. «παράλληλα όμως, ορισμένα από αυτά μπορούν να αναγνωρισθούν και υπέρ νομικών προσώπων, τα οποία έχουν την έδρα τους στο έδαφος κράτος μέλους 8
Τα δικαιώματα που απορρέουν (πηγάζουν) και συνδέονται με την ευρωπαϊκή ιθαγένεια είναι τα ακόλουθα :
α. Το δικαίωμα εισόδου, κυκλοφορίας και παραμονής στην επικράτεια των υπόλοιπων κρατών μελών της Ένωσης.
β. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, καθώς και το ίδιο δικαίωμα κατά τις εκλογές για την ανάδειξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
γ. Το δικαίωμα της διπλωματικής και προξενικής προστασίας σε μια τρίτη χώρα, στην οποία δεν αντιπροσωπεύεται το κράτος μέλος την υπηκοότητα του οποίου έχουν, με τους ίδιους όρους που ισχύουν έναντι των υπηκόων του κράτους αυτού.
δ. Το δικαίωμα αναφοράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
ε. Το δικαίωμα προσφυγής στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
στ. Το δικαίωμα πρωτοβουλίας (ευρωπαίων πολιτών) να καλούν την Επιτροπή για υποβολή νομοθετικών προτάσεων.
ζ. Το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.
η. Το δικαίωμα έκφρασης της πολιτικής βούλησης μέσω των πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
θ. Το δικαίωμα να απευθύνονται στα όργανα της Ένωσης σε μια από τις γλώσσες των Συνθηκών και να λαμβάνουν απάντηση στην ίδια γλώσσα.
ι. Το δικαίωμα χρηστής διοίκησης και διακυβέρνησης.
___________________________________________________________7.Ρηγάκου Σμ.: όπου παραπάνω, σελ.235.
8.Σαχπεκίδου Ρ. Ευγενία, όπου παραπάνω, σελ
Όπως τονίστηκε ήδη εκτός των βασικών (ατομικών) δικαιωμάτων που συναρτώνται και πηγάζουν από την ιθαγένεια της Ένωσης, η Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) συνδέει με την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης και διάφορα πολιτικού χαρακτήρα δικαιώματα (: δηλαδή αυτά που καταχωρίζονται πιο πάνω, πέραν των τεσσάρων κυρίων και βασικών δικαιωμάτων). 9
3.ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ, ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΝΗΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 21 ΣΛΕΕ : «Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους».
Το δικαίωμα της ελεύθερης εισόδου, κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια όλων των κρατών μελών προβλεπόταν και κατοχυρωνόταν, πριν εισαχθεί ο θεσμός της ιθαγένειας της Ένωσης με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, από τις Ιδρυτικές Συνθήκες και άλλες διατάξεις του πρωτογενούς ή του παραγώγου δικαίου.
Αφορούσε όμως κατ’ αρχήν τους οικονομικά ενεργούς πολίτες, τους εργαζόμενους και ελεύθερους επαγγελματίες και αυτούς που παρείχαν ή αποδέχονταν υπηρεσίες.
Επίσης και το άρθρο 45 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων θεμελιώνει το δικαίωμα της ελευθερίας κυκλοφορίας και διαμονής:
«1.Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών».

9.Αρέστης Γεώργιος (Δικαστής ΔΕΕ):«Διάλεξη στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου», (26.11.2012):«…αυτό που τελικά πήρε τη μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (…) άρχισε ως μια καθαρή οικονομική συνεργασία μέσα από την καθιέρωση τεσσάρων βασικών ελευθεριών.Της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων και της ελεύθερης εγκατάστασής τους, της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων και της ελεύθερης κυκλοφορίας υπηρεσιών».

Κατά τις Ιδρυτικές Συνθήκες προστατευόταν το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, ως σημαντικές πλευρές της οικονομικής ελευθερίας και διευκόλυνσης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και η ελευθερία κίνησης των εργαζομένων, η ελευθερία εγκατάστασης (εταιριών ή ελεύθερων επαγγελματιών κλπ. 10
Είναι σαφές ότι «ένας από τους κύριους στόχους της εισαγωγής της ευρωπαϊκής ιθαγένειας υπήρξε η μετατροπή ενός περιορισμένου και ευρισκομένου σε λειτουργική σχέση προς τους σκοπούς της εσωτερικής αγοράς δικαιώματος διαμονής σε οιονεί συνταγματικό, καθολικό και απόλυτο δικαίωμα» 11 και 12
Με το άρθρο 21 ΣΛΕΕ η ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής πηγάζει άμεσα από τη Συνθήκη και όπως είναι πλήρως παραδεκτό «δεν χρειάζεται δηλαδή έκδοση πράξης του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου για να υλοποιηθεί (….) ούτε «απαιτείται» υποχρεωτικά άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων» 13
Όμως, «εξαρτάται από τη νόμιμη είσοδο, κυκλοφορία και διαμονή από τις προϋποθέσεις τόσο της ίδιας της Συνθήκης όσο και του δευτερογενούς δικαίου» 14
Με βάση τη ΣΛΕΕ, τα κείμενα του δευτερογενούς δικαίου της Ένωσης και τις αποφάσεις (τη νομολογία) του ΔΕΚ, το δικαίωμα του άρθρου 21 ΣΛΕΕ αναγνωρίζεται ως δικαίωμα όλων των υπηκόων των κρατών μελών.
Δύο είναι λοιπόν οι βασικές προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εισόδου, κυκλοφορίας και διαμονής, του άρθρου 21 ΣΛΕΕ : αυτός που ασκεί το δικαίωμα (πολίτης – υπήκοος) κράτους μέλους της Ένωσης πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους, για να μην επιβαρύνει το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους υποδοχής και να έχει πλήρη υγειονομική περίθαλψη.
10.Δαγτόγλου Δ.Π: όπου παραπάνω, σελ.60.
11.Ρηγάτου Σμ.: όπου παραπάνω, σελ.239.
12.Παπαδοπούλου Τατιανή:«Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια κατά τη νομολογία του ΔΕΕ», ΕΕ Ευρ.Δ,Τόμος 32, τεύχος 1/2012, σελ.23:«Από της συστάσεώς της, η ευρωπαϊκή ιθαγένεια ακολουθεί μια διαφορετική συλλογιστική σε σχέση με την εθνική ιθαγένεια.Ενώ η εθνική ιθαγένεια αποδίδεται κατά κανόνα σε αυτούς που συνδέονται με το έδαφος και το λαό ενός κράτους, αντιθέτως σκοπός της ευρωπαϊκής ιθαγένειας είναι να ενθαρρύνει, την κινητικότητα των πολιτών κάθε κράτους μέλους έξω από τα δικά του όρια, εντός της εσωτερικής αγοράς».
Μάλιστα μετά την κατά το άρθρο 21 ΣΛΕΕ πλήρη κατοχύρωση του δικαιώματος «παράγωγο δίκαιο μπορεί να θεσπιστεί μόνο για την διευκόλυνση της άσκησης των αναφερομένων δικαιωμάτων και σε καμία περίπτωση για την επίταση των προϋποθέσεων και των περιορισμών ασκήσεών τους».15
Γιατί όπως προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 21 ΣΛΕΕ : «Εάν προς επίτευξη αυτού του στόχου, απαιτείται δράση της Ένωσης (…) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις που διευκολύνουν την άσκηση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 δικαιωμάτων»
Στο πλαίσιο του πνεύματος της παρ. 2 του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και με βάση τη νομολογιακή και επιστημονική αξιολόγηση, συνάγεται ότι το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής (άρθρο 21 ΣΛΕΕ και άρθρο 45 του Χάρτη Θεμελιωτών Δικαιωμάτων) «όχι μόνο απορρέει αλλά είναι και άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιθαγένεια της Ένωσης» 16
Η φύση του δεσμού της ιθαγένειας της Ένωσης και το περιεχόμενο του δικαιώματος της ελευθερίας, όπως προσδιορίζεται στη ΣΛΕΕ (άρθρο 21) και στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (άρθρο 45), διευρύνουν το πρακτικό περιεχόμενο της παραδοσιακής ελευθερίας, η οποία πέραν του δικαιώματος εισόδου, κυκλοφορίας και διαμονής περιλαμβάνει και το δικαίωμά του πολίτη της Ένωσης να ενταχθεί, να συμμετάσχει και να αναπτυχθεί μέσα στο νέο κοινωνικό, πολιτισμικό, οικονομικό και πολιτιστικό περιβάλλον της χώρας υποδοχής.
4.ΟΙ ΟΡΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 21 ΣΛΕΕ ΚΑΙ 45 Χ.Θ.Δ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2004/38
Οι ειδικότεροι όροι άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εισόδου, κυκλοφορίας και διαμονής πολίτη της Ένωσης στο έδαφος (επικράτεια) άλλου κράτους μέλους προβλέπεται και από την Οδηγία 2004 / 38/ΕΚ (ΕΕ L 158 της 30ης Απριλίου 2004). 13.Σαχπεκίδου κ.λ.π: όπου παραπάνω, σελ.288.
14.Σαχπεκίδου κ.λ.π: όπου παραπάνω, σελ.288.
15.Ρηγάκου Σμ.: όπου παραπάνω, σελ.240.
Η οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με το Π.Δ 106/2007 για την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην ελληνική επικράτεια των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους.
Η πιο πάνω οδηγία 2004/38 εκδόθηκε με βάση τη νομοθετική διαδικασία που προβλέπει η παρ. 2 του άρθρου 21 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο «…… μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις που διευκολύνουν την άσκηση των αναφερομένων στην παράγραφο 1 δικαιωμάτων».
Η οδηγία 2004/38 αφορά «τη ρύθμιση των όρων άσκησης τον δικαιωμάτων της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της ΕΕ και των μελών της Οικογενείας τους, του δικαιώματος μόνιμης διαμονής και των περιορισμών που μπορούν να τεθούν στο προαναφερθέντα δικαιώματα για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας». 17
Η οδηγία 2004/38 κατά κοινή ομολογία αποτελεί «εξαιρετικής σημασίας νομοθέτημα ( το οποίο) προβλέπει τις αναγκαίες λεπτομέρειες για την είσοδο, διαμονή και ενδεχομένως και την απομάκρυνση – απέλαση των υπηκόων άλλων κρατών – μελών, καθώς και των οικογενειών τους. προσδιορίζοντας και τους λόγους δημόσιας τάξης, ασφάλειας και υγείας, οι οποίοι μπορεί να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή». 18
Η πιο πάνω Οδηγία κινήθηκε εντός του γράμματος και του πνεύματος της νομοθεσίας της Ένωσης (άρθρο 21 ΣΛΕΕ) και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και θέσπισε παράγωγο δίκαιο «….. για τη διευκόλυνση της άσκησης των αναφερόμενων δικαιωμάτων …».
Η οδηγία συγκέντρωσε και κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τη διάσπαρτη σχετική νομοθεσία και επέτυχε τη βασική επιδίωξη που ήταν η ενίσχυση της σχετικής παραδοσιακής ελευθερίας και των δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης που απορρέουν από αυτή.
Ένα σημαντικό στοιχείο αναβάθμισης της νομοθεσίας που εμπεριέχει η Οδηγία είναι η μέριμνα για την αποτελεσματικότερη προστασία των μελών της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης του υπηκόου κράτους μέλους που κέκτηται την Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια.
16.Ρηγάκου Σμ.: όπου παραπάνω, σελ.240.
Σύμφωνα με το άρθρο 24 της Οδηγίας 2004/38 «κάθε πολίτης της Ένωσης που έχει δικαίωμα διαμονής ή δικαίωμα μόνιμης διαμονής καθώς και τα μέλη της οικογένειας του, απολαύουν ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με τους ημεδαπούς του κράτους μέλους υποδοχής εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης».
Ο ορισμός του «μέλους της οικογένειας » είναι ευρύς και περιλαμβάνει και τον άνευ γάμου «σύντροφο» του πολίτη της Ένωσης, αναγνωρίζοντας τη σχέση ελεύθερης συμβίωσης ως ισοδύναμης προς το γάμο.
Ταυτόχρονα υπό προϋποθέσεις, ο θάνατος του πολίτη της Ένωσης ή η λύση του γάμου του δεν απογυμνώνει από τη νομική προστασία και κάλυψη τα μέλη της οικογένειάς του που ήδη διαμένουν στην επικράτεια του κράτους μέλους.
Ο βασικός κανόνας που εισάγεται με τη σχετική Οδηγία συνιστάται στο ότι : «…. οποιοσδήποτε πολίτης άλλου κράτους μέλους έχει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφοριάς και διαμονής στα υπόλοιπα κράτη μέλη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, ακόμη και χωρίς να ασκεί κάποια μισθωτή ή ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, αν διαθέτει πλήρη ασφαλιστική κάλυψη στη χώρα υποδοχής και επαρκείς πόρους » 19
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την ίδια την Οδηγία τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να προσδιορίζουν αυθαίρετα τους πόρους που θεωρούν «επαρκείς», αλλά πρέπει να εξετάζεται η προσωπική οικονομική κατάσταση του ενδιαφερόμενου πολίτη της Ένωσης, ενώ πχ «επαρκείς πόροι» είναι το ύψος της κατώτατης σύνταξης κοινωνικής ασφάλισης που χορηγεί το κράτος υποδοχής. 20
Οι πιο πάνω ενδεικτικές προϋποθέσεις αφορούν τα πρόσωπα που διαμένουν πέραν των τριών μηνών ή και μόνιμα στην επικράτεια κράτους μέλους της Ένωσης, ενώ οι πολίτες που μετακινούνται από ένα κράτος μέλος σε άλλο για διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας 2004 / 38, δεν χρειάζεται να αποδείξουν τη συνδρομή καμίας άλλης προϋπόθεσης, πέραν της κατοχής ισχύοντος διαβατηρίου ή δελτίου ταυτότητας.
17.Ρηγάκου Σμ.: όπου παραπάνω, σελ.240.
18.Σαχπεκίδου:όπου παραπάνω, σελ.289.
Όμως (βλ. άρθρο 8 της Οδηγίας) τα κράτη μέλη επιτρέπεται να επιβάλουν την καταχώρηση του πολίτη της Ένωσης που βρίσκεται στην επικράτειά τους στις αρμόδιες υπηρεσίες εντός προθεσμίας τριών μηνών.
Επίσης τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν έχουν την Ευρωπαϊκή ιθαγένεια οφείλουν να διαθέτουν «δελτίο διαμονής » που χορηγούν οι αρχές της χώρα υποδοχής και έχει πενταετή ισχύ. (βλ. άρθρο 12 της Οδηγίας).
3. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
Πέραν των γενικών περιορισμών που προβλέπουν οι Συνθήκες και οι σχετικές διατάξεις στην άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, ισχύουν και οι περιορισμοί που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI της Οδηγίας. Οι περιορισμοί αυτοί μπορούν να επιβληθούν από τα κράτη μέλη αναφορικά με θέματα που σχετίζονται κυρίως με την είσοδο και διαμονή, πολιτών της Ένωσης που θα διαμείνουν στην χώρα υποδοχής για μακρό διάστημα, πέραν των τριών μηνών, αλλά και για πολίτες που θα διαμείνουν για μικρότερο (των τριών μηνών) διάστημα αν συντρέχουν ειδικές νομικές, κυρίως ποινικές προϋποθέσεις.
Οι αρχές της χώρα υποδοχής μπορούν να επιβάλλουν σε πολίτη της Ένωσης ή μέλος της οικογένεια του να απομακρυνθεί από την επικράτεια του κράτους μέλους για λόγου δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας. Η λήψη μιας τέτοιας απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και μάλλον για λόγους δημόσιας ασφάλειας είναι δυνατό να λαμβάνονται μέτρα απέλασης, ενώ καθαρά οικονομικοί λόγοι ή διοικητικοί (πχ η λήξη ισχύος του ταξιδιωτικού έγγραφου) δεν αποτελούν λόγους λήψης τέτοιων μέτρων.
Στις περιπτώσεις αυτές η προθεσμία για την εγκατάλειψη της επικράτειας είναι τουλάχιστον ενός μηνός και ο ενδιαφερόμενος πολίτης της Ένωσης (πρέπει να) έχει στη διάθεσή του όλα τα απαραίτητα δικαστικά και διοικητικά μέσα για την εξασφάλιση της απαραίτητης έννομης προστασίας του.
19.Σαχπεκίδου: όπου παραπάνω, σελ.489.
20.Σαχπεκίδου: όπου παραπάνω, βλ.σημείωση 24.
4.ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΩΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ
Η ολοκλήρωση σε μεγάλο βαθμό του πλέγματος της έννομης προστασίας του συγκεκριμένου δικαιώματος ενισχύει τον αυτοτελή και θεμελιώδη χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ιθαγένειας και το Δικαστήριο ουσιαστικά αναγνωρίζει την αυτοτελή θεμελίωση του δικαιώματος στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ.
Ως εκ τούτου το δικαίωμα της ελεύθερης εισόδου, κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης σε οποιοδήποτε κράτος μέλος αλλά και της ελεύθερης εξόδου από αυτά, αποτελεί συστατικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ιθαγένειας.
Το ΔΕΚ [ΔΕΕ, Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης-σήμερα] με τις αποφάσεις του αποδέχεται ότι «η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης τείνει να αποτελέσει πλέον τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών» 21
Ταυτόχρονα το Δικαστήριο όλο και περισσότερο με τις αποφάσεις του αποδυναμώνει ή και αναιρεί «ποικίλες εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες προκαλούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή των πολιτών, χωρίς να έχουν κατ’ αρχήν σχέση με το ζήτημα». 22
Επίσης είναι άξιο ιδιαίτερης μνείας το γεγονός ότι το ΔΕΚ συναρτά ευθέως από την Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια και συγκεκριμένα δικαιώματα ομάδων πολιτών.
Ταυτόχρονα τα κράτη μέλη δεν συγχωρείται να δημιουργούν συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων να αποτρέπονται οι πολίτες «από τη χρήση των δυνατοτήτων που παρέχει η Συνθήκη σε συνάρτηση προς την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης», 23 και 24, γεγονός που επιβεβαιώνει και αναδεικνύει ότι το σχετικό δικαίωμα αποτελεί συστατικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ιθαγένειας.
21.Σαχπεκίδου: όπου παραπάνω, σελ.290.
22.Σαχπεκίδου: όπου παραπάνω, σελ.290.
23.Σαχπεκίδου: όπου παραπάνω, σελ.290.
24.Σαχπεκίδου: όπου παραπάνω, και σημείωση 26.
Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με εδαφ. β. της παρ. 1 του άρθρου 20 ΣΛΕΕ «Η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται και δεν αντικαθιστά την Εθνική Ιθαγένεια», εν τούτοις συνεχώς διευρύνεται -κυρίως από τις αποφάσεις του ΔΕΕ- η αυτοτελής νομική και συναλλακτική βαρύτητα της Ευρωπαϊκής Ιθαγένειας.
Ειδικότερα η ενδεικτική αναφορά των δικαιωμάτων που έχουν οι πολίτες της Ένωσης με πρώτο το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, συνδέουν και συναρτούν το σχετικό δικαίωμα με την Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια, ως κατεξοχήν συστατικό στοιχείο της.
Όπως προκύπτει και από το παράγωγο δίκαιο, αλλά και από τη νομολογία του Δικαστηρίου η Ιθαγένεια της Ένωσης εξασφαλίζει την ίδια νομική μεταχείριση στους πολίτες της Ένωσης ανεξάρτητα από την (εθνική) ιθαγένειά τους.
Είναι λοιπόν πλήρως αποδεκτή και επικυρωμένη και από το ΔΕΕ η αντίληψη ότι ο «….η Ιθαγένεια της Ένωσης, ενίσχυσε σημαντικά τα ατομικά δικαιώματα και ιδίως το δικαίωμα που έχουν οι πολίτες να διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος απλώς ως πολίτες της Ένωσης, αναγνωρίζοντας έτσι ότι η Ιθαγένεια της ΕΕ αποτελεί πηγή των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ».. 25
Όπως καταδεικνύεται και από την δομή του σχετικού άρθρου 20 ΣΛΕΕ, τα υπόλοιπα ενδεικτικά αναφερόμενα δικαιώματα είναι «υποδεέστερα » του αναφερόμενου ως πρώτου κατά σειρά δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών και μάλιστα τα υπό στοιχεία β) 26 και γ) 27 αποτελούν κατά κάποιο τρόπο – «παρεπόμενα» δικαιώματα του υπό στοιχείο α) δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.
(Αναστασία Γ.Πετρούλια)
25.Ρηγάκου: όπου παραπάνω, σελ.231.
26.«β) το δικαίωμα τον εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και στις δημοτικές εκλογές στο κράτος μέλος κατοικίας τους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του εν λόγω κράτους».
27.«γ) το δικαίωμα να απολαύουν στο έδαφος τρίτης χώρας, στην οποία δεν αντιπροσωπεύεται το κράτος μέλος, την υπηκοότητα του οποίου έχουν, της διπλωματικής και προξενικής προστασίας κάθε κράτους μέλους, υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν και έναντι των υπηκόων του κράτους αυτού».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(Προστασία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων)
• Σ.-.Η. Ακτύπης, Δίκαιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Λευκωσία, 2013.

• Γ. Αρέστης, «Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια μέσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Επιθεώρηση Μεταναστευτικού Δικαίου, 2012/3.

• Γ. Β. Αυγερινός, «Άρθρο 39 [ΣΕΕ]», στο Β. Χριστιανός (επιμ.), Συνθήκη της ΕΕ και ΣΛΕΕ, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.

• Π. Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο: ατομικά δικαιώματα, Αθήνα-Κομοτηνή, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2011.

• Π. Δ. Δαγτόγλου, Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο Ι, Αθήνα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1985.

• ΕΣΔΑ (ιδιαίτερα Προοίμιο και άρθρα 1-23, 32-34, 46, 53, 59).

• M.R. Ishay, «Η ιστορία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2008.
• Γ. Κατρούγκαλος, Θεσµοί κοινωνικής πολιτικής και προστασία των κοινωνικών δικαιωµάτων σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, Αθήνα, Εκδόσεις Νοµική Βιβλιοθήκη, 2009.
• Σ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, «Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: πεδίο εφαρμογής και ελληνική νομολογία (με αφορμή τη ΔΕΕ 26.2.2013, C-617/10, Akerberg Fransson)», Θεωρία & Πράξη Διοικητικού Δικαίου, 2013/2.

• Μ. Κρητικός, «Άρθρα 3, 6, 10 [ΣΕΕ]», στο Β. Χριστιανός (επιμ.), Συνθήκη της ΕΕ και ΣΛΕΕ, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.

• Γεώργιος Παπαδημητρίου, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωµάτων Σταθμός στη θεσμική ωρίμανση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εκδόσεις Παπαζήση, σειρά:Διεθνής και Ευρωπαϊκή πολιτική, 2001.

• Τ. Παπαδοπούλου, «Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια κατά τη νομολογία του ΔΕΕ: προς μια αυτόνομη πηγή δικαιωμάτων των ευρωπαίων πολιτών;»,Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου (ΕΕΕΔ), 2012/1.

• Σµ. Ρηγάκου, «Άρθρα 20, 21, 22 [ΣΛΕΕ]», στο Β. Χριστιανός (επιµ.), Συνθήκη της ΕΕ και ΣΛΕΕ, Αθήνα, Νοµική Βιβλιοθήκη, 2012.
• Οδηγία 2004/38 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά µε το δικαίωµα των πολιτών της Ένωσης και των µελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαµένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατώµελών (http://eurlex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2004:229:0035 :0048:el:pdf)

• ΣΕΕ, άρθρο 2.

• Ε.Σαχπεκίδου, Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2011.

• Λ.-Α. Σισιλιάνος, «Εισαγωγή», στο Λ.-Α. Σισιλιάνος (διεύθ. έκδ.), Ευρωπαϊκή Σύµβαση Δικαιωµάτων του Ανθρώπου – Ερµηνεία κατ’ άρθρο, Αθήνα, Νοµική Βιβλιοθήκη, 2013, και του ίδιου ΔΕΕ122: ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ 8 «Προοίµιο», όπ.π.
• Β.Σκουρής, «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» (αντιφώνηση του τιμώμενου καθηγητή Προέδρου Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ.Β.Σκουρή κατά την ανακήρυξή του σε επίτιμο Διδάκτορα της Νομικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου).
• Ν. Ε. Φαραντούρης, «Άρθρο 16 [ΣΛΕΕ]», στο Β. Χριστιανός (επιμ.), Συνθήκη της ΕΕ και ΣΛΕΕ, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.

• FRA, Εγχειρίδιο σχετικά µε την ευρωπαϊκή νοµοθεσία κατά των διακρίσεων, Λουξεµβούργο, 2011: 1.1. «Πλαίσιο και ιστορικό της ευρωπαϊκής νοµοθεσίας κατά των διακρίσεων», 1.2.1. «Ο Χάρτης των Θεµελιωδών Δικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης», 2 «Κατηγορίες και κριτήρια δικαιολόγησης ΔΕΕ122: ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ 26 διακρίσεων» (2.1., 2.2., 2.3.: σελ. 25-37), 2.6.2 «Ανάλυση του γενικού κριτηρίου δικαιολόγησης των διακρίσεων», 2.6.3. «Εφαρµογή του γενικού κριτηρίου» και 2.6.4. «Συγκεκριµένα κριτήρια δικαιολόγησης δυνάµει του δικαίου της ΕΕ».
• FRA, Εγχειρίδιο σχετικά µε την ευρωπαϊκή νοµοθεσία κατά των διακρίσεων, Λουξεµβούργο, 2011: 4 «Προστατευόµενα χαρακτηριστικά».

• ΧΘΔΕΕ, Τίτλος VII «Γενικές διατάξεις που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του Χάρτη», άρθρα 51 και 52.

• Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, Τίτλος V «Δικαιώματα των πολιτών», άρθρα 39-46.

• ΧΘΔΕΕ., Τίτλος ΙΙ «Ελευθερίες», άρθρα 7 και 8. Πρόταση Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίαςδεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών», 25.1.2012, COM(2012).

• Β. Χατζόπουλος, «Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ύστερα από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας», Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΔτΑ), 2011/2.

• Β.Χριστιανός: Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010/11.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Επιτροπή /Commission) θεωρείται ότι είναι το «κατ’ εξοχήν υπερεθνικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης »1 (Προφανώς μετά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο).

Η Επιτροπή (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) έχει μακρά και ουσιαστική ζωή στο πλαίσιο διαμόρφωσης και (συλ) λειτουργίας των θεσμών της Ένωσης και δημιουργήθηκε – κατ’ αρχήν – απο τη «συγχώνευση» της Ανώτατης Αρχής της ΕΚΑΧ με τις δύο Επιτροπές της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ. που υλοποιήθηκε με τη Συνθήκη Συγχώνευσης του 1965.

Μετά την ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας ( Μεταρρυθμιστική Συνθήκη) έχει υιοθετηθεί η απλή ονομασία «Επιτροπή».

Η σύνθεση της Επιτροπής αποτελείται απο εκπροσώπους των κρατών – μελών.
Όπως σημειώνει η Καθ. Ευγ. Ρ. Σαχπεκίδου: «Η Επιτροπή αποτελείται απο μια ομάδα προσώπων, τα οποία μοιράζονται μεταξύ τους εν είδει χαρτοφυλακίου όλους τους τομείς των ενωσιακών αρμοδιοτήτων. Ειδικότερα, κάθε Επίτροπος αναλαμβάνει έναν ή περισσότερους τομείς και ορίζεται υπεύθυνος για τον συγκεκριμένο χώρο. Από την άποψη αυτή η Επιτροπή μπορεί να παραλληλίζεται προς τον φορέα της εκτελεστικής εξουσίας στα κράτη – μέλη, την κυβέρνηση ενός κράτους»2.

Μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε. – Ένωση ) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Επιτροπή) κατέχει σημαντική θεσμική και λειτουργική θέση, μεταξύ των οργάνων δράσης της Ένωσης3.
Σε συνέχεια των πιο πάνω εισαγωγικών επισημάνσεων και για να οδηγηθούμε στη διατύπωση της αξιολογικής (συμπερασματική) θέσης μας επί της ουσίας του ερωτήματος που τίθεται, απο τον ίδιο τον τίτλο του θέματος της παρούσας εργασίας, είναι – κατά τη γνώμη μας – απαραίτητο να αναφερθούμε στις «αρμοδιότητες με τις οποίες είναι επιφορτισμένη η Επιτροπή».

Η αξιολόγηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής ( το πλήθος αυτών και η σπουδαιότητά τους) συνδέεται προφανώς με την αποτελεσματικότητα με την οποία τις ασκεί η Επιτροπή (σε συνδυασμό και με τον αιτούμενο χρόνο εκδήλωσης των δράσεών της), αλλά και την επάρκεια και πληρότητα των αντίστοιχων αποφάσεών της και την ποιοτική αξία των νομικών κανόνων που τίθενται με αυτές (τις αποφάσεις της Επιτροπής).

Η «δεδομένη», μάλλον χάρη του παραδείγματος ή ως υπόθεση εργασίας, αντίληψη όπως αυτή διατυπώνεται στον τίτλο του θέματος της εργασίας : ότι δεν δύναται η Επιτροπή να ασκεί αποτελεσματικά όλες τις κρίσιμες αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί (και είναι επιφορτισμένη με αυτές) απαιτεί -κατά τη γνώμη μας -μια εξυπαρχής διευκρίνιση.

Προκαταβολικά θεωρούμε ότι η Επιτροπή η οποία «είναι επιφορτισμένη με τόσες πολλές κρίσιμες αρμοδιότητες» και πραγματικά «δεν δύναται να τις ασκεί όλες αποτελεσματικά» και ως εκ τούτου εν μέρει (ή σε κάποιες περιπτώσεις) αναιρείται ο ρόλος της ως «όργανο δράσης» της Ένωσης.

Κατ’ αρχήν διατυπώνουμε τη συμφωνία μας με την παραπάνω άποψη: (όπως διατυπώνονται στον τίτλο του θέματος) και θα αναφερθούμε στις επιμέρους αρμοδιότητες της Επιτροπής για να καταδειχτεί η πραγματική «κατάσταση», σύμφωνα με την οποία δεν δύναται η Επιτροπή να τις ασκεί όλες αποτελεσματικά, δηλαδή προς όφελος του κοινού ενωσιακού συμφέροντος – σε συνδυασμό με τα επιμέρους πιθανά συμφέροντα των κρατών – μελών.

Γενικά η Επιτροπή η οποία – όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια- πρέπει να απολαύει της εμπιστοσύνης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ασκεί ουσιαστικά παραχωρημένες (δοτές) αρμοδιότητες.
Η Επιτροπή σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη Συνθήκη της Λισαβόνας (άρθρο 17 ΙΣΕΕ/Λ) έχει ως κύριο καθήκον της την προαγωγή του κοινού συμφέροντος της Ένωσης και «αναλαμβάνει τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για το σκοπό αυτό».

Η δυνατότητα της Επιτροπής να ασκεί αρμοδιότητες (εξουσίες) που συνδέονται με την ανάληψη πρωτοβουλιών για την υποβολή νομοθετικών προτάσεων, καθώς και η επιρροή που ασκεί στα θεσμικά όργανα της Ένωσης αλλά και στα κράτη – μέλη, «καθιστούν την Επιτροπή κεντρικό όργανο προσανατολισμού κα λειτουργίας της Ένωσης».4

Η Συνθήκη της Λισαβόνας προσδιορίζει τις επιμέρους αρμοδιότητες της Επιτροπής και τον τρόπο της άσκησης τους.

Οι κυριότερες αρμοδιότητες της Επιτροπής είναι οι ακόλουθες :

1. Παρακολουθεί την εφαρμογή του Δικαίου της Ένωσης και εποπτεύει τη συμμόρφωση των αρχών των κρατών-μελών προς αυτό.
2. Υποβάλλει (θέτει) νομοθετικές προτάσεις, είτε ασκώντας πρωτογενή δική της αρμοδιότητα, είτε μετά απο πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. (Πρέπει να σημειωθεί ότι με τη Συνθήκη της Λισαβόνας εισάγεται το δικαίωμα ενός εκατομμυρίου πολιτών να ζητήσουν απο την Επιτροπή να υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις για την επίλυση κάποιου θέματος).
3. Τροποποιεί κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί είτε με μόνη την πρωτοβουλία επίσπευσης του ( Ευρωπαϊκού) Συμβουλίου, είτε με κοινή πρωτοβουλία του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
4. Εκπροσωπεί την Ένωση στο εσωτερικό των κρατών – μελών και συντονίζει της σχέσεις της με όλους τους διεθνείς οργανισμούς ( και απο κοινού με τον ΥπΕΚΕΠΠΑ, άρθρο 22 ΙΙ ΣΛΕΕ).
5. Διαμορφώνει τα σχέδια προϋπολογισμού που προκαταρτίζονται απο το Ευρωπ. Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Ταυτόχρονα και παράλληλα εποπτεύει την κατάρτιση και εκτέλεση των προϋπολογισμών τον διαθρωτικών ταμείων (Ε. Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, Ε. Κοινωνικό Ταμείο, Ε. Ταμείο Περιφ. Ανάπτυξης και Ε. Ταμείο Ανάπτυξης) αλλά και των υπηρεσιών της Ένωσης τις οποίες και εποπτεύει.
6. Εποπτεύει τη συμμόρφωση των κρατών – μελών προς τις πολιτικές που υιοθετεί η Ένωση και τις υποχρεώσεις τους για την γενικότερη ομαλή συνεργασία με τα ενωσιακά θεσμικά όργανα.
7. Επιβάλλει κυρώσεις και σε επιχειρήσεις κρατών – μελών για τυχόν παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου (πχ στον τομέα του ανταγωνισμού).
8. Διαθέτει και ασκεί κανονιστική και νομοθετική αρμοδιότητα για ορισμένα θέματα ανταγωνισμού ή σε εκτέλεση νομοθετικών διατάξεων που θεσπίζει το Συμβούλιο (δευτερεύουσα νομοθετική αρμοδιότητα).
Το έργο της Επιτροπής γενικά προσδιορίζεται απο τη Συνθήκη της Λισαβόνας με τρόπο που καθιστά απολύτως σαφή τα όρια και το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων της. Όμως η ίδια η λειτουργία και οι αρμοδιότητες των επιμέρους «χαρτοφυλακίων» της Επιτροπής προσθέτουν πλήθος επιμέρους ειδικών αρμοδιοτήτων καθημερινής λειτουργίας που επιβαρύνουν το έργο των μελών της Επιτροπής (Επιτρόπων)5.

Όπως έχει τονιστεί η Επιτροπή απέκτησε με την εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας σημαντική θεσμική και λειτουργική θέση μεταξύ των οργάνων της Ένωσης.

Ενισχύθηκε η πολιτική της νομιμοποίηση, απο τη στιγμή που η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στον ορισμό των μελών του σώματος των Επιτρόπων (Collegium) είναι σημαντική.

Μάλιστα στην πρόσφατη διαδικασία έγκρισης ορισμένων προτεινόμενων Επιτρόπων το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (η αρμόδια Επιτροπή του) αρνήθηκε να εγκρίνει ορισμένες υποψηφιότητες Επιτρόπων. Ταυτόχρονα και η διαδικασία έγκρισης (δια ψηφοφορίας) του Προέδρου της Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιουνγκέρ δεν υπήρξε ανώδυνη, ενώ στον πρώτο ακόμη μήνα της θητείας του κατατέθηκε (συζητήθηκε και απορρίφθηκε) και πρόταση μομφής εναντίον του.

Η Επιτροπή τελικά (παρά τις απόπειρες μείωσης των Επιτρόπων με δικαίωμα ψήφου, ώστε να καταστεί πιο ευέλικτη και ως εκ τούτου και πιο αποτελεσματική) συντίθεται, απαρτίζεται, συγκροτείται απο 28 μέλη (ένας Επίτροπος απο κάθε κράτος – μέλος) συμπεριλαμβανομένων σε αυτά του Προέδρου της και του/ της Υπάτου Εκπροσώπου της Ένωσης, για τα θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (που είναι ταυτόχρονα και Αντιπρόεδρος της Επιτροπής)6.
Τα μέλη του Σώματος (Κολλεγίου) των Επιτρόπων επιλέγονται απο τις εθνικές κυβερνήσεις μετά απο σχετική διαβούλευση με το (νέο) Πρόεδρο της Επιτροπής και εγκρίνονται απο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αφού μεσολαβήσει και η τυπική έγκριση του καταλόγου των Επιτρόπων απο το Συμβούλιο Υπουργών.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται με ειδική πλειοψηφία απο το Συμβούλιο των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων και ο διορισμός του εγκρίνεται απο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Όπως γίνεται σαφές με τη Συνθήκη της Λισαβόνας η Επιτροπή απέκτησε μείζονος σημασία δημοκρατική (μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) νομιμοποίηση και έτσι εξασφαλίζεται η επαυξημένη (αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων της) ανεξαρτησία της. Και η θητεία της συμπίπτει (5ετής) με τη θητεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εγκρίνει το διορισμό της.

Η ανεξαρτησία της Επιτροπής, εκφράζεται υλοποιείται και επιβεβαιώνεται και με την πλήρη ανεξαρτησία των Επιτρόπων οι οποίοι (πρέπει να) δρουν αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης και να μη επηρεάζονται απο τις κυβερνήσεις (των χωρών τους) που τους διόρισαν και κατά μείζονα λόγο να μην επηρεάζονται απο στενά πολιτικά – κομματικά συμφέροντα ή και ιδιωτικά συμφέροντα.

Η Επιτροπή είναι υπόλογη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προβλέπεται (όπως αναφέρθηκε) η δυνατότητα υποβολής εναντίον της και πρότασης δυσπιστίας η οποία αποφασίζεται (θετικά ή αρνητικά) με φανερή ψηφοφορία.

Η Επιτροπή είναι συλλογικό σώμα (Collegium) και λειτουργεί με την αποφασιστικής σημασίας πολιτική καθοδήγηση του Προέδρου της.

Ο Πρόεδρος και η Επιτροπή (αλλά και καθένας Επίτροπος, ανάλογα με τις αρμοδιότητες που ασκεί) έχουν την πολιτική και διοικητική αρμοδιότητα της εποπτείας, της καθοδήγησης και του ελέγχου των 25 Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής και του συνόλου των υπηρετούντων ενωσιακών λειτουργών, εμπειρογνωμόνων κλπ. που συγκροτούν τη λεγόμενη «γραφειοκρατία των Βρυξελών».

Η Επιτροπή αποτελεί το μεγαλύτερο σε αριθμό υπαλλήλων και το εντυπωσιακότερο απο άποψη γραφειοκρατικής οργάνωσης, όργανο της Ένωσης7.

Η σημερινή δομή και λειτουργία της Επιτροπής μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, αλλά και τις αλλαγές που είχαν επιφέρει οι Συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, έχει «… μια όλο και μεγαλύτερη συγγένεια προς τη συγκρότηση μια παραδοσιακής κυβέρνησης κράτους, ενώ οι μεταρρυθμίσεις σχετικά με τον Πρόεδρο της θυμίζουν με αρκετά μεγάλη προσέγγιση καθήκοντα που αποδίδονται στον πρόεδρο της κυβέρνησης 7*»

Εκκινώντας απο την τελευταία (παραπάνω) διαπίστωση γίνεται κατανοητό πόσο δύσκολο είναι να αποκατασταθεί ο αναγκαίος και απαραίτητος λειτουργικός (ουσιαστικός, πολιτικός και διοικητικός) έλεγχος και η καθημερινή εποπτεία της «διοικητικής διοίκησης» (γραφειοκρατίας) των Βρυξελλών απο την Επιτροπή, τον Πρόεδρο της και τους μεμονωμένους Επιτρόπους, αλλά και απο το Collegium, λειτουργώντας αυτό ως Σώμα συλλογικά.

Και μόνο απο την παραπάνω γενική περιγραφή προκύπτει αβίαστα η διαπίστωση ότι δεν είναι δυνατόν, δεν είναι σε θέση, η Επιτροπή να ασκεί αποτελεσματικά όλες τις αρμοδιότητες με τις οποίες είναι «επιφορτισμένη». Το ίδιο ισχύει βέβαια και για έναν – έναν τους Επιτρόπους, αλλά και για τον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Όπως είναι γνωστό τα 28 κράτη – μέλη της Ένωσης περιλαμβάνουν στις κυβερνήσεις τους (κατά μέσο όρο) τουλάχιστον 15 μέλη – υπουργούς (χωρίς να υπολογίζονται οι αναπληρωτές Υπουργοί και Υφυπουργοί). Αυτό σημαίνει ότι η Επιτροπή συνολικά συναλλάσσεται με 28 Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων και 420 μέλη Κυβερνήσεων, χωρίς να υπολογίζουμε και τους 28 Προέδρους των Εθνικών Κοινοβουλίων και τους Προέδρους των αντίστοιχων Επιτρόπων σύνδεσης των εθνικών κοινοβουλίων με τα Όργανα της Ένωσης, οι οποίες προεδρεύονται απο έναν Αντιπρόεδρο της Εθνικής Βουλής.

Εξ αυτών προκύπτει ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής πρέπει να αναπτύσσει και να διατηρεί υπηρεσιακή (αλλά και προσωπική) επικοινωνία και σχέση τουλάχιστον με τους 28 Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων, αλλά και με τους επικεφαλείς ΌΛΩΝ των οργάνων της Ένωσης και των εξαρτώμενων απο αυτή υπηρεσιών.

Ταυτόχρονα είναι απαραίτητο ο Πρόεδρος της Επιτροπής και το «Κολλέγιο» των Επιτρόπων να βρίσκονται σε πυκνή υπηρεσιακή επικοινωνία με τους επικεφαλής υπερεθνικών Διεθνών Οργανισμών (πχ ΝΑΤΟ, Ο.Η.Ε. G8, G20 BRICS κλπ, Ασιατικές, Αφρικανικές, Αμερικανικές Πρωτοβουλίες ή Ενώσεις Οικονομικής και Πολιτικής Συνεργασίας), καθώς και με τις πολιτικές αρχές των υπό ένταξη στην Ένωση χωρών, καθώς και με εμπλεκόμενα μέρη για τη διευθέτηση κάθε μορφής κρίσεων. (Πολεμικές συγκρούσεις : Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Κράτος Τζιχαντιστών , Β Αφρική κλπ, Ανθρωπιστικές κρίσεις : Επιδημία EBOLA, Πειρατικές Επιθέσεις, Λαθρομετανάστευση, Οικονομικοί Μετανάστες, Θύματα Πολεμικών Συγκρούσεων κλπ κλπ).

Βέβαια το βάρος των ποικίλων αρμοδιοτήτων της Επιτροπής – του Πρόεδρου της και των Επιτρόπων – γίνεται δυσβάστακτο αν αναλογιστούμε το πλήθος και τη σοβαρότητα των επιπλέον αρμοδιοτήτων που καλούνται να ασκήσουν στις σχέσεις της Επιτροπής με τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης. Αυτή η αναγκαιότητα επιτείνεται ειδικότερα με τα κράτη – μέλη που υλοποιούν την τελευταία πενταετία «Προγράμματα Διάσωσης» των Οικονομιών τους σε σχέση και με τις πολιτικές διαχείρισης – αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους τους και της ανάπτυξης, κυρίως στα κράτη μέλη του Ευρωπαϊκού Νότου. Όπως έχει καταδειχτεί απαιτούνται προληπτικές πολιτικές και για την αντιμετώπιση του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους στο σύνολό του, αλλά και άμεσα αποτελεσματικές πολιτικές για την προώθηση μιας ταχύτερης διατηρήσιμης ανάπτυξης – ιδιαίτερα για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου ( : Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, αλλά και Ιταλία, ίσως και Γαλλία) – με έμφαση στην αντιμετώπιση της ανεργίας, ειδικότερα των νέων που λειτουργεί ως «ωρολογιακή βόμβα στα σπλάχνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης» αλλά και του συνόλου των μη αναπτυγμένων ή και υπό ανάπτυξη χωρών.

Είναι σαφές ότι οι μόνοι που μπορεί να διαφωνούν με την άποψη που διατυπώνεται στον τίτλο της παρούσας εργασίας είναι κατά τη γνώμη μας τα ανώτατα – ανώτερα και μεσαία στελέχη της «διοικητικής διοίκησης» (Administration) της «γραφειοκρατίας των Βρυξελλών».

Και οι λόγοι είναι απλοί και ευδιάκριτοι. Η αντικειμενική διαπίστωση ότι η Επιτροπή (: επιφορτισμένη με τόσες πολλές κρίσιμες αρμοδιότητες ) «δεν δύναται πλέον να τις ασκεί όλες» τις αρμοδιότητες της αποτελεσματικά, συνεχώς αποκτά περισσότερους οπαδούς, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύεται όλο και πιο φανερά, ίσως κραυγαλέα, ότι τις πολιτικές επιλογές και συνακόλουθες αποφάσεις της Επιτροπής τις διαμορφώνουν τις υπαγορεύουν και τις πιο πολλές φορές της επιβάλουν μέσω των επιτρόπων σε αυτήν οι Γενικοί Διευθυντές και τα λοιπά στελέχη (των Γενικών Διευθύνσεων) καθώς και τα υψηλόβαθμα μέλη – στελέχη του γραφείου (Cabinet) του Προέδρου και των Επιτρόπων.

Η τουλάχιστον ιδιόμορφη αυτή δυσλειτουργία της Επιτροπής αποδεικνύεται και απο τη συχνότητα, το πλήθος, τη σπουδαιότητα και την δριμύτητα με την οποία ασκείται απο όλες τις πτέρυγες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Κοινοβουλευτικός έλεγχος της Επιτροπής, με την κατάθεση χιλιάδων – ίσως – αναφορών, εκατοντάδων, ίσως και χιλιάδων, ερωτήσεων κλπ μορφών κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Μάλιστα τα τελευταία χρόνια οι πολίτες της Ένωσης πραγματοποιούν και «ενσώματες» διαμαρτυρίες προς την Επιτροπή και τα λοιπά Όργανα της Ένωσης, με παραστάσεις, διαδηλώσεις και συλλαλητήρια στην «καρδιά» της Ευρώπης τις Βρυξέλλες και ειδικά στην έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά κα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η λειτουργία της Επιτροπής, αλλά και της Ένωσης, συνολικά παρόλες τις αλλεπάλληλες διευρύνσεις της και την αύξηση του αριθμού των προβλημάτων και της πολυπλοκότητας τους, δεν αναβαθμίστηκε αντίστοιχα και δεν δημιούργησε επαρκείς κανόνες και μηχανισμούς αποτελεσματικής άσκησης των αρμοδιοτήτων της. Έγιναν βέβαια αρκετές βελτιώσεις στη λειτουργία της Ένωσης και της Επιτροπής αλλά δεν υπήρξαν στο σύνολο τους ικανές να διασφαλίσουν την αναγκαία αποτελεσματικότητα της θεσμικής λειτουργίας τους.

Απο την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1987), τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), τη Συνθήκη της Νίκαιας ως και τη Συνθήκη της Λισαβόνας μετά την αποτυχία θέσπισης του Ευρωπαϊκού Συντάγματος (Συνθήκη για τη Θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης) δεν έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για την ενίσχυση του κύρους και των εξουσιών της Επιτροπής ώστε να διαμορφώσει το πλαίσιο της αποτελεσματικής ή και αποτελεσματικότερης άσκησης των αρμοδιοτήτων της.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας προσέδωσε μεγαλύτερο κύρος και περισσότερες αρμοδιότητες στην Επιτροπή, όπως και η έγκριση της σύνθεσής της απο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την εξόπλισε με αυξημένη δημοκρατική νομιμοποίηση.
Όμως σχεδόν πάντοτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λειτουργούσε και λειτουργεί «ακόμη με βάση κατευθύνσεις οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στις συνθήκες που επικρατούσαν και στις ανάγκες που είχαν δημιουργηθεί».

Η θέσπιση στα επόμενα χρόνια Ευρωπαϊκού Συντάγματος και ενδεχομένως η απευθείας εκλογή και της Επιτροπής (παράλληλα και ταυτόχρονα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) με άμεση ψηφοφορία θα την εξοπλίσει με το θεσμικό οπλοστάσιο και τα απαραίτητα νομικά – διοικητικά εργαλεία και τις αρμοδιότητες για να ανασυγκροτήσει τη δομολειτουργία της προς όφελος, αφενός του κοινού ενωσιακού συμφέροντος και αφετέρου του συμφέροντος των κρατών μελών της Ένωσης.

Είναι προφανές ότι απαιτείται η θεσμική ανασυγκρότηση της Επιτροπής με την δημιουργία ενός οργάνου δημοκρατικά νομιμοποιημένου με την άμεση εκλογή του απο τους πολίτες της Ένωσης. Αυτή η «νέα Επιτροπή» θα πρέπει να υιοθετήσει μια «πολυκεντρικότερη» δομολειτουργία και μια ουσιαστικότερη διασύνδεση με τον Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Σήμερα και στο άμεσο μέλλον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τρία σοβαρά κατά τη γνώμη μας ζητήματα που η επιτυχής αντιμετώπισή τους θα δοκιμάσει την ίδια τη συνοχή – ίσως και την ύπαρξη- της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

α) Η Επιτροπή θα πρέπει να χειριστεί και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που υπάρχουν αναφορικά με την εφαρμογή των δημοσιονομικών στόχων και με την επιδιωκόμενη οικονομική ανάκαμψη και τη διευθέτηση του δημοσίου χρέους των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου και της Ένωσης γενικότερα γιατί «η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει στο μέλλον»8.
β) Οι διεθνείς εξελίξεις – ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία και ειδικότερα την περίοδο 2013 – 2014 πείθουν ότι η διεύρυνση της Ένωσης θα καταστεί ιδιαίτερα δύσκολη και η αβεβαιότητα θα επηρεάζει τις σχέσεις της με τις υπό ένταξη χώρες (πχ Τουρκία, χώρες των Δυτικών Βαλκανίων κλπ).
γ) Η διαδικασία ενοποίησης (της Ένωσης) θα καταστεί «εξαιρετικά δυσχερής» αν η Επιτροπή εξακολουθεί να παραμένει – σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – «όργανο πολιτικά δευτερεύον αν και πολύ σημαντικό» για τη λειτουργία της Ένωσης9.

Η λύση που γενικά υποδεικνύεται για να επαυξηθεί η αποτελεσματικότητα στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής είναι η ενίσχυση του πολιτικού χαρακτήρα της με την απόκτηση επαυξημένης δημοκρατικής νομιμοποίησης (άμεση εκλογή του Σώματος των Επιτρόπων) και η πλήρης πολιτική κυριαρχία των δημοκρατικά εκλεγμένων Οργάνων της Ένωσης, δηλαδή και της Επιτροπής μαζί με τα λοιπά εκλεγόμενα Όργανα, «επί της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών» γιατί η εξεύρεση και υιοθέτηση μια «χρυσής τομής» υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν θα υπηρετεί τα πραγματικά ενωσιακά συμφέροντα και τα συμφέροντα των κρατών – μελών και των πολιτών της Ένωσης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ Κ. Π : «Η Συνθήκη της Λισαβόνας » Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 2010, Β. Έκδοση

ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ Ρ. ΕΥΓΕΝΙΑ: «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» Εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2013.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: «Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2011

ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ Κ.Π. : «Η Συνθήκη της Λισαβόνας » Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 2010, β’ Έκδοση.

ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ Ρ. ΕΥΓΕΝΙΑ: «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» Εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2013

ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ ΛΟΥΚΑΣ : «Η Δυστυχής Ένωση» Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ Αθήνα 2014

ΒΑΛΗΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ – ΚΑΖΑΚΟΣ ΠΑΥΛΟΣ – ΜΑΡΑΒΕΓΙΑΣ ΝΑΠΟΛΕΩΝ : Η έξοδος απο την κρίση, Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ 2014

Δ.Ν. ΧΡΥΣΟΧΟΥ, Μ.Ι. ΤΣΙΝΙΣΙΖΕΛΗΣ, Κ. ΥΦΑΝΤΗΣ, Σ. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, Δ.Κ. ΞΕΝΑΚΗΣ : Ευρωπαϊκή Πολιτεία, Η τέχνη της συνδιάθεσης, Εκδόσεις ΣΑΒΒΑΛΑΣ 2009

http /ec europa,eu/ greece/index-el.htm
http://ec.europa.eu/atwork/index-el.htm
http://www.gr2014 parliament.eu/portal5/6/PDFFILES/NAO113090ELC-002pdf
http/ec.europa.eu/cyprus/index e/htm

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ
ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ
ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ
Α. Η Συνθήκη της Λισαβόνας (Σ.τ.Λ) από τη θέση της σε ισχύ (1-12-2009) λαμβανομένων υπόψη και των συγκεκριμένων συνθηκών και εξελίξεων (πολλαπλή οικονομική, πολιτική κρίση κλπ) «αποτέλεσε, κατ’ αρχήν, ένα πρώτο θετικό βήμα» στη συνολική πορεία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Βέβαια η – σχεδόν- πενταετής εφαρμογή της εμφάνισε και τις αδυναμίες της, αλλά – κατά τη γνώμη μας – (όπως επισημαίνεται διεξοδικότερα στη συνέχεια) δημιουργεί σημαντικά οφέλη στην διαδικασία ωρίμανσης των συνθηκών ενοποίησης – ολοκλήρωσης της Ε.Ε. και εξασφαλίζει την, κατά το δυνατό, ομαλότερη πορεία για τη διεύρυνσή της στο μέλλον, ώστε να επιτευχθεί η ουσιαστική ευρωπαϊκή ενοποίηση – ολοκλήρωση.
Β ‘ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ
Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ, η λεγόμενη και «Μεταρρυθμιστική Συνθήκη» υπογράφηκε από τους Αρχηγούς κρατών και Κυβερνήσεων (των 27κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης) στις 27-12-2007 (στο Μοναστήρι των Ιερωνυμιτών), στη Λισαβόνα.
Δεδομένου ότι θα έπρεπε να επικυρωθεί και από τα 27 κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε), τέθηκε σε ισχύ – τελικά την 1η Δεκεμβρίου 2009. Με την «διαδοχή» της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) απέκτησε νομική προσωπικότητα και υπεισήλθε στο σύνολο των αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και το προϊσχύσαν «κοινοτικό δίκαιο», κατέστη «Δίκαιο της Ένωσης».
Με την υπογραφή και θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας – πρέπει να σημειωθεί ότι εξακολουθεί να διατηρείται ο παλαιός «πυλώνας» η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας «ΕΥΡΑΤΟΜ » και να διέπεται από ισχύον σχετικό (κοινοτικό) δίκαιο της EYRATOM.
Η Συνθήκη της Λισαβόνας αποτέλεσε το μόνο εφικτό συμβιβασμό μεταξύ των 27 κρατών – μελών, σε μια περίοδο εξέλιξης (2007) της κρίσης που έπληττε την Ε.Ε. ιδιαίτερα μετά το 2005, μετά την απόρριψη – μέσω δημοψηφισμάτων από τη Γαλλία και την Ολλανδία της «φιλόδοξης» Συνταγματικής Συνθήκης.
Όπως είναι σαφές για να επιτευχθεί ο συμβιβασμός που αναφερόμαστε συνέβη ότι ακριβώς με ελάχιστες λέξεις περιέγραψε «ο αρχιτέκτονας του ευρωσυντάγματος», τ.Πρόεδρος της Γαλλίας, Valéry Giscard d’ Estaing1 στην Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, (17-6-2007) υπογραμμίζοντας πως τελικά οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συμφώνησαν σε «διακοσμητικές αλλαγές στο Σύνταγμα ώστε να γίνει ευκολότερα αποδεκτό…».
Η απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης η οποία φιλοδοξούσε να έχει ένα ουσιαστικότερο περιεχόμενο, πέρα από ιστορικό – πολιτικό συμβολισμό, δεν επέφερε ριζικές αλλαγές στο πνεύμα και το γράμμα των τελικών προβλέψεων της Συνθήκης της Λισαβόνας.
Μάλιστα επί της ουσίας η Σ.τ.Λ. περιέλαβε τη μέγιστη πλειοψηφία των προβλέψεών του «σχεδίου» της Συνταγματικής Συνθήκης και όπως υποστηρίζουν πολλοί ειδικοί «Η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν αντιμετωπίζει τις ανάγκες των πολιτών, των λαών και των εργαζομένων στην Ε.Ε» -όπως, σε μεγάλο βαθμό, απέδειξε και η κρίση της τελευταίας πενταετίας2.
Βέβαια πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι τελικά η Συνθήκη της Λισαβόνας λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τις, μετά τη θέση της σε ισχύ (1-12-2009) οικονομικές αλλά και κοινωνικές – εξελίξεις «αποτέλεσε, κατ’ αρχήν, ένα πρώτο θετικό βήμα» στην προσπάθεια για την αντιμετώπιση της πιο επικίνδυνης πολλαπλής κρίσης, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που δοκίμασε την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
Η κρίση αυτή που πλήττει συνολικά την Ευρώπη και τον Κόσμο, έχει πλήξει με ιδιαίτερη σκληρότητα τη χώρα μας, την Ελλάδα και τις άλλες χώρες του, λεγόμενου, Ευρωπαϊκού Νότου (Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρος) και πιθανόν και την Ιταλία και ίσως και τη Γαλλία.
Αυτή η δεινή κρίση επιβάλει την ανάγκη και επιπλέον μεταρρυθμίσεων και αλλαγών, καθώς η ριζική και άμεση αντιμετώπιση του υψηλού δημόσιου χρέους των χωρών αυτών δεν αντιμετωπίζεται με την άγονη αντιπαράθεση τους, κυρίως με τη Γερμανική ηγεσία : Μέρκελ, Σόϊμπλε, Γκάμπριελ κλπ. Γιατί και από μόνη της η απάντηση στο – τάχα διλληματικό ….. ερώτημα: ανάπτυξη ή λιτότητα, δεν δίδει λύσεις, στα άμεσα και πιεστικά προβλήματα των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου. Επιπρόσθετα οι μεσογειακές χώρες (κυρίως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ιταλία) περισφίγγονται από τις συνέπειες των πολεμικών συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή, την αφόρητη πίεση των μεταναστευτικών ρευμάτων – λόγω της φτώχιας και των πολεμικών συγκρούσεων – ενώ η παγκόσμια απειλή του ΕΜΠΟΛΑ βρίσκεται σε ανεξέλεγκτη δυναμική εξάπλωση.
Ως εκ τούτων στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου πρέπει να διαμορφωθεί/καταρτιστεί ειδικό σχέδιο από την Ε.Ε για «άμεσες δράσεις» αναπτυξιακών πολιτικών που θα επιταχύνουν τη βιώσιμη ανάπτυξή τους και θα ανακουφίζουν τους πολίτες-φορολογούμενους.
Γ. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ
Στην ιστορική διαδρομή μισού αιώνα (1957-2007), στη μακρά και δύσκολη πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης – ολοκλήρωσης η Συνθήκη της Λισαβόνας προσθέτει (και δεν αφαιρεί) στο ισοζύγιο της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκής Κοινότητας).
Είναι μια δημιουργική, προοδευτική και αποτελεσματική εξέλιξη, μια θεσμική μεταρρύθμιση που υλοποιήθηκε σε μια κατάλληλη χρονική περίοδο (2009).Η χώρα μας μάλιστα «εκτιμά ως θετική εξέλιξη τη Συνθήκη της Λισαβόνας με τη διάσωση των σημαντικότερων θεσμικών καινοτομιών του Ευρωπαϊκού Συντάγματος »3
Επιπλέον κρίθηκε – και από τις εξελίξεις και τις επιπτώσεις, τα αποτελέσματα-, απαραίτητη, ιδιαίτερα μετά τις διευρύνσεις της Ένωσης και τη «σχεδιαζόμενη», κυρίως για πολιτικούς λόγους και γεωπολιτικές σκοπιμότητες, παραπέρα διεύρυνση της, προκειμένου να ενταχθούν σε αυτήν κράτη από τα Βαλκάνια και την ευρεία περιοχή των χωρών της βραχύβιας πρώην Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, που διαδέχτηκε τη Σοβιετική Ένωση.
Ενώ, ορισμένοι κύκλοι της Ε.Ε δεν αποκλείουν ακόμη και την ένταξη σε αυτήν και της … Τουρκίας (!). Βέβαια η πρόσφατη ενέργειά της να παραβιάσει προκλητικά τη Διεθνή Νομιμότητα και την Εθνική Κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, πραγματοποιώντας αυθαίρετα υποθαλάσσιες “έρευνες” στην Κυπριακή ΑΟΖ αντιμετωπίστηκε αποφασιστικά από το Συμβούλιο Κορυφής της Ε.Ε. (24-10-2014), το οποίο κάλεσε την Τουρκία να σεβαστεί τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους – μέλους της Ένωσης και να συμβάλλει στην οριστική επίλυση του Κυπριακού. Οι πρόσφατες εξελίξεις είναι πιθανόν να οδηγήσουν και σε πάγωμα τις σχετικές προ-ενταξιακές διαδικασίες δυσχεραίνοντας την ικανοποίηση των “ευρωπαϊκών” φιλοδοξιών της Τουρκίας.
Δεν πρέπει να παραβλέπεται και το γεγονός ότι με την έναρξη ισχύος της Σ.τ.Λ. η Ευρωπαϊκή Ένωση των 28 σήμερα κρατών – μελών συγκεντρώνει περίπου 483 εκατομμύρια κατοίκους, και είναι η τρίτη μεγαλύτερη σε πληθυσμό ευρεία, γεωγραφική, πολιτική, οικονομική, περιοχή, μετά την Κίνα και την Ινδία. (Υπερδιπλάσια από τις Η.Π.Α. σχεδόν τριπλάσια από τη Ρωσία και σχεδόν τετραπλάσια από την Ιαπωνία).Παρά το γεγονός του μεγάλου πληθυσμιακού όγκου και της τεράστιας οικονομικής επιρροής της η Ε.Ε την τελευταία πενταετία της «μεγάλης κρίσης» φαίνεται πως δεν μπόρεσε να διαδραματίσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που δικαιούται και αξίζει στις διεθνείς εξελίξεις, κυρίως εξαιτίας της δυναμικής παγίωσης της θέσης των χωρών BRICS ( Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) στην «παγκόσμια σκακιέρα »4.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές φορές (π.χ κρίση στην Ουκρανία, εξελίξεις στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή κλπ.) η Ε.Ε. ακολούθησε τις πολιτικές που διαμόρφωσαν οι Η.Π.Α και συχνά επέβαλλαν στους Διεθνείς Οργανισμούς: Ο.Η.Ε, ΝΑΤΟ. Αν συνεχίσει την ίδια αυτή τακτική η Ε.Ε κινδυνεύει να βρεθεί μέσα σε λίγα χρόνια σε ρόλο περιφερειακό και δευτερεύοντα5.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμφισβήτητα αποτελεί μοναδικό μόρφωμα -ένωση ανεξάρτητων κρατών στην ιστορία του Κόσμου, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με στόχο την πολιτική και οικονομική συνεργασία, καθώς και τις πολιτικές ασφάλειας των κρατών-μελών της. Πρόκειται ως γνωστόν για μια εθελοντική ένωση στα θεσμικά όργανα της οποίας τα κράτη-μέλη παραχώρησαν μέρος της κυριαρχίας τους και αποδέχτηκαν τη νομοθετική λειτουργία της σε κρίσιμα ζητήματα της ζωής των πολιτών τους, της κοινωνίας και της οικονομίας τους – όπως είναι η ενιαία αγορά που χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, η τελωνειακή ένωση, το εμπόριο κλπ.
Ακριβώς αυτό το ευρύ πλαίσιο της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλησε και επεδίωξε να ενισχύσει η Συνθήκη της Λισαβόνας και να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη ουσιαστική ενοποίηση-ολοκλήρωσή της.
Δ . ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ
Οι σημαντικότερες προβλέψεις της Συνθήκης της Λισαβόνας οι οποίες επιφέρουν βελτιωτικές αλλαγές στο υπάρχον νομικό πλαίσιο και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορεί να συνοψιστούν ως ακολούθως:
1. Αναβαθμίζεται και ισχυροποιείται ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα μέλη του οποίου εκλέγονται απευθείας από τους πολίτες της Ε.Ε. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διευρύνει τις νομοθετικές, δημοσιονομικές, εγκριτικές αρμοδιότητές του και ενισχύεται η ισότιμη θέση του απέναντι στα άλλα Όργανα της Ένωσης (π.χ Συμβούλιο) με τη χρήση της διαδικασίας συναπόφασης στη διαμόρφωση των πολιτικών.
2. Αναδιαμορφώνεται η σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο δεν μπορεί να αριθμεί περισσότερα από 751 μέλη με ελάχιστο αριθμό για κάθε κράτος-μέλος 6 Ευρωβουλευτές μέχρι και 96 κατ’ανώτατο όριο.
3. Ενισχύεται ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων κυρίως με την αναγνώριση και τήρηση της «Αρχής της Επικουρικότητας». Με βάση την αρχή αυτή η Ε.Ε επιλαμβάνεται θεμάτων όταν η δική της παρέμβαση κρίνεται αποτελεσματικότερη από εκείνη που αναλαμβάνεται σε εθνικό επίπεδο. Αυτός ο ρόλος διευκολύνεται και από την αναβάθμιση της συνεργασίας των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών – μελών με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά και μεταξύ τους.
4. Για πρώτη φορά προβλέπεται (με την Σ.τ.Λ) η δυνατότητα ενός κράτους-μέλους να αποχωρεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
5. Δημιουργείται νέα μόνιμη θέση για τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ο οποίος εκλέγεται από το Συμβούλιο και εγκρίνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Αυτή η σοβαρή θεσμική αλλαγή ήδη με την εκλογή του νέου Προέδρου του Συμβουλίου Ζαν Κλωντ Γιουνγκέρ, πρ. πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου, φαίνεται ότι ενισχύει με μεγαλύτερη αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα τις δράσεις και τις αποφάσεις της Ε.Ε και ιδιαίτερα του Συμβουλίου.
6. Επίσης η αποτελεσματικότητα της λειτουργίας των Οργάνων της Ένωσης ενισχύεται και από τη δημιουργία ειδικής θέσης Ύπατου Εκπροσώπου για τις Εξωτερικές Υποθέσεις και τη Πολιτική Ασφάλειας, για τον διορισμό του οποίου απαιτείται ειδική πλειοψηφία από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Προς την κατεύθυνση αυτή λειτουργεί και η δημιουργία του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων και της Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης της Ένωσης.
Ε. ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ
Είναι φανερό ότι η πενταετία που διέρρευσε από την θέση σε ισχύ της Σ.τ.Λ. (Δεκέμβριος 2009), η οποία συνέπεσε και με τις ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις της πολλαπλής κρίσης που αναφέραμε, κατέδειξε τη σημαντική αντοχή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος (αλλά και του «εποικοδομήματος» της Ένωσης γενικά αλλά και της Ευρωζώνης ειδικά).
Το σύνθετο αυτό πλεονεκτικό στοιχείο, σε συνδυασμό και με τις επιτυχείς – σε μεγάλο βαθμό – επεκτάσεις / διευρύνσεις της Ε.Ε «σε ότι αφορά τις λειτουργίες και τον αριθμό των μελών αποτελεί σίγουρα το ισχυρότερο σημάδι της επιτυχίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διάφορες ενσαρκώσεις της»6.
Ήδη τα αποτελέσματα της εφαρμογής / υλοποίησης της Σ.τ.Λ στο θεσμικό – λειτουργικό επίπεδο είναι κατ’ αρχήν θετικά, όπως και η αντίστοιχη (θετική) γενική συμβολή της Συνθήκης της Λισαβόνας στη συνολική πορεία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Βέβαια υπάρχουν και ζητήματα στα οποία η Ε.Ε. δεν ανέπτυξε επιτυχείς πολιτικές παρεμβάσεις, όπως π.χ. στο θέμα αντιμετώπισης, διαχείρισης της πρόσφατης κρίσης εμφανίστηκε πολλές φορές έντονα διχασμένη καθώς οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακρίνονται πια σε « πιστώτριες » και «οφειλέτριες» 7.
Παρόλα αυτά η Σ.τ.Λ μέσο – μακροπρόθεσμα δημιουργεί σημαντικά οφέλη στην διαδικασία ωρίμανσης των συνθηκών της ενοποίησης – ολοκλήρωσης – της Ε.Ε, υπό την προϋπόθεση ότι στη νέα περίοδο που αρχίζει (1-11-2014) θα αξιοποιηθούν οι νέες προϋποθέσεις για τη θέση σε τροχιά ανάπτυξης και των υπερχρεωμένων κρατών – μελών στο πλαίσιο χρηματοδότησης των νέων αναπτυξιακών δράσεων ύψους 300 δισ. ευρώ που ήδη έχει ανακοινώσει ο νέος Πρόεδρος του Συμβουλίου Κορυφής Ζαν Κλωντ Γιουνγκέρ.
ΣΤ. Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ
Η Σ.τ. Λ. στο πλαίσιο της λειτουργίας των αναβαθμισμένων θεσμών της Ε.Ε και των καινοτόμων νομικών προβλέψεων διευκολύνει αποτελεσματικά και την επιτάχυνση και την αξιοπιστία της πορείας για την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, για τους ακόλουθους κυρίως λόγους :
1. Εξασφαλίζει μεγαλύτερη συμμετοχή στους πολίτες οι οποίοι μπορούν να διατυπώνουν τη γνώμη τους για τα ευρωπαϊκά θέματα. Η υιοθέτηση της «πρωτοβουλίας των πολιτών», δηλαδή η δυνατότητα ένα εκατομμύριο Ευρωπαίοι πολίτες «να μπορούν να ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλλει νέα πρόταση σε ένα συγκεκριμένο τομέα πολιτικής».
2. Η υιοθέτηση του συστήματος της διττής πλειοψηφίας. Με βάση το νέο σύστημα λήψης των αποφάσεων η Ε.Ε καθίσταται αποτελεσματικότερη. Η λήψη μιας απόφασης θα πρέπει να συγκεντρώνει το 55% των ψήφων των κρατών – μελών τα οποία όμως θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν το 65% του πληθυσμού της Ε.Ε.
3. Η Ε.Ε με τη Σ.τ.Λ. διαθέτει ενιαία νομική προσωπικότητα και έτσι ενισχύεται η διαπραγματευτική θέση της και η παρουσία της στη διεθνή σκηνή. Ταυτόχρονα με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Ύπατου Εκπροσώπου για τις Εξωτερικές Υποθέσεις και την Πολιτική Ασφάλειας ενισχύεται η παρουσία της Ένωσης στην παγκόσμια σκηνή και εξασφαλίζεται η συνοχή των δράσεων της στο επίπεδο των διεθνών – διπλωματικών ενεργειών και δράσεων.
4. Σημαντική και σπουδαία εξέλιξη στην προώθηση των αξιών της Ένωσης αποτελεί «η ενσωμάτωση του Χάρτη των Θεμελιωδών Θεμάτων» στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Η Σ.τ.Λ. καθιστά δεσμευτικές τις διατάξεις του χάρτη αναφορικά με τα αστικά, τα πολιτικά, τα οικονομικά και τα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών. Επίσης διατηρούνται αναβαθμισμένες «οι τέσσερες ελευθερίες» των ευρωπαίων πολιτών : πολιτική, οικονομική, αστική, κοινωνική ελευθερία.
5. Η Σ.τ.Λ. υιοθετεί και τη «ρήτρα αλληλεγγύης» μεταξύ των κρατών – μελών, με βάση την οποία αν μια χώρα – μέλος της Ε.Ε δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπιστική καταστροφή, τότε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης πρέπει να ενεργούν από κοινού προσφέροντας στήριξη και βοήθεια.
Η «ρήτρα αλληλεγγύης» ενεργοποιείται και στις περιπτώσεις ανθρωπιστικών κρίσεων. Στο πλαίσιο αυτό το Συμβούλιο Κορυφής της 24-10-2014 αποφάσισε τη λήψη γενναίων μέτρων για την αντιμετώπιση του ΕΜΠΟΛΑ, με τη χρηματοδότηση των χωρών της Αφρικής που έχουν πληγεί από τον θανατηφόρο ιό και ορίστηκε ο Κύπριος Επίτροπος συντονιστής του σχετικού προγράμματος δράσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με τις σχετικές προϋποθέσεις που επισημαίνονται η Σ.τ Λ. θα διευκολύνει την Ε.Ε. για να πραγματοποιήσει και επιπλέον αλλαγές, για να προσφέρει στους Ευρωπαίους πολίτες μεγαλύτερη ασφάλεια, οικονομική ανάπτυξη και ευημερία – αυξάνοντας παράλληλα (και ταυτόχρονα) τις ευκαιρίες συμμετοχής τους στη διαμόρφωση της νέας Ευρώπης, της «επόμενης Ευρώπης» που θα αποτελεί και μια νέου τύπου «ομοσπονδιακή ένωση».
Ζ. ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΕΥΟΙΩΝΟ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ
Όπως είναι γνωστό μέχρι την εκδήλωση της διπλής παγκόσμιας κρίσης : κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και κρίση χρέους στην Ευρωζώνη η ΟΝΕ (Ευρωπαϊκή ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ) στο πλαίσιο της Ε.Ε « δεν διέθετε μια ολοκληρωμένη ισχυρή και θεσμική καταχρωμένη δομή οικονομικής διακυβέρνησης»8.
Η διαχείριση της κρίσης στο επίπεδο της Ε.Ε. δυσχεράνθηκε – κατά τη γνώμη μας – και από το γεγονός ότι με βάση τη νέα Συνθήκη της Λισαβόνας, «ένα όργανο χωρίς (άμεση) δημοκρατική νομιμοποίηση, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα μπορούσε να ελέγχει και έμμεσα να επιβάλει αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική ενός κράτους – μέλους, δηλαδή να υποκαθιστά το εθνικό κοινοβούλιο, το οποίο εκφράζει τη βούληση των πολιτών ενός κράτους – μέλους»9.
Η Ε.Ε. υποχρεώθηκε να ακολουθεί – ουσιαστικά – να ταυτίζεται – με τις επιθυμίες και αποφάσεις της Γερμανίας και των ηγετών της. Η πολιτική της μακροπρόθεσμης δημοσιονομικής εξυγίανσης, που ουσιαστικά ταυτίζεται με τη λιτότητα σε βάρος της μέγιστης πλειοψηφίας των εργαζόμενων – φορολογουμένων πρέπει να διαφοροποιηθεί το ταχύτερο και πρέπει στο πλαίσιο μιας εξισορροπημένης οικονομικής πολιτικής να ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο μέτρα που θα ενισχύουν την οικονομία από την πλευρά της ζήτησης (αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος, μείωση φορολογίας και τιμών), θα αιμοδοτήσουν την ανάπτυξη (διοχέτευση ρευστότητας στις επιχειρήσεις, ρυθμίσεις οφειλών, ενίσχυση επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα και επιτάχυνση του ρυθμού των δημοσίων επενδύσεων).
Η Ε.Ε. πολλές φορές καθυστερεί, λόγω διαφόρων σκοπιμοτήτων να λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση των δυσκολιών και των προβλημάτων των αδύναμων ή και υπερχρεωμένων κρατών – μελών της. Σήμερα τα 18 από τα 28 κράτη – μέλη της Ε.Ε έχουν κοινό νόμισμα, το ευρώ, αλλά η «διακυβέρνηση» του ευρώ δεν είναι ούτε αποτελεσματική ούτε νομιμοποιημένη, ειδικά στα μάτια εκείνων από τους οποίους ζητείται να υπομείνουν μια μακρά και επίπονη διαδικασία προσαρμογής, αλλά και επιτυχούς συνολικής ευρωπαϊκής ενοποίησης – ολοκλήρωσης.

Τα προβλήματα δεν θα ξεπεραστούν εάν τα πλεονεκτήματα της Συνθήκης της Λισαβόνας δεν αξιοποιηθούν άμεσα προς την κατεύθυνση να επιδιωχθεί η δραστική μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισαβόνας, με βάση τα μέχρι σήμερα συμπεράσματα από την εφαρμογή της.
Ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου BERGGRUEN (Συμβούλιο Διακυβέρνησης για το Μέλλον της Ευρώπης) Nicolas Berggrouen, μαζί με το σύμβουλό του Nathan Gardels, παρουσιάζοντας τα συμπεράσματα μιας έρευνας που έγινε από μια Ομάδα διαπρεπών ευρωπαίων πολιτικών και επιστημόνων τονίζουν με έμφαση : « Η επόμενη Ευρώπη» πρέπει να μετεξελιχθεί σε μια ειλικρινή και γνήσια Ομοσπονδιακή Ένωση και «Η ίδρυσή της πρέπει να αποτελεί μια λαϊκή εντολή»10.
Και προσθέτουν ότι : «Μέχρις ότου αυτά τα όργανα αποκτήσουν νομιμοποίηση μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών και μετατρέψουν την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια πραγματική Ομοσπονδιακή Ένωση, με κοινή δημοσιονομική και οικονομική πολιτική που θα συμπληρώνουν το κοινό νόμισμα, η Ευρώπη θα πρέπει να ανησυχεί για το μέλλον της όσο και κατά το παρελθόν και θα συνεχίζει να βλέπει το κοινωνικό μοντέλο της χτυπημένο από τις θύελλες μιας ολοένα και πιο ανταγωνιστικής παγκόσμιας οικονομίας»11

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΤΤΑΛΙΔΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ : Η Συνθήκη της Λισαβόνας και η Κύπρος, Ιούλιος 2008 (Ευρωπαϊκή πρόκληση)
ΒΑΛΗΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ – ΚΑΖΑΚΟΣ ΠΑΥΛΟΣ – ΜΑΡΑΒΕΓΙΑΣ ΝΑΠΟΛΕΩΝ : Η έξοδος από την κρίση, Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ 2014
BERGGRUEN ΝICOLAS : Η Επόμενη Ευρώπη, (Άρθρο) περιοδικό FOREIGN AFFAIRS (The Hellenic Edition) Αύγουστος / Σεπτέμβριος 2013
ΓΟΥΛΙΑΜΟΣ ΚΩΣΤΑΣ : Το Τερατώδες Είδωλο της Ευρώπης, Εκδόσεις «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ» Αθήνα 2014
GARDELS NATHAN : Η Επόμενη Ευρώπη, (Άρθρο) περιοδικό FOREIGN AFFAIRS (The Hellenic Edition) Αύγουστος / Σεπτέμβριος 2013
ΖΑΧΑΡΗΣ ΗΛΙΑΣ : Η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Mια νέα Συνθήκη για μια αποτελεσματικότερη Ένωση ? Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Τμήμα Διεθνών και Μακεδονικών Σπουδών
ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ Κ.Π: Η Συνθήκη της Λισαβόνας, Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, ΑΘΗΝΑ 2010
ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ Ρ. ΕΥΓΕΝΙΑ : Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Β΄ Έκδοση, ΑΘΗΝΑ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2013
ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ ΛΟΥΚΑΣ : Η Δυστυχής Ένωση, Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, ΑΘΗΝΑ 2014
ΦΕΦΕΣ ΜΙΧΑΛΗΣ : Συνοπτικά οι στόχοι της Συνθήκης της Λισαβόνας, Μέλους ΣΕΠ ΔΕΟ 10 του ΕΑΠ
Δ.Ν. ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ, Μ.Ι. ΤΣΙΝΙΣΙΖΕΛΗΣ, Κ. ΥΦΑΝΤΗΣ, Σ. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, Δ.Κ. ΞΕΝΑΚΗΣ : Ευρωπαϊκή Πολιτεία , Η τέχνη της συνδιάθεσης, Εκδόσεις ΣΑΒΒΑΛΑΣ 2009
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ : Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εκδόσεις ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2011

ΝΑΤΑΣΑ Γ.ΠΕΤΡΟΥΛΊΑ
ΑΘΗΝΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014

ΣτΕ.Ολ 2192/2014

Αντισυνταγματικότητα περικοπών στις αποδοχές και συντάξεις στρατιωτικών ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας -.

Εγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως των Ενώσεων Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας κατά αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και ακυρώθηκε η απόφαση αυτή καθ΄ό μέρος αφορά την αναδρομική από 1-8-2012 μείωση των συντάξεων των αποστράτων αξιωματικών και ανθυπασπιστών των ενόπλων δυνάμεων, συνεπεία της οποίας υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν εισπραχθείσες συντάξιμες αποδοχές ως αχρεωστήτως καταβληθείσες (βλ. και ΣτΕ.Ολ 2193-6/2014).
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση….
Για να δικάσει την από ..2013 αίτηση:

των: 1) Ενώσεως Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού (Ε.Α.Α.Σ.),
κατά του Υπουργού Οικονομικών
Στη δίκη παρεμβαίνει ο …, Πλωτάρχης του Πολεμικού Ναυτικού σε αποστρατεία, κατοίκου Αθηνών (…), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι εγκρίνει την άσκηση του ενδίκου μέσου.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από …2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: 1) η υπ’ αριθμ……2012 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, 2)…..2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας,….

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους των αιτούντων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο..

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου με την από …-2013 πράξη του Προέδρου της λόγω σπουδαιότητας, ζητείται η ακύρωση: (α) της υπ΄ αριθμ……2012 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ ….2012), με τίτλο “Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α’/12-11-2012)”, καθ’ ο μέρος δι αυτής καθορίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των “αχρεωστήτως καταβληθέντων” ποσών συντάξεων στους απόστρατους στρατιωτικούς των ενόπλων δυνάμεων, που προέκυψαν από την αναδρομική, από 1-8-2012, μείωση των αποδοχών των ενεργεία στρατιωτικών, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 31 – 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και (β) της υπ΄αριθμ. οικ. 2/85127/0022/22.11.2012 πράξεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με θέμα “Κοινοποίηση Μισθολογικών Διατάξεων”, καθ’ ο μέρος δι’ αυτής κοινοποιήθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες, μεταξύ άλλων, η διάταξη της περιπτώσεως 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία αφορά στην κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας.

3. Επειδή, η ανωτέρω υπό στοιχ. β προσβαλλόμενη πράξη, όπως προκύπτει εκ του περιεχομένου της, αποτελεί απλή ερμηνευτική εγκύκλιο, με την οποία παρέχονται οδηγίες και διευκρινήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες για τον τρόπο εφαρμογής των μισθολογικού χαρακτήρα διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η διάταξη της περίπτωση 1, η οποία αναφέρεται στην κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας του προσωπικού του δημοσίου τομέα. Επομένως, η πράξη αυτή καθ΄ό μέρος αφορά στην κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας στερείται εκτελεστότητας και απαραδέκτως προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση η οποία, κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθεί. (βλ. ΣτΕ 668/2012 Ολ., 614/2009, 28/2008, 2817-9/2007 κ.ά.).

4. Επειδή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1171/1972 “Περί Ενώσεων Αποστράτων Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων” (Α’ 82) οι αιτούσες ενώσεις αποστράτων αξιωματικών των τριών κλάδων των ενόπλων δυνάμεων (Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας), που αποτελούν, κατά την διάταξη του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, έχουν, μεταξύ άλλων, ως καταστατικό σκοπό την επιμέλεια των συμφερόντων και την παρακολούθηση και διεκπεραίωση των γενικών ζητημάτων των μελών τους (περ. γ). Επικαλούνται δε προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους, ότι με τις διατάξεις των περιπτώσεων 31 – 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 επέρχονται σημαντικές μειώσεις των αποδοχών των εν ενεργεία στρατιωτικών, οι οποίες, δυνάμει του άρθρου 34 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ.169/2007, Α΄210), έχουν ως συνέπεια αντίστοιχη αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών των μελών τους, των αποστράτων δηλαδή αξιωματικών και ανθυπασπιστών και των προστατευομένων μελών των οικογενειών τους. Ενόψει των ανωτέρω, οι αιτούσες ενώσεις μετ’ εννόμου συμφέροντος ζητούν την ακύρωση της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως, καθ ό μέρος δι αυτής καθορίζεται ο χρόνος και τρόπος επιστροφής των “αχρεωστήτως καταβληθέντων” ποσών συντάξεων των, κατά το άρθρο 3 του ν. 1171/1972 μελών τους, που προέκυψαν από την αναδρομική, από 1-8-2012, μείωση των αποδοχών των εν ενεργεία στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων. Αντιθέτως, απαραδέκτως, ασκείται η υπό κρίση αίτηση από το Συντονιστικό Συμβούλιο των Ενώσεων Αποστράτων Αξιωματικών, το οποίο, συγκροτούμενο δι΄αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής ʼμυνας αποτελείται εκ των Προέδρων των Διοικητικών Συμβουλίων και των διευθυνόντων συμβούλων των τριών Ενώσεων, διότι κατά το άρθρο 13 του ν. 1171/1972, το συλλογικό όργανο αυτό έχει ως σκοπό τον συντονισμό της δραστηριότητας των ενώσεων, όχι δε και την προάσπιση των συμφερόντων των αποστράτων στρατιωτικών, οι οποίοι δεν αποτελούν μέλη του Συντονιστικού Συμβουλίου αλλά των αντιστοίχων Ενώσεων. Περαιτέρω, οι αιτούσες ενώσεις αποστράτων παραδεκτώς ομοδικούν, διότι προβάλλουν κοινούς λόγους ακυρώσεως που ερείδονται στην αυτή πραγματική και νομική βάση.

5. Επειδή, με το από …-2013 δικόγραφο ο …, Πλωτάρχης του Πολεμικού Ναυτικού σε αποστρατεία και μέλος της αντιστοίχου Ενώσεως Αποστράτων Αξιωματικών Ναυτικού παρεμβαίνει στη δίκη ζητώντας την ακύρωση των προσβαλλομένων με την υπό κρίση αίτηση πράξεων. Σύμφωνα, όμως, με την διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 του π.δ.18/1989 (Α΄8), η οποία δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική διάταξη και αρχή ή στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (εφεξής Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), παρέμβαση επιτρέπεται μόνον υπέρ του κύρους προσβαλλομένης με αίτηση ακυρώσεως πράξεως (βλ. ΣτΕ 415/2011 Ολ., 3090/2012, 2821/1999 κ.ά). Επομένως, η ανωτέρω παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Εξάλλου, η παρέμβαση αυτή δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στην διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67). Και τούτο διότι, ναι μεν, κατά την εν λόγω διάταξη, σε δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ή της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία τίθεται ζήτημα αν διάταξη νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον, σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης, στην οποία είναι διάδικοι (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 1545/2008, 3177/2007, 3670/2006). Στην προκειμένη περίπτωση ο Παναγιώτης Σταμάτης δεν ισχυρίζεται ότι είναι διάδικος σε άλλη εκκρεμή δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή διοικητικού δικαστηρίου, στην οποία τίθεται ομοίως το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων των περιπτώσεων 31 – 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Συνεπώς, η ανωτέρω παρέμβαση δεν είναι παραδεκτή ούτε υπό την εκδοχή ότι ασκείται με βάση το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (βλ. ΣτΕ 1664/2011 Ολ.).

6. Επειδή, κατ΄εξουσιοδότηση της διατάξεως της περιπτώσεως 37 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράγου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ. αριθμ. …2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017), με την οποία, όπως έχει εκτεθεί, καθορίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των ποσών που προέκυψαν από την αναδρομική μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων βάσει “ειδικών” μισθολογίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το μισθολόγιο των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Ειδικότερα, η απόφαση αυτή ορίζει ότι: «1. Τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση των αποδοχών και συντάξεων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων 13 έως 36 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α/12-11-2012) και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυτού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μισθοδοσία … του μηνός Ιανουαρίου 2013, παρακρατούνται από τη μισθοδοσία ή σύνταξη των μηνών Ιανουαρίου έως Δεκεμβρίου 2013, ως εξής: (α) για ποσά μέχρι εκατό ευρώ (€100) εφάπαξ, (β) για ποσά μέχρι διακόσια πενήντα ευρώ (€ 250) σε δύο ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (γ) για ποσά μέχρι πεντακόσια ευρώ (€ 500) σε τρεις ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (δ) για ποσά μέχρι επτακόσια πενήντα ευρώ (€ 750) σε τέσσερις ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (ε) για ποσά μέχρι χίλια ευρώ (€ 1.000) σε πέντε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (στ) για ποσά μέχρι χίλια πεντακόσια ευρώ (€ 1.500) σε έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (ζ) για ποσά μέχρι δύο χιλιάδες ευρώ (€ 2.000) σε επτά ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (η) για ποσά μέχρι δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€2.500) σε οκτώ ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (θ) για ποσά μέχρι τρεις χιλιάδες ευρώ (€ 3.000) σε εννιά ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (ι) για ποσά μέχρι τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€ 4.000) σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (ια) για ποσά μέχρι πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) σε έντεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις (ιβ) για ποσά άνω των πέντε χιλιάδων ευρώ (€ 5.000) σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις καταληκτική ημερομηνία για την παρακράτηση των οφειλόμενων ποσών είναι η 31−12−2013 …”. Όπως προκύπτει εκ του περιεχομένου της, με τις διατάξεις της υπουργικής αυτής αποφάσεως καθορίσθηκε ο αριθμός των δόσεων για την παρακράτηση από τη μισθοδοσία του έτους 2013 των αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την αναδρομική μείωση των αποδοχών, μεταξύ άλλων, των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας κατ΄εφαρμογή των περιπτώσεων 31-33, οι οποίες αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1ης Αυγούστου 2012 έως και την εφαρμογή του νόμου αυτού από τις αρμόδιες προς τούτο υπηρεσίες, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μισθοδοσία του μηνός Ιανουαρίου 2013. Με το περιεχόμενο αυτό, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, εξειδικεύοντας τις προαναφερόμενες διατάξεις συνιστά κατ’ ουσίαν πράξη εφαρμογής τους, τόσο καθ’ ο μέρος αφορά τη μείωση των αποδοχών των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων που επήλθε με τις διατάξεις των περιπτώσεων 31-33, όσο και κατά το μέρος που αφορά την υποχρέωση επιστροφής των αποδοχών και των συντάξεων που είχαν ήδη καταβληθεί σε αυτούς και τους απόστρατους στρατιωτικούς και χαρακτηρίζονται από τον κανονιστικό νομοθέτη ως «αχρεωστήτως καταβληθείσες», την οποία προβλέπει η διάταξη της περιπτώσεως 37. Εκ τούτου παρέπεται ότι τυχόν ανίσχυρο των ανωτέρω διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του ν. 4093/2012, καθιστά μη νόμιμες και ακυρωτέες τις ρυθμίσεις της προσβαλλομένης κανονιστικής αποφάσεως που στηρίζονται σ’ αυτές. Ως εκ τούτου οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η μείωση των αποδοχών των εν ενεργεία στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων που επήλθε με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 αντίκειται στο Σύνταγμα και στην Ε.Σ.Δ.Α., και ότι ανεξαρτήτως αυτού, αντίθετη στο Σύνταγμα και στην Ε.Σ.Δ.Α. είναι και η ρήτρα αναδρομικότητας που περιλαμβάνεται στις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012 και στην προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, η οποία, κατ΄ακολουθίαν τούτων, είναι παράνομη και ακυρωτέα κατά το μέρος που αφορά τους αιτούντες, είναι παραδεκτοί και πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω (πρβλ. ΣτΕ 2528/2013,
1972/2012, 668/2012 κ.α.). Αντιθέτως, ο λόγος ακυρώσεως περί αντισυνταγματικότητας της καταργήσεως των επιδομάτων εορτών και αδείας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, συνίσταται στον οριζόντιο χαρακτήρα του μέτρου και στην παράλειψη προστασίας των χαμηλοσυνταξιούχων, προβάλλεται απαραδέκτως, διότι αφορά στη ρύθμιση της περιπτώσεως 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία δεν έχει εξειδικευθεί με την παραδεκτώς προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, όπως έχει ήδη εκτεθεί, καθορίσθηκε η διαδικασία επιστροφής των ποσών που προέκυψαν από την αναδρομική περικοπή των αποδοχών των μισθοδοτουμένων βάσει ειδικών μισθολογίων, κατ΄εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων 37 και 13 -36 της ίδιας υποπαραγράφου (βλ. ΣτΕ 668/2012 Ολ., ΣτΕ 96/2009, 3266/2008, 372, 373/2005, 1095/2001, 1792, 1793/1997, 2112/1984 κ.α.).

7. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 45 ορίζει ότι: “Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας, που τη διοίκησή τους ασκεί η Κυβέρνηση, όπως νόμος ορίζει. Απονέμει επίσης τους βαθμούς σε όσους υπηρετούν σ΄αυτές, όπως νόμος ορίζει”. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ.2 του Συντάγματος “… Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ΄αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας …”, ενώ με το άρθρο 29 παρ.3 αυτού “Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας …”.

8. Επειδή σε εκτέλεση της πρώτης από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος εκδόθηκαν, αρχικώς, ο ν. 660/1977 (Α΄218), ακολούθως δε, ο ν. 2292/1995 (Α΄35), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει (βλ. ν. 2984/2002, Α΄15, και ν.3833/2010,Α΄167), με τις διατάξεις των οποίων ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα διάρθρωσης και διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του άρθρου 1 του ν. 2292/1995, η εθνική άμυνα “περιλαμβάνει το σύνολο των λειτουργιών και δραστηριοτήτων, που αναπτύσσονται από το Κράτος, με σκοπό την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας και της ασφάλειας των πολιτών εναντίον οποιασδήποτε εξωτερικής επίθεσης ή απειλής, καθώς και την υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων” (παρ. 1). Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι “η ευθύνη για την άμυνα της χώρας ανήκει στην κυβέρνηση, η οποία καθορίζει την πολιτική εθνικής άμυνας και ασκεί, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Συντάγματος, τη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων δια του Υπουργού Εθνικής ʼμυνας” (παρ. 2), ότι η αρμοδιότητα για τη λήψη αποφάσεων σε ζητήματα που αφορούν την άσκηση της εθνικής αμυντικής πολιτικής και γενικά την εθνική άμυνα της χώρας ανήκει στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και ʼμυνας (ΚΥ.ΣΕ.Α.) (παρ. 3) και ότι “για την εφαρμογή της πολιτικής αυτής, η κυβέρνηση «διαθέτει» το Υπουργείο Εθνικής ʼμυνας (ΥΠ.ΕΘ.Α) και τις υπαγόμενες σε αυτό ένοπλες δυνάμεις (Ε.Δ.)της χώρας: Στρατό Ξηράς, Πολεμικό Ναυτικό, Πολεμική Αεροπορία”, καθώς και όλα τα υπόλοιπα «υπουργεία, δυνάμεις παλλαϊκής αμύνας,σώματα, οργανισμούς και υπηρεσίες», που μπορούν να συμβάλουν με οποιονδήποτε τρόπο στην άμυνα της χώρας (παρ. 4). Περαιτέρω, οι βασικές ρυθμίσεις για την κατάσταση των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων περιλαμβάνονται στο ν.δ/γμα 1400/1973 (Α΄ 114), το οποίο περιέχει, επιπλέον, και πειθαρχικού δικαίου διατάξεις. Το νομοθετικό αυτό διάταγμα, οι διατάξεις του οποίου “ισχύουν δια τους μονίμους εν ενεργεία αξιωματικούς, δια δε τους λοιπούς όπου και όπως τούτο ορίζεται ειδικώς δια του παρόντος” (άρθρο 3), ορίζει στο άρθρο 4 ότι σε βάρος των αξιωματικών επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές, οι οποίες “διακρίνονται εις συνήθεις και εις καταστατικάς”. Οι συνήθεις συνιστούν “ηθικήν κύρωσιν ή περιορισμόν της ελευθερίας του παραβάτου αξιωματικού” (επίπληξη, περιορισμός, κράτηση και φυλάκιση) “και επιβάλλονται συμφώνως προς τας διατάξεις των σχετικών Κανονισμών”, ενώ ως καταστατικές χαρακτηρίζονται “οι επιβαλλόμενες δια πειθαρχικά παραπτώματα προβλεπόμενα υπό του παρόντος”, επισύρουν δε ποινή πρόσκαιρης παύσης, προσωρινής απόλυσης, απόταξης και αποβολής. Με τις διατάξεις του άρθρου 63 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, καθορίζονται οι γενικές υποχρεώσεις των αξιωματικών, η παράβαση των οποίων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο, αναλόγως της βαρύτητάς του, επισύρει μία εκ των, κατά τα ανωτέρω, προβλεπομένων καταστατικών ποινών. Στην παρ. 3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι στους εν ενεργεία αξιωματικούς απαγορεύεται “η επ’ αμοιβή άσκησις ιδιωτικού έργου ή εργασίας, ή άσκησις παντός βιοποριστικού επαγγέλματος” και η “συμμετοχή εις συνεταιρισμούς επιδιώκοντας κερδοσκοπικούς σκοπούς” επιτρεπομένης, κατ’ εξαίρεση, της κατόπιν αδείας του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων συμμετοχής “εις Συνδέσμους, Σωματεία, Ιδρύματα κ.λ.π. έχοντα σκοπούς επιστημονικούς, μορφωτικούς ή εκπολιτιστικούς”. Με τις διατάξεις του άρθρου 64, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 1 του ν. 3257/2004 (Α΄ 143), επιβάλλεται σε βάρος των μονίμων αξιωματικών υποχρέωση παραμονής τους στο στράτευμα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Όπως προβλέπεται, ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές, “οι απόφοιτοι από τα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι.) και τη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.) αναλαμβάνουν από την ονομασία τους….υποχρέωση παραμονής στις Ένοπλες Δυνάμεις (Ε.Δ.) για χρόνο διπλάσιο των ετών φοίτησης τους” (παρ. 1 και 4), ενώ “όσοι κατατάσσονται απευθείας ύστερα από διαγωνισμό στις Ε.Δ. ως αξιωματικοί αναλαμβάνουν υποχρέωση παραμονής για έξι έτη από την ονομασία τους ως αξιωματικών” (παρ. 2). Αντίστοιχες υποχρεώσεις προβλέπονται για όσους αποστέλλονται στο εξωτερικό για εκπαίδευση ή λαμβάνουν εκπαιδευτική άδεια για το εσωτερικό ή το εξωτερικό (παρ. 3, 6 και 8), για όσους αποφοιτούν από τεχνικές στρατιωτικές σχολές και αποκτούν πτυχίο που τους παρέχει την δυνατότητα λήψεως άδειας άσκησης επαγγέλματος (παρ. 5), καθώς και για τους αξιωματικούς του υγειονομικού σώματος, που αποκτούν με μέριμνα της υπηρεσίας εξειδίκευση, για τους οποίους προβλέπεται υποχρεωτική παραμονή στο σώμα για πενταετία (παρ. 7). Προβλέπεται, συναφώς, ότι, εξαιρουμένων όσων εξέρχονται από το στράτευμα για λόγους υγείας, “όσοι εξέρχονται … λόγω παραίτησης ή απόταξης ή λόγω υποβολής ειδικής έκθεσης αποστρατείας, … υποχρεούνται να καταβάλουν υπέρ του δημοσίου αποζημίωση ίση με το γινόμενο του βασικού μισθού του κατεχόμενου βαθμού επί τους υπολειπόμενους μήνες υποχρέωσης παραμονής στο στράτευμα”, ενώ “όσοι αποχωρούν με αίτησή τους πριν από την εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεών τους και έχουν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό υποχρεούνται να καταβάλουν εκτός από την ανωτέρω αποζημίωση και τη δαπάνη της εκπαίδευσής τους” (παρ. 16 και 17). Εξάλλου, κατ’ εξουσιοδότηση, αρχικώς μεν, του άρθρου 5 του ν. 660/1977, εν συνεχεία δε, του ταυτάριθμου άρθρου του ν. 2292/1995, εκδόθηκαν, ανά κλάδο ενόπλων δυνάμεων, στρατιωτικοί κανονισμοί, οι οποίοι περιέλαβαν και εξειδίκευσαν τις αντιστοίχου περιεχομένου ρυθμίσεις του ν.δ/τος 1400/1973. Ο χρονικώς προγενέστερος από τους κανονισμούς αυτούς είναι ο “Γενικός Κανονισμός Υπηρεσίας στο Στρατό”, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 130/1984 (Α΄ 42). Με τις διατάξεις του καθορίζονται οι στρατιωτικές αρετές (φιλοπατρία, ανδρεία, στρατιωτικό πνεύμα κ.α.) και ορίζεται ότι “η πειθαρχία είναι η βασική στρατιωτική αρετή και η πρωταρχική δύναμη που διατηρεί σε συνοχή το Στρατό” (άρθρο 2). Προβλέπεται ότι “Ο στρατός έχει ιεραρχική δομή”, ότι “η στρατιωτική ιεραρχία περιλαμβάνει την ιεραρχία των βαθμών και την ιεραρχία των καθηκόντων” (κλίμακας διοίκησης), ότι ” η ιεραρχία των καθηκόντων ευρίσκεται σε αρμονία με την ιεραρχία των βαθμών” (άρθρο 7), ότι σε περίπτωση ομοιόβαθμων “οι πιο νέοι πρέπει να υπακούουν στον αρχαιότερό τους, σαν να ήταν ανώτερός τους στο βαθμό” (άρθρο 8), ότι η έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των στρατιωτικών είναι ανάλογη της διοίκησης που ασκούν, καθώς και ότι η διοίκηση παρέχει εξουσία και “δύναμη επιβολής της υπακοής”, της άνευ, δηλαδή, σχολίων και κρίσεων εκτελέσεως των διαταγών ή εντολών του διοικητή (άρθρο 9). Προβλέπεται, συναφώς, ότι “κάθε κατώτερος οφείλει να υπακούει στους ανώτερούς του και να εκτελεί χωρίς αντιλογία τις διαταγές τους που αφορούν την εφαρμογή των Στρατιωτικών Νόμων, των Κανονισμών και των Διαταγών της υπηρεσίας. Η υπακοή αυτή λέγεται πειθαρχία. Η πειθαρχία είναι η κύρια δύναμη του Στρατού, εφαρμόζεται σε όλους γενικά, χωρίς διάκριση βαθμού ή θέσεως. Προσδιορίζει το καθήκον καθενός και δεν επιτρέπει την αποδιοργάνωση του Στρατού” (άρθρο 10). Με τις ίδιες διατάξεις καθορίζονται οι υποχρεώσεις των στρατιωτικών κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον που καθορίζεται από το ν.δ/γμα 1400/1973, καθώς και τα καθήκοντά τους κατά τη μάχη, ενώ ειδικά καθήκοντα προβλέπονται, περαιτέρω, για τους αιχμαλώτους (άρθρο 14). Καθορίζονται, επίσης, οι γενικοί κανόνες συμπεριφοράς εκτός υπηρεσίας, η μη τήρηση των οποίων αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα (άρθρο 24).Με τον κανονισμό επαναλαμβάνεται η συνταγματική απαγόρευση των πολιτικών εκδηλώσεων, η οποία επεκτείνεται, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, και στους κληρωτούς, ενώ ορίζεται ότι “οι στρατιωτικοί έχουν δικαίωμα να εκφράζουν γραπτά τις απόψεις τους και να δημοσιεύουν κείμενα καθαρά επιστημονικού, πολιτιστικού ή λογοτεχνικού περιεχομένου. Δεν μπορούν όμως να κάνουν το ίδιο για ζητήματα πολιτικού ή κομματικού περιεχομένου ούτε να κάνουν δηλώσεις στα μέσα μαζικής ενημερώσεως χωρίς άδεια του Υπουργού Εθνικής ʼμυνας”. Ορίζεται, περαιτέρω, ότι “Απαγορεύεται στους Αξιωματικούς, Υπαξιωματικούς και Ανθυπασπιστές, να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα ή να ασχολούνται με οποιαδήποτε αμειβόμενη εργασία”, καθορίζονται δε οι εξαιρέσεις από τον απαγορευτικό αυτό κανόνα σε αντιστοιχία με τις οικείες προβλέψεις του ν.δ/τος 1400/1973 (άρθρο 25). Αντίστοιχου περιεχομένου στρατιωτικοί κανονισμοί έχουν εγκριθεί, εξάλλου, τόσο για το πολεμικό ναυτικό (π.δ/γμα 210/1993 “Διατάξεις Πολεμικού Ναυτικού», Α΄ 89), όσο και για την πολεμική αεροπορία (π.δ/γμα 60/2009 «Κανονισμός Πειθαρχίας Πολεμικής Αεροπορίας», Α΄ 83). Τέλος, κανόνες για τις υπηρεσιακές μεταβολές (τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις κ.λπ.), την αξιολόγηση, την υπηρεσιακή και ιεραρχική εξέλιξη και την πειθαρχική ευθύνη των μονίμων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων περιελήφθησαν και στον ν. 3883/2010 (Α΄167) με τον οποίο καταργήθηκαν οι διατάξεις του προγενέστερου ν. 2439/1996 (Α΄219). Για δε τα εγκλήματα που διαπράττουν, οι εν ενεργεία στρατιωτικοί υπάγονται, κατ’ αρχήν, στη δικαιοδοσία των ειδικών ποινικών δικαστηρίων του άρθρου 96 παρ. 4 περ. α΄ του Συντάγματος (στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία), ενώ για τους στρατιωτικούς τυγχάνουν περαιτέρω, εφαρμογής και οι διατάξεις του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2287/1995 (Α΄ 20) Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, με τις διατάξεις του οποίου καθιερώνονται ειδικά στρατιωτικά εγκλήματα.

9. Επειδή με τις διατάξεις του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) συνεστήθη η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.), ως ενιαίο σώμα ασφαλείας, το οποίο, “μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων έχει ως αποστολή: α. Να κατοχυρώνει και να διατηρεί τη δημόσια τάξη β. Να προστατεύει τη δημόσια και κρατική ασφάλεια γ. Να εξασφαλίζει την πολιτική άμυνα της χώρας δ. Να συμμετέχει στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις” (άρθρα 1 και 3). Η νεοσυσταθείσα ΕΛ.ΑΣ. υπήχθη, στον απευθείας έλεγχο της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, μέσω της υπαγωγής της διοικήσεως του σώματος στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου (άρθρο 2). Ακολούθησε ο ν. 2800/2000 (Α΄ 41), με τις διατάξεις του οποίου επήλθαν ευρείας εκτάσεως τροποποιήσεις του ν. 1481/1984, η βασικότερη εκ των οποίων συνίσταται στη σύσταση Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (άρθρο 11), οργανωτική μεταβολή, η οποία κατέστη επιβεβλημένη για την ενίσχυση της επιχειρησιακής και λειτουργικής αυτονομίας της (βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 2800/2000). Με τις νεότερες διατάξεις προβλέπεται, ρητώς, ότι “η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους… Το αστυνομικό προσωπικό της έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς της κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους”. Προβλέπεται, περαιτέρω, ότι “Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους”, καθώς και ότι το ένστολο προσωπικό “εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα” και “δύναται να εκπαιδεύεται στις σχολές και τα κέντρα εκπαίδευσης των ενόπλων δυνάμεων (άρθρο 9). Ορίζεται, περαιτέρω, ότι “Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφαλείας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος, και έχει ως αποστολή: α) Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β) Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας” (άρθρο 8). Τέλος, κατά τρόπο ανάλογο με τις αντιστοίχου περιεχομένου διατάξεις της νομοθεσίας περί ενόπλων δυνάμεων, ρυθμίζονται ζητήματα ιεραρχίας, αρχαιότητας και υπηρεσιακής καταστάσεως των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ (βλ. π.δ/γμα 24/1997,Α΄ 29) καθώς και ζητήματα πειθαρχικού δικαίου του αστυνομικού προσωπικού του σώματος (βλ. π.δ/τος 120/2008, Α΄ 182). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 3922/2011 (Α΄ 35), το Λιμενικό Σώμα, το οποίο είχε συσταθεί με το άρθρο 3 του ν. 1753/1919 (Α΄ 67), μετονομάζεται σε Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή (Λ.Σ. – ΕΛ.ΑΚΤ.) και υπάγεται στο νεοσυσταθέν Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (π.δ/γμα 184/2009, Α΄ 213). Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του ως άνω ν. 3922/2011, “το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή έχει ως αποστολή την εφαρμογή του νόμου στις περιοχές και τους χώρους στους οποίους εκτείνεται η αρμοδιότητα του. Ειδικότερα, στην αποστολή του Λιμενικού Σώματος- Ελληνικής Ακτοφυλακής περιλαμβάνονται ιδίως: α. Η εξασφάλιση της δημόσιας τάξης, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β. Η πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και ιδίως του οργανωμένου, που περιλαμβάνει την άσκηση δημόσιας και κρατικής ασφάλειας. γ Η οργάνωση όρων ασφαλούς ναυσιπλοΐας. δ. Η έρευνα και διάσωση στη θάλασσα ε. Η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος. στ. Η λήψη μέτρων για την παρακολούθηση, την άσκηση αστυνόμευσης και τον έλεγχο των θαλάσσιων συνόρων. ζ. Η διασφάλιση της τήρησης και ο έλεγχος εφαρμογής των κανόνων ναυτικής ασφάλειας στα πλοία και τις λιμενικές εγκαταστάσεις, καθώς και των όρων ασφαλούς διαχείρισης των πλοίων … η. Ο έλεγχος εφαρμογής απαιτήσεων περί προσωπικού πλοίων …” (άρθρο 2). Με τις ίδιες διατάξεις, το Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. χαρακτηρίζεται ρητώς ως “ένοπλο σώμα ασφαλείας, στρατιωτικώς οργανωμένο, το ένστολο προσωπικό του οποίου έχει την ιδιότητα του στρατιωτικού σύμφωνα με το Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (Σ.Π.Κ.). Στο προσωπικό του εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν τα άλλα ένοπλα Σώματα, εφόσον τούτο ορίζεται ειδικά από το νόμο, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 129 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος (Κ.Π.Λ.Σ.) που κυρώθηκε με το ν. 3079/2002 (ΦΕΚ 311 Α΄)”. Ορίζεται, επίσης, ότι “Οι Υπηρεσίες του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής και το προσωπικό του τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την υλοποίηση της αποστολής του” και “το στρατιωτικό προσωπικό του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής θεωρείται ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία όταν καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή του …” (άρθρο 4). Ακολούθως, με τον μεταγενέστερο ν. 4150/2013 (Α΄ 102), επιχειρείται η επανένταξη του Λ.Σ. – ΕΛ.ΑΚΤ. στην οργανωτική δομή του ανασυσταθέντος Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου (βλ. π.δ/γμα 85/2012, Α΄ 141), καθώς και η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του. Τέλος, διατάξεις για την υπηρεσιακή κατάσταση και το πειθαρχικό δίκαιο των στελεχών του Λιμενικού Σώματος, αντίστοιχες με εκείνες που ισχύουν για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, περιλαμβάνονται στον κυρωθέντα, με το άρθρο πρώτο του ν. 3079/2002, Κώδικα Προσωπικού του Λιμενικού Σώματος, ο οποίος στο άρθρο 129 ορίζει, επίσης, ότι “Το Λ.Σ. είναι στρατιωτικά συντεταγμένο Σώμα και το προσωπικό αυτού διέπεται από τις κάθε φορά ισχύουσες διατάξεις για τους Αξιωματικούς, Ανθυπασπιστές και Υπαξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού, προς τους οποίους εξομοιώνεται σε ό,τι αφορά την κατάσταση, την ποινική δωσιδικία, την πειθαρχία, το αποστρατευτικό δικαίωμα, τις αποδοχές, …”.

10. Επειδή, ιδιαίτερες, μισθολογικού χαρακτήρα, ρυθμίσεις για τους αξιωματικούς, ανθυπασπιστές και μονίμους και εθελοντές οπλίτες των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας περιελήφθησαν, αρχικώς, στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.5 του ν. 754/1978 (Α΄17). Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του ν. 1643/1986 (Α΄126) επιχειρήθηκε η αναμόρφωση του μισθολογικού καθεστώτος των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων, και των αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος και η εισαγωγή ενός μισθολογίου αποκλειστικής επ΄αυτών εφαρμογής. Εκτεταμένες αλλαγές του μισθολογίου αυτού επήλθαν με τον επακολουθήσαντα ν. 2448/1996 (Α΄279), με τις διατάξεις του οποίου καθορίσθηκε ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού και των αντιστοίχων προς αυτόν, ως βάση για τον υπολογισμό του μισθού των λοιπών βαθμών της ιεραρχίας. Με τον ίδιο νόμο χορηγήθηκαν συγκριτικώς υψηλότερες αυξήσεις στους ανώτατους αξιωματικούς, “προς ενίσχυση του κύρους του βαθμού και για την αντιστάθμιση της αυξημένης ευθύνης των καθηκόντων που τους ανατίθενται”, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του ως άνω νόμου. Παραλλήλως, επιχειρήθηκε η εκλογίκευση της επιδοματικής πολιτικής, με τη διατήρηση ορισμένων βασικών επιδομάτων (χρόνου υπηρεσίας και οικογενειακών βαρών), την αύξηση ορισμένων άλλων (εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών), τη θέσπιση νέων (επιδόματα ειδικής απασχόλησης, επιτελικής ευθύνης, έξοδα παράστασης) και την κατάργηση των υπολοίπων επιδομάτων που είχαν χορηγηθεί κατά το παρελθόν. Ακολούθησε ο ν. 3205/2003 (Α΄297), με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ζ του οποίου (άρθρα 50 και 51) τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του μισθολογίου των μονίμων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, το οποίο από της ενάρξεως ισχύος του ν. 2448/1996 είχε υποστεί διαδοχικές τροποποιήσεις. Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται ότι με τις διατάξεις του κωδικοποιούνται οι αλλαγές που επήλθαν μέχρι σήμερα και χορηγούνται επιπλέον αυξήσεις ώστε η δομή του μισθολογίου να ανταποκρίνεται καλύτερα στις σύγχρονες ανάγκες του προσωπικού του. Ειδικότερα, αυξάνονται οι βασικοί μισθοί και το επίδομα ειδικής απασχόλησης, ενώ διατηρούνται σταθερές οι υφιστάμενες σχέσεις μεταξύ των μισθών όλων των βαθμών. Για το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας αναφέρεται ότι προβλέπεται περαιτέρω αύξηση των επιδομάτων και αποζημιώσεων που συνδέονται με την παροχή πρόσθετης εργασίας, προκειμένου να εξυπηρετείται καλύτερα η εύρυθμη λειτουργία των αντίστοιχων υπηρεσιών. Με τις διατάξεις του άρθρου 50 του ως άνω ν. 3205/2003 διατηρήθηκε ως βάση υπολογισμού των αποδοχών των στελεχών αυτών ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού. Πέραν του μηνιαίου βασικού μισθού, με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ίδιου νόμου, προβλεπόταν η χορήγηση στο προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας, οικογενειακής παροχής και εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, καθώς και ειδικών επιδομάτων, συνδεομένων με την ιδιαίτερη φύση της αποστολής τους (ειδικών συνθηκών, ειδικής απασχόλησης, θέσης υψηλής ή αυξημένης ευθύνης, ευθύνης διοίκησης διεύθυνσης και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων), και εξόδων παράστασης. Με τις ίδιες διατάξεις διατηρήθηκαν, επίσης, τα ήδη χορηγούμενα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας.

11. Επειδή, από τις ανωτέρω μνημονευόμενες διατάξεις συνάγεται ότι η αποστολή των ενόπλων δυνάμεων, όπως εξειδικεύεται από τους εκτελεστικούς του άρθρου 45 του Συντάγματος νόμους, συνίσταται στη διασφάλιση της εθνικής άμυνας, έννοια στην οποία περιλαμβάνεται η διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας, η προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, η προστασία των ελλήνων πολιτών έναντι εξωτερικών επιθέσεων και απειλών και η εν γένει υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων, σκοπών, δηλαδή, που, ως εκ της φύσεώς τους, συνάπτονται άμεσα με την ίδια την κρατική υπόσταση. Έμμεση αναγνώριση της αποστολής αυτής αποτελεί, εξάλλου, και η εκ του Συντάγματος ανάθεση της αρχηγίας των ενόπλων δυνάμεων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος απονέμει τους βαθμούς στα στελέχη τους. Αντίστοιχης σπουδαιότητας είναι και η κύρια αποστολή των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας (της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής), η οποία συνίσταται στην τήρηση της δημόσιας τάξης και της κρατικής ασφάλειας και, εφόσον παραστεί ανάγκη, στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας (πρβλ. ΣτΕ 2649-2654/1987 Ολ. και ΣτΕ 4125-4139/1999,3604/1998,1132/1988 κ.ά.). Η εθνική άμυνα, η δημόσια τάξη και η κρατική ασφάλεια, ειδικότερες εκφάνσεις των οποίων αποτελεί η πρόληψη και η καταστολή του εγκλήματος, ως κατεξοχήν δημόσιες εξουσίες και εκφράσεις κυριαρχίας, αποτελούν αρμοδιότητες αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για το λόγο αυτό, η άσκηση των επιμέρους αρμοδιοτήτων που συγκροτούν την αποστολή των σωμάτων αυτών, μη δυνάμενη, κατ’ αρχήν, να παραχωρηθεί σε ιδιώτες ασκείται, μέσω των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, μόνον από το κράτος (πρβλ.ΣτΕ 1934/1998 Ολ. και ΣτΕ 1879/2012, 3946/2002). Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται περαιτέρω, ότι για την εκπλήρωση της συνταγματικής τους αποστολής, τόσο οι ένοπλες δυνάμεις όσο και τα σώματα ασφαλείας αποτελούν στρατιωτικώς οργανωμένα σώματα, με αυστηρή ιεραρχική δομή και λειτουργία, βασισμένη στην απαρέγκλιτη τήρηση των κανόνων της πειθαρχίας και της υπακοής των κατωτέρων προς τους ανωτέρους τους, οι δε υπηρετούντες σ΄αυτά δεν αποτελούν πολιτικούς, αλλά στρατιωτικούς υπαλλήλους επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι περί μονιμότητας διατάξεις του άρθρου 103 παρ.4 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 2649-2654/1987 Ολ., ΣτΕ 1132/1988, 3604/1998 κ.ά). Λόγω, εξάλλου, της ιδιαίτερα επικίνδυνης αποστολής των σωμάτων αυτών, συνεπαγόμενης εμπλοκή σε γυμνάσια και ασκήσεις, ενδεχομένως και σε πολεμικές επιχειρήσεις (στρατιωτικοί ενόπλων δυνάμεων) ή σύγκρουση με το έγκλημα (αστυνομικοί, λιμενικοί) αλλά και του χαρακτήρα των σωμάτων αυτών, ως στρατιωτικώς οργανωμένων, οι υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας τελούν υπό ιδιαίτερο εξουσιαστικό καθεστώς. Η ειδική αυτή σχέση εξουσιάσεως προς το κράτος συνεπάγεται αυξημένες υπηρεσιακές και εξωυπηρεσιακές υποχρεώσεις και δικαιολογεί τις απολύτου χαρακτήρα απαγορεύσεις της απεργίας των στρατιωτικών και των εκδηλώσεών τους υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων, που επιβάλλονται από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.2 και 29 παρ.3 του Συντάγματος, περαιτέρω δε καθιστά συνταγματικά επιτρεπτούς τους ειδικούς περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων των στρατιωτικών, οι οποίοι δεν θα ήταν ανεκτοί εάν επιβάλλονταν στους λοιπούς πολίτες, όπως του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και επαγγελματικής ελευθερίας, του δικαιώματος εκφράσεως και των δικαιωμάτων συνενώσεως και συναθροίσεως. Ειδικότερα, τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, κατά την άσκηση των ατομικών τους δικαιωμάτων, υπόκεινται, πέραν των γενικών περιορισμών που επιβάλλει ο νόμος, και σε ειδικότερους πρόσθετους περιορισμούς που δικαιολογούνται από τη φύση της σχέσης τους με το κράτος και τις απορρέουσες από τη σχέση αυτή υποχρεώσεις, εφόσον, βεβαίως, δεν οδηγούν σε κατ’ ουσία αναίρεση του αντιστοίχου δικαιώματος (βλ. ΣτΕ 1571/2010, 1680/2007, 1560/2005, 573/2005, 251/2001, 1802/1986 κ.ά.). Εξάλλου, οι κανόνες του πειθαρχικού δικαίου των στρατιωτικών καθιερώνουν ιδιαίτερα πειθαρχικά παραπτώματα, που δικαιολογούνται κατ΄αρχήν εκ της ανάγκης αποτελεσματικής ασκήσεως της αποστολής των σωμάτων αυτών και διατηρήσεως της συνοχής και της πειθαρχίας τους, τα οποία, μάλιστα, τιμωρούνται με την επιβολή πειθαρχικών ποινών περιοριστικών της ελευθερίας των παραβατών (περιορισμός, κράτηση, φυλάκιση κ.α.), ενώ περαιτέρω οι στρατιωτικοί των ενόπλων δυνάμεων και του λιμενικού σώματος υπάγονται, στη δικαιοδοσία των ειδικών ποινικών δικαστηρίων του άρθρου 96 παρ. 4 περ. α΄ του Συντάγματος και στις διατάξεις του στρατιωτικού ποινικού κώδικα, με τις οποίες καθιερώνονται ιδιαίτερα στρατιωτικά εγκλήματα, διακεκριμένα των προβλεπομένων από τις διατάξεις του κοινού ποινικού δικαίου. Τέλος, στοιχεία της υπηρεσιακής καταστάσεως των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας είναι, μεταξύ άλλων, και η διαρκής ετοιμότητα και η αυξημένη επιφυλακή, η κατ΄αρχήν αποκλειστική απασχόλησή τους και η συνακόλουθη απαγόρευση ασκήσεως άλλου επαγγέλματος ή παροχή επ΄αμοιβή ιδιωτικού έργου, όπως επίσης και οι συχνές μεταθέσεις τους.

12. Επειδή, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται περαιτέρω ότι αντιστάθμισμα των ανωτέρω απαγορεύσεων και περιορισμών και των ειδικών συνθηκών εργασίας των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, οι οποίες συνεπάγονται αυξημένους κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική τους ακεραιότητα, αλλά και αναγνώριση της σημασίας της αποστολής που επιτελούν, αποτελεί η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση τους, την οποία διαχρονικώς τους επιφύλαξε ο κοινός νομοθέτης. H ευνοϊκή αυτή μεταχείριση δεν είναι ανάλογη με εκείνη των αμέσων πολιτειακών οργάνων του Κράτους, η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και, στη συνέχεια, όσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, κατοχυρώνεται και ρητώς στο άρθρο 88 παρ.2 αυτού, το οποίο επιτάσσει την χορήγηση σ΄αυτούς, με ειδικό νόμο, αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους και τουλάχιστον ίσων προς τις αποδοχές των αντιστοίχων προς τους δικαστικούς λειτουργούς οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών, αλλά, όσον αφορά τους στρατιωτικούς και τους υπαλλήλους των σωμάτων ασφαλείας, η ευνοϊκή μισθολογική μεταχείρισή τους απορρέει εμμέσως εκ της ιδιαίτερης σημασίας της εκ του Συντάγματος αποστολής τους που δικαιολογεί, εξάλλου, και τις συνταγματικές απαγορεύσεις και τους ειδικούς περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων τους, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη. Ειδικότερα, η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών εγγυάται την διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών τους με κριτήρια όχι μόνον τον κλάδο, τον βαθμό ή τα καθήκοντα του υπαλλήλου αλλά την λήψη υπόψη και κριτηρίων, όπως οι ιδιαίτερες συνθήκες ασκήσεως και η επικινδυνότητα του επαγγέλματός τους ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της σημασίας της αποστολής τους για το Κράτος, προκειμένου, συγχρόνως, να αποτρέπονται η εξωυπηρεσιακή απασχόλησή τους, και δη σε τομείς που ιδιαιτέρως εξυπηρετούνται από την στρατιωτική ή αστυνομική τους ιδιότητα (φύλαξη προσώπων, επιχειρήσεων κ.λ.π.), καθώς και οι συνδεόμενοι με την άσκηση των καθηκόντων τους ηυξημένοι κίνδυνοι διαφθοράς. Το δε ύψος των αποδοχών της ηγεσίας των σωμάτων αυτών και των υπηρετούντων στους ανώτατους βαθμούς πρέπει να διαμορφώνεται αναλόγως και του κύρους του βαθμού τους και των ευθυνών των καθηκόντων τους τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και πολέμου, λόγω, εξάλλου, και της αυστηρής ιεραρχικής δομής των στρατιωτικών σωμάτων. Συνεπώς, η υποχρέωση τηρήσεως από τον κοινό νομοθέτη της απορρέουσας εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.3 του Συντάγματος, αρχής της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών αποτελεί μία πρόσθετη θεσμική εγγύηση που εξασφαλίζει την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας μέσω της ενισχύσεως του ηθικού των στελεχών τους, αλλά και δικαίωμα των στρατιωτικών, λόγω των συνταγματικών απαγορεύσεων και περιορισμών, στους οποίες υπόκεινται και της επικινδυνότητας των καθηκόντων τους. Και ναι μεν στο πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και κατ΄εκτίμηση των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών ο κοινός νομοθέτης δύναται να προβεί σε μείωση του βασικού μισθού ή και των επιδομάτων των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, δεδομένου, μάλιστα, ότι από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε αποδοχές συγκεκριμένου ύψους, όμως η μεταβολή του μισθολογικού καθεστώτος των στρατιωτικών με τέτοιας φύσεως ή εκτάσεως μείωση των αποδοχών, που να επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχει προηγουμένως εκτιμηθεί το δημοσιονομικό όφελος, σε σχέση με τις επιπτώσεις, που η μείωση αυτή μπορεί να έχει στην λειτουργία των ενόπλων αυτών σωμάτων, καθώς και αν η μείωση είναι αναγκαία ή θα μπορούσε να αναπληρωθεί με άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Η υποχρέωση αυτή, η οποία ισχύει, κατ΄αρχήν, για κάθε σημαντική μείωση αποδοχών, η οποία στρέφεται κατά συγκεκριμένης κατηγορίας υπαλλήλων ή λειτουργών του Δημοσίου, καθίσταται εντονότερη στην περίπτωση των στρατιωτικών, υπέρ των οποίων ο νομοθέτης έχει, σύμφωνα με όσα ανωτέρω έχουν εκτεθεί, υποχρέωση, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των αποδοχών τους, να λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα συνήθη κριτήρια, και τις ιδιαίτερες συνθήκες ασκήσεως και την επικινδυνότητα του επαγγέλματός τους, καθώς και την επιτασσομένη αποκλειστική αφιέρωση στο επάγγελμα αυτό, ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της σημασίας της αποστολής τους. Στο αρμόδιο δε δικαστήριο επιφυλάσσεται ο έλεγχος της συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων, από την άποψη της λήψεως υπόψη από τον νομοθέτη, στην συγκεκριμένη περίπτωση, των ως άνω νομίμων κριτηρίων και όχι άλλων προδήλως απροσφόρων, έλεγχος πάντως που είναι οριακός. (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3443/1998, καθώς και Σ.τ.Ε. 119, 545/2001, 1333/2000).

13. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ.2 του ν. 4046/2012 [Μνημόνιο ΙΙ] (ΦΕΚ Α΄ 28/14.2.2012) εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος ως προαπαιτούμενο για την υπογραφή και τη θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σ’ αυτόν ως Παράρτημα V (άρθρο 1 παρ. 1). Το εν λόγω Μνημόνιο αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (Memorandum of Understanding on Specific Εconomic Policy Conditionality) και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Technical Memorandum of Understanding). Στο πρώτο από τα ανωτέρω τρία επί μέρους Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_1 και στο οποίο περιγράφονται οι στόχοι, η στρατηγική και οι προοπτικές για την Ελληνική οικονομία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής στο κεφάλαιο με τίτλο «Δημοσιονομική Πολιτική»: «… 6. Για να διασφαλίσει την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος, η κυβέρνηση θα αναλάβει τολμηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από την πλευρά των δαπανών. Λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη πορεία ανάκαμψης, τα συνεχή προβλήματα της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση και την ανάγκη να προσαρμόσουμε κάποια από τα προηγούμενα μέτρα, θα απαιτηθούν επιπρόσθετα μέτρα πέραν εκείνων που έχουν ήδη εγκριθεί στο πλαίσιο της ΜΔΣ [εννοείται : Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική] του 2011 και του προϋπολογισμού του 2012. … 7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: … Μεταρρύθμιση της αποζημίωσης των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα. Μέχρι το τέλος Ιουνίου 2012, θα μεταρρυθμίσουμε τα ειδικά μισθολόγια του δημοσίου (που αφορούν το ένα τρίτο της μισθολογικής δαπάνης του δημόσιου τομέα). Σε συμφωνία με τις αρχές της μεταρρύθμισης που ξεκίνησε το 2011, θα προσαρμόσουμε τις αποδοχές για τα ειδικά μισθολόγια (συμπεριλαμβανομένων των δικαστών, των διπλωματών, των μετακλητών, των ιατρών, των καθηγητών, της αστυνομίας και των ένοπλων δυνάμεων), ενώ θα προστατεύσουμε όσους είναι στις χαμηλότερες μισθολογικές κλίμακες με στόχο την πραγματοποίηση μόνιμων καθαρών εξοικονομήσεων ύψους περίπου 0,2 τοις εκατό του ΑΕΠ σε ετήσια βάση. Θα αναθεωρήσουμε επίσης το νέο σύστημα προαγωγών για να διασφαλίσουμε ότι υπάρχουν οι κατάλληλοι έλεγχοι κατά της αύξησης του μισθολογικού κόστους μέσω των προαγωγών. … 8. … Δεδομένης της χαμηλής είσπραξης φόρων σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η στρατηγική προσαρμογής μας βασίζεται στην εισαγωγή εκτενών μεταρρυθμίσεων στη φορολογική διοίκηση … 9. Έχουμε δεσμευθεί να πετύχουμε τον δημοσιονομικό μας στόχο και είμαστε έτοιμοι να λάβουμε διορθωτικά μέτρα στην περίπτωση υποαπόδοσης. Τα διορθωτικά μέτρα, εάν κριθούν αναγκαία, θα περιλαμβάνουν πρόσθετες στοχευμένες μειώσεις στο μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα και στις κοινωνικές δαπάνες, … Παρομοίως, στην περίπτωση μιας διαρκούς υπέρ απόδοσης, η οποία θεωρηθεί μόνιμη, θα θέσουμε αυστηρότερους στόχους για το έλλειμμα, αλλά μπορεί επίσης να εξετάσουμε μια μείωση (σε) εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Πρόθεσή μας είναι να διατηρήσουμε το σχετικό φορολογικό βάρος από τους έμμεσους φόρους». Στο δεύτερο από τα ανωτέρω δύο Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_2, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο κεφάλαιο 1 με τίτλο «Δημοσιονομική εξυγίανση» τα εξής : «… Πριν την εκταμίευση, η Κυβέρνηση προβαίνει επίσης στις ακόλουθες εκκρεμείς ενέργειες: … Μέχρι τον Ιούνιο του 2012 η Κυβέρνηση θα θεσπίσει νομοθετικά μία μείωση κατά μέσο όρο 10% στα αποκαλούμενα «ειδικά μισθολόγια» του δημοσίου τομέα, στα οποία το νέο μισθολόγιο δεν ισχύει. Τούτο θα εφαρμοσθεί από την 1η Σεπτεμβρίου 2012 και εντεύθεν και θα επιφέρει εξοικονομήσεις της τάξεως των 114 εκατομμυρίων Ευρώ τουλάχιστον (με αντίκτυπο μεταφοράς 226 εκατομμυρίων Ευρώ το 2013) (καθαρό ποσόν αφού ληφθεί υπόψη η επίπτωση επί των φόρων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης). … Η Κυβέρνηση δηλώνει την ετοιμότητά της να ορίσει και να θεσπίσει πρόσθετα μέτρα, εάν παραστεί ανάγκη, έτσι ώστε να τηρηθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι». Μετά την ψήφιση του ν. 4046/2012 και με σκοπό την αναδιάταξη του δημόσιου χρέους της χώρας, δημοσιεύθηκε ο ν. 4050/2012 (Α΄ 36/23.2.2012), με τον οποίο θεσπίσθηκαν κανόνες συλλογικής δράσης για τίτλους εκδόσεως ή με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια, με τον ν. 4051/2012 (Α΄ 40/29.2.2012) εισήχθησαν επείγουσες ρυθμίσεις για την εφαρμογή του, κατά τα ανωτέρω, εγκριθέντος Μνημονίου Συνεννόησης και επήλθαν οι αναγκαίες προσαρμογές στον εγκριθέντα με τον ν. 4032/2011 (Α΄257) προϋπολογισμό του 2012. Στην αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 2 του νόμου αυτού αναφέρεται ότι: “η μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση της ελληνικής οικονομίας είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αποκλίσεων μεταξύ των αρχικών εκτιμήσεων και των τελικών αποτελεσμάτων του οικονομικού έτους 2011. Συνέπεια της αποκλίσεως αυτής είναι η ανάγκη επανακαθορισμού των μεγεθών του προϋπολογισμού του 2012 έτσι ώστε να είναι εφικτή η σύγκλιση με τους στόχους που έχουν τεθεί με το αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής που έχει εγκριθεί από τη Βουλή. Οι παρεμβάσεις αυτές που γίνονται για την αντιστάθμιση των εκτιμώμενων αποκλίσεων αποτυπώνονται στον κατωτέρω πίνακα …” Στο πίνακα αυτό με τίτλο “Νέες Δημοσιονομικές παρεμβάσεις: α. Κρατικός Προϋπολογισμός “προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, εξοικονόμηση της τάξεως των 205 εκατομμυρίων ευρώ από τη μείωση των ειδικών μισθολογίων. Ακολούθως, στις 9 Μαρτίου 2012, ολοκληρώθηκε επιτυχώς, η διαδικασία για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (PSI) με την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής ονομαστικής αξίας 198,045 δισεκατομμυρίων ευρώ έναντι νέων ομολόγων, ονομαστικής αξίας 92,072 δισεκατομμυρίων ευρώ, γεγονός που οδήγησε σε άμεση μείωση του δημοσίου χρέους της χώρας κατά 105,973 δισεκατομμύρια ευρώ και σε περιορισμό των μελλοντικών δαπανών για τόκους. Ενόψει της ολοκληρώσεως της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, και της ανακοινώσεως από την ελληνική κυβέρνηση, το Φεβρουάριο του 2012, μέτρων με στόχο τη μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος κατά το 2012, συμπεριλαμβανομένης και της εγκρίσεως συμπληρωματικού προϋπολογισμού, εκδόθηκε η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της 13-3-2012 (L 113), με την οποία, αναθεωρήθηκε η 2011/734/ΕΕ προηγούμενη απόφασή του. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται μνεία της λήψεως μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής από την Ελλάδα για την μείωση του υπερβολικού ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιλαμβάνεται και «η μείωση κατά 12 % κατά μέσο όρο των “ειδικών μισθών” του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο», η οποία θα ισχύει από την 1η Ιουλίου 2012, με συνολική ετήσια εξοικονόμηση της τάξεως των 205 εκατομμυρίων ευρώ».

14. Επειδή, κατ’ εφαρμογήν του ν. 4046/2012 εκδόθηκε, στη συνέχεια, ο ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (ΦΕΚ Α΄ 222/12.11.2012). Με τις διατάξεις της παραγράφου Α (με τίτλο ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016) του άρθρου πρώτου του νόμου αυτού εγκρίθηκε το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του μεσοπροθέσμου πλαισίου (βλ. σχετ. κείμενο του Υπουργείου Οικονομικών Οκτωβρίου 2012) βασικός άξονας της στρατηγικής της Κυβέρνησης ήταν «η σύζευξη της δημοσιονομικής προσαρμογής και της επανεκκίνησης της πραγματικής οικονομίας, ώστε η χώρα να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο των ελλειμμάτων και της ύφεσης», καθώς και η εκδήλωση «ισχυρής πολιτικής βούλησης για την παραμονή της χώρας εντός της ευρωζώνης και η ανάκτηση της αξιοπιστίας της χώρας στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή». Όπως προκύπτει από το μεσοπρόθεσμο, η στρατηγική της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης που εφαρμόζεται από τα μέσα του 2012 έχει δύο κατευθύνσεις, η πρώτη εκ των οποίων συνίσταται στην εδραίωση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, προσαρμογής και πειθαρχίας με στόχο την δραστική καταπολέμηση της σπατάλης, τον εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών και τη συρρίκνωση των διαρθρωτικών ελλειμμάτων, ενώ η δεύτερη εξ αυτών στην υλοποίηση ενός μεγάλου εύρους πολιτικών και μέτρων για την τόνωση της οικονομίας ως προς την ανάπτυξη, την ανεργία, τη ρευστότητα και τη μείωση του ελλείμματος. Βασική επιδίωξη του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής είναι να εισέλθει η χώρα σε μια μακρά περίοδο πρωτογενών πλεονασμάτων, ώστε να πορεύεται χωρίς δανειακές ανάγκες. Εξάλλου, στην ενότητα 1 “Δημοσιονομική στρατηγική και πολιτικές” του Κεφαλαίου 3 του μεσοπροθέσμου, υποενόττητα 1.4 “Η νέα δημοσιονομική προσπάθεια στην περίοδο 2013-2016″, καθώς και στους συνοδεύοντες αυτό πίνακες, οι οποίοι προσαρτήθηκαν ως παράρτημα στον ν. 4093/2012 αναφέρεται ότι “οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή των πολιτικών, κυρίως στον τομέα των διαρθρωτικών αλλαγών και η περιορισμένη εφαρμογή ή/και χαμηλότερη αποδοτικότητα κάποιων μέτρων, που οδήγησαν σε πολύ χαμηλότερες αποδόσεις του συνολικού πακέτου των μέτρων της προηγούμενης περιόδου σε σχέση με τους αρχικούς υπολογισμούς, σε συνδυασμό και με την βαθύτερη, από ότι προβλεπόταν, ύφεση, δημιούργησαν μεγάλες αποκλίσεις ακόμη και από τους χαμηλότερους (μετά την επιμήκυνση) στόχους του πρωτογενούς ελλείμματος Γενικής Κυβέρνησης της περιόδου 2013-2016. Προκειμένου να επανέλθει το πρόγραμμα στις αρχικές του προβλέψεις, κρίθηκε απαραίτητο να συνεχισθεί και να ενταθεί η δημοσιονομική προσαρμογή. Ειδικά σήμερα που η χώρα βρίσκεται κοντά στην επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων …”. Προβλέπεται δε, ότι το δημοσιονομικό όφελος από τον εξορθολογισμό των ειδικών μισθολογίων θα υπερβεί τα 257 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων τα 130 από τις περικοπές στους ένστολους για την περίοδο 2013-2016, ενώ προβλέπεται η εξοικονόμηση 88 εκατομμυρίων ευρώ κατά το έτος 2014 από νέο μισθολόγιο για τις ένοπλες δυνάμεις. Εξοικονομήσεις, επίσης, προβλέπεται ότι θα προέλθουν και από αντίστοιχη μείωση των συντάξεων, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με το ειδικά μισθολόγια (269 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 169 από τους απόστρατους). Τέλος, στην ενότητα 5 “Δαπάνες Κρατικού Προϋπολογισμού” του ίδιου Κεφαλαίου 3 υπό ενότητα 5.3.1 αναφέρεται ότι: “Οι δαπάνες για μισθούς εμφανίζονται μειωμένες κατά 2.490 εκατ. ευρώ, το 2016 σε σύγκριση με την σχετική εκτίμηση για το 2012 προ της λήψεως των μέτρων. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 13.112 εκατ. ευρώ ή 6,76% του ΑΕΠ το 2012, σε 11.811 εκατ. ευρώ ή 6,45% του ΑΕΠ το 2013, σε 11.248 εκατ. ευρώ ή 6,16% του ΑΕΠ το 2014, σε 10.942 εκατ. ευρώ ή 5,83% του ΑΕΠ το 2015 και σε 10.630 εκατ. ευρώ ή 5,41% του ΑΕΠ το 2016. Η διαμόρφωση των εξοικονομήσεων στο ύψος των ανωτέρω δαπανών, εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί ως αποτέλεσμα των εξής σχεδιαζομένων παρεμβάσεων: εξορθολογισμός των ειδικών μισθολογίου …”. Επίσης, εκτιμάται ότι οι δαπάνες για καταβολή συντάξεων “μειώνονται κατά 218 εκατ. ευρώ το 2016 σε σύγκριση με την σχετική εκτίμηση για το 2012 προ των παρεμβάσεων …”.

15. Επειδή, περαιτέρω με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1 (με τίτλο «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ») της παραγράφου Γ (με τίτλο «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ») του άρθρου πρώτου του ανωτέρω ν. 4093/2012 επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από τον νομοθέτη ως «ειδικά μισθολόγια», με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων. Ειδικότερα, με τις περιπτώσεις 31-33 της ως άνω υποπαραγράφου τροποποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 50 και 51 του ν. 3205/2003 και μειώθηκαν οι αποδοχές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, με τη μείωση του βασικού μισθού του ανθυπολοχαγού και των αντίστοιχων βαθμών, τη μείωση των συντελεστών βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμών και τη μείωση των προβλεπόμενων επιδομάτων και αποζημιώσεων. Με τις ίδιες διατάξεις, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις κοινών υπουργικών αποφάσεων 8002/32/122-α/6.9.2007 (Β΄ 1803) και 2/2381/0022/5.5.2009 (Β΄ 928), με τις οποίες είχαν καθορισθεί, κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου Α8 του άρθρου 51 του ν. 3205/2003, τα επιδόματα επιχειρησιακής ετοιμότητας του ένστολου προσωπικού της ΕΛ.Α.Σ. και του Λ.Σ.- ΑΚΤ. Ειδικότερα, στις διατάξεις των ως άνω περιπτώσεων ορίσθηκαν τα ακόλουθα: «31. α. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 50 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής: ”2. Οι συντελεστές προσδιορισμού των βασικών μισθών της παραγράφου 1 είναι οι εξής: Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Εθνικής ʼμυνας (Α/Γ.Ε.ΕΘ.Α.) 2,14. Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Στρατού, Ναυτικού, Αεροπορίας (Α/Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α.), Ελληνικής Αστυνομίας, Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος 1,94. Γενικός Επιθεωρητής Στρατού, Διοικητής 1ης Στρατιάς, Αρχηγός Στόλου και Αρχηγός Τακτικής Αεροπορίας 1,81. Αντιστράτηγος και αντίστοιχοι 1,69. Υποστράτηγος και αντίστοιχοι 1,60. Ταξίαρχος και αντίστοιχοι 1,50. Συνταγματάρχης και αντίστοιχοι 1,31. Αντισυνταγματάρχης και αντίστοιχοι 1,18. Ταγματάρχης και αντίστοιχοι 1,11. Λοχαγός και αντίστοιχοι 1,06. Υπολοχαγός και αντίστοιχοι 1,04. Ανθυπολοχαγός και αντίστοιχοι 1,00. Ανθυπασπιστής και αντίστοιχοι 0,94. Αρχιλοχίας και αντίστοιχοι 0,91. Επιλοχίας και αντίστοιχοι 0,88. Λοχίας και αντίστοιχοι 0,82. Δεκανέας και αντίστοιχοι 0,57. Μόνιμος Στρατιώτης και Αστυφύλακας που δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις 0,32. 3. Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ανθυπολοχαγού και αντιστοίχων ορίζεται σε οκτακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (875 €)”. β. Οι παράγραφοι 3 έως και 8α του άρθρου 51 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής: “3. Εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, ποσού εκατό ευρώ (100 €) για όλους τους στρατιωτικούς εν γένει. Για τους έγγαμους χωρίς τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ανωτέρω ποσό ορίζεται σε εκατόν πενήντα ευρώ (150 €). Για έγγαμους ή διαζευγμένους ή σε διάσταση ή σε χηρεία ή άγαμους οι οποίοι έχουν τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ποσό του επιδόματος αυτού ορίζεται σε διακόσια ευρώ (200). Σε περίπτωση συζύγων που αμείβονται και οι δύο με τις διατάξεις του παρόντος, τα προστατευόμενα μέλη οικογένειας (τέκνα) λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον έναν εξ αυτών. Στη βάση υπολογισμού των μηνιαίων αποδοχών των μαθητών των παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και των Εφέδρων και των Δοκίμων Εφέδρων Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, το επίδομα εξομάλυνσης ορίζεται σε εκατό ευρώ (100). 4. Ειδικής απασχόλησης για την Εθνική ʼμυνα, Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια: α. Για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων ορίζεται, κατά περίπτωση, ως εξής: i. Για ανώτατους αξιωματικούς σε διακόσια πενήντα ευρώ (250€) και για λοιπούς αξιωματικούς και ανθυπασπιστές σε εκατόν εβδομήντα ευρώ (170€). ii. Για υπαξιωματικούς και μόνιμους στρατιώτες σε εκατόν τριάντα ευρώ (130 €). β. Για το αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και για το προσωπικό του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος που ορίζεται κατά περίπτωση ως εξής: i. Για ανώτατους αξιωματικούς σε διακόσια είκοσι πέντε ευρώ (225 €) και για λοιπούς αξιωματικούς και ανθυπαστυνόμους ή αντίστοιχους σε εκατόν πενήντα πέντε ευρώ (155 €). ii. Για υπαξιωματικούς και αστυφύλακες ή αντίστοιχους σε εκατόν δέκα πέντε ευρώ (115 €). Από τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος εξαιρούνται οι τελούντες σε κατάσταση πολεμικής ή μόνιμης διαθεσιμότητας και οι έφεδροι και δόκιμοι έφεδροι αξιωματικοί και οπλίτες θητείας και βραχείας ανακατάταξης (μέχρι τριών ετών). 5. Θέσης υψηλής ή αυξημένης ευθύνης, οριζόμενο κατά βαθμό ως εξής: α. Για τον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘ.Α. σε πεντακόσια τριάντα πέντε ευρώ (535 €). β. Για τους Αρχηγούς Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α., το Γενικό Επιθεωρητή Στρατού, το Διοικητή της 1ης Στρατιάς, τον Αρχηγό Στόλου και τον Αρχηγό τακτικής Αεροπορίας, καθώς και για τους Αρχηγούς της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος σε τριακόσια πενήντα ευρώ (350 €). γ. Για τον Αντιστράτηγο ή αντίστοιχο σε διακόσια ογδόντα πέντε ευρώ (285 €). δ. Για τον Υποστράτηγο ή αντίστοιχο σε διακόσια δέκα ευρώ (210 €). ε. Για τον Ταξίαρχο ή αντίστοιχο, σε εκατόν τριάντα τρία ευρώ (133 €). στ. Για τον Συνταγματάρχη ή αντίστοιχο, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στο βαθμό, σε ενενήντα πέντε ευρώ (95 €). ζ. Για τον Αντισυνταγματάρχη και Ταγματάρχη ή αντίστοιχους, με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε σαράντα τρία ευρώ (43 €). η. Για τους κατώτερους Αξιωματικούς (Λοχαγούς, Υπολοχαγούς και Ανθυπολοχαγούς ή αντίστοιχους) με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε τριάντα δύο ευρώ (32 €). θ. Για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς και Μόνιμους Στρατιώτες, σε είκοσι έξι ευρώ (26 €). 6. Έξοδα παράστασης τα οποία ορίζονται ως εξής: α. Για τον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘ.Α. σε τριακόσια πενήντα ευρώ (350 €). β. Για τους Αρχηγούς Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α. και τον αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ., του Λ.Σ. και Π.Σ. σε διακόσια δέκα πέντε ευρώ (215 €). γ. Για τον Γενικό Επιθεωρητή Στρατού, τον Διοικητή της Πρώτης Στρατιάς, τον Αρχηγό του Στόλου και τον Αρχηγό της Τακτικής Αεροπορίας σε εκατόν πενήντα ευρώ (150€). 7. Ευθύνης Διοίκησης Διεύθυνσης ορίζεται ως εξής: α. Για τους Ανώτατους Αξιωματικούς, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά, σε ενενήντα πέντε ευρώ (95 €). β. Για τον Συνταγματάρχη ή αντίστοιχο, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στο βαθμό, σε εβδομήντα έξι ευρώ (76 €). γ. Για τον Αντισυνταγματάρχη και Ταγματάρχη ή αντίστοιχους, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στους βαθμούς αυτούς, σε πενήντα επτά ευρώ (57 €). δ. Για Κατώτερους Αξιωματικούς (Λοχαγούς, Υπολοχαγούς και Ανθυπολοχαγούς ή αντίστοιχους) με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε τριάντα οκτώ ευρώ (38 €). ε. Για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς και Μόνιμους Στρατιώτες σε είκοσι οκτώ ευρώ (28€). 8. Αυξημένης Επιχειρησιακής Ετοιμότητας Μονάδων: α. Για τους Αξιωματικούς και Υπαξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων ορίζεται σε σαράντα τρία ευρώ (43€)”. 32. Η παρ. 10 του άρθρου 51 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται από 1.8.2012, ως εξής: “10. Στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, στο αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας και στο ένστολο προσωπικό του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος, χορηγείται μηνιαίως επίδομα ειδικών συνθηκών, ποσό ίσο με εξήντα πέντε ευρώ (65 €). Από τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος εξαιρούνται οι έφεδροι και δόκιμοι έφεδροι αξιωματικοί και οπλίτες θητείας”. 33. Το ποσό της παραγράφου 2 του άρθρου 2 της αριθμ. 8002/32/122-α/6.9.2007 (Β΄ 1803) κοινής υπουργικής απόφασης και της παραγράφου 3 του άρθρου 2 της αριθμ. 2/2381/0022/5.5.2009 (Β΄ 928) όμοιας, διαμορφώνεται, από 1.8.2012, σε δύο ευρώ και εξήντα λεπτά (2,60 €)». Περαιτέρω, στην περίπτωση 37 της ανωτέρω υποπαραγράφου Γ1 του ν. 4093/2012 ορίσθηκε ότι: «Ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών …, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. οικ. 2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017/14.11.2012), με την οποία, όπως προεκτέθηκε, καθορίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των ποσών που προέκυψαν από την αναδρομική μείωση, από 1-8-2012, των αποδοχών και συντάξεων των μισθοδοτουμένων βάσει ειδικών μισθολογίων, στους οποίους περιλαμβάνονται οι εν ενεργεία και απόστρατοι στρατιωτικοί των ενόπλων δυνάμεων και οι υπάλληλοι των σωμάτων ασφαλείας. Εξάλλου, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012, ως προς τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις αναφέρεται ότι: “… ρυθμίζονται θέματα μισθολογικού περιεχομένου, τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής. Ειδικότερα: … Με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13 έως 36 προβλέπονται, από 1.8.2012 οι μειώσεις επί των αποδοχών όλων των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια. Με τις διατάξεις της περίπτωσης 37 προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών θα καθορισθεί ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών λόγω της εφαρμογής των διατάξεων που προβλέπουν την περικοπή των αποδοχών των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια …”. Ακολούθως, μετά την δημοσίευση του ν. 4093/2012 και την κύρωση του κρατικού προϋπολογισμού στον οποίο ενσωματώθηκαν τα μέτρα δημοσιονομικής στρατηγικής που είχαν περιληφθεί στο μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής (ν. 4095/2012, Α΄226) το Eurogroup αποφάσισε στις 27 Νοεμβρίου 2012 την αποκατάσταση της ομαλής ροής χρηματοδότησης της Ελλάδας, ενώ τον Δεκέμβριο του 2012 έλαβε χώρα νέα επικαιροποίηση του Μνημονίου Συννενόησης. Στο επικαιροποιημένο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής του Δεκεμβρίου 2012 κατεγράφησαν όλα τα μέτρα που είχαν ήδη περιληφθεί στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό σχεδιασμό για τον περιορισμό του μισθολογικού κόστους του δημοσίου, μεταξύ των οποίων και η προοδευτική μείωση των αποδοχών των αμειβομένων βάσει ειδικών μισθολογίων. Ειδικότερα δε, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «10.6 Πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για το 2012 και Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική για 2013-2016. Τα δημοσιονομικά μέτρα στη Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική (ΜΔΣ) ως το 2016 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα : 1. Εξορθολογισμός του μισθολογικού κόστους κατά 1.110 εκατομμύρια Ευρώ το 2013 και επιπρόσθετα 259 εκατομμύρια Ευρώ το 2014, μέσω: … εξορθολογισμού της μισθολογικής δαπάνης της κεντρικής κυβέρνησης … προοδευτικές μειώσεις στις μηνιαίες αμοιβές των υπαλλήλων των ειδικών μισθολογίων (δικαστές, διπλωμάτες, γιατροί, διδακτικό προσωπικό ΑΕΙ και ΤΕΙ, ένοπλες δυνάμεις και αστυνομία, υπάλληλοι αεροδρομίων, και γενικοί γραμματείς) με εφαρμογή από 1η Αυγούστου 2012, ως ακολούθως: 2 τοις εκατό κάτω από 1000 ευρώ, 10 τοις εκατό για 1000-1500 Ευρώ, 30 τοις εκατό για 2500-4000 Ευρώ και 35 τοις εκατό από 4000 Ευρώ».

16. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012, επήλθαν, όπως προκύπτει και από την συνοδεύουσα τον νόμο αυτό έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (179/38/2012), οι εξής μεταβολές στις αποδοχές των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των υπαλλήλων των σωμάτων ασφαλείας: Α. ο μεικτός βασικός μισθός: του Αρχηγού Γ.Ε.ΕΘ.Α. διαμορφώνεται στα 1.873 ευρώ (από 2.337) με συντελεστή επί του βασικού μισθού του Ανθυπολοχαγού 2,14 (από 2,50), του Αρχηγού ΓΕΣ, ΓΕΝ, ΓΕΑ, ΕΛΑΣ, ΛΣ διαμορφώνεται στα 1.698 ευρώ (από 2.068) με συντελεστή 1,94 (από 2,30), του Γενικού Επιθεωρητή Στρατού, Διοικητή 1ης Στρατιάς, Αρχηγού Στόλου και Αρχηγού τακτικής Αεροπορίας διαμορφώνεται στα 1.584 ευρώ (από 1.888) με συντελεστή 1,81 (από 2,10), του Αντιστρατήγου και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 1.479 ευρώ (από 1.753) με συντελεστή 1,69 (από 1,95), του Υποστρατήγου και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 1.400 ευρώ (από 1.645) με συντελεστή 1,60 (από 1,83), του Ταξιάρχου και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 1.313 ευρώ (από 1.510) με συντελεστή 1,50 (από 1,68), του Συνταγματάρχη και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 1.146 ευρώ (από 1.295) με συντελεστή 1,31 (από 1,44), του Αντισυνταγματάρχη και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 1.033 ευρώ (από 1.151) με συντελεστή 1,18 (από 1,28), του Ταγματάρχη και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 971 ευρώ (από 1.070) με συντελεστή 1,11 (από 1,19), του Λοχαγού και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 928 ευρώ (από 1.016) με συντελεστή 1,06 (από 1,13), του Υπολοχαγού και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 910 (από 971) με συντελεστή 1,04 (από 1,08), του Ανθυπολοχαγού και αντιστοίχων διαμορφώνεται 875 ευρώ (από 899) με συντελεστή 1,00 (από 1,00), του Ανθυπασπιστή και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 823 ευρώ (από 863) με συντελεστή 0,94 (από 0,96), του Αρχιλοχία και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 796 ευρώ (από 836) με συντελεστή 0,91 (από 0,93), του Επιλοχία και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 770 ευρώ (από 800) με συντελεστή 0,88 (από 0,89), του Λοχία και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 718 ευρώ (από 683) με συντελεστή 0,82 (από 0,76), του Δεκανέα και αντιστοίχων διαμορφώνεται στα 499 ευρώ (από 512) με συντελεστή 0,57 (από 0,57),και του Μόνιμου Στρατιώτη και Αστυφύλακα που δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις διαμορφώνεται στα 280 ευρώ (από 288) με συντελεστή 0,32 (από 0,32). Β. Αντιστοίχως τα επιδόματα: α) εξομάλυνσης διαμορφώνεται, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου, μεταξύ 100 και 200 ευρώ (από 111 – 226), β) ειδικής απασχόλησης για τους ανώτατους αξιωματικούς διαμορφώνεται στα 250 ευρώ (από 338), για τους λοιπούς αξιωματικούς ενόπλων δυνάμεων διαμορφώνεται στα 170 ευρώ (από 192), για τους υπαξιωματικούς και μονίμους στρατιώτες ενόπλων δυνάμεων διαμορφώνεται στα 130 ευρώ (από 146,45), για τους ανώτατους αξιωματικούς ΕΛ.ΑΣ. και Λ.Σ. διαμορφώνεται στα 225 ευρώ (από 311), για τους λοιπούς αξιωματικούς και ανθυπαστυνόμους ΕΛ.ΑΣ. και Λ.Σ. διαμορφώνεται στα 155 ευρώ (από 175,6), για τους υπαξιωματικούς και αστυφύλακες ΕΛ.ΑΣ και Λ.Σ. διαμορφώνεται στα 115 ευρώ (από 130,43), γ) υψηλής θέσης ή αυξημένης ευθύνης ορίζεται σε ποσά από 26 έως 535ευρώ ανάλογα με τον βαθμό (από 29,15 έως 713,26), δ) ευθύνης Διοίκησης ορίζεται σε ποσά από 28 έως 95 ευρώ ανάλογα με το βαθμό (από 25 έως 119), ε) αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας αξιωματικών και υπαξιωματικών ενόπλων δυνάμεων στο ποσό των 43 ευρώ (από 59), στ) ειδικών συνθηκών για τα στελέχη ενόπλων δυνάμεων και ένστολο προσωπικό ΕΛ.ΑΣ και Λ.Σ. ορίζεται στο ποσό των 65 ευρώ (από 72), ζ) επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας για το ένστολο προσωπικό ΕΛ.ΑΣ και Λ.Σ. μειώνεται από 2,93 ευρώ σε 2,60 η αποζημίωση για κάθε ώρα νυχτερινής απασχόλησης και μέχρι 64 ώρες το μήνα, τέλος η) τα έξοδα παράστασης για τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ διαμορφώνονται στα 350 ευρώ (από 433,14), για τους Αρχηγό ΓΕΣ, ΓΕΑ, ΓΕΝ και Αρχηγούς ΕΛ.ΑΣ. και Λ.Σ. διαμορφώνεται στα 215 ευρώ (από 263,93) και για τους Γενικό Επιθεωρητή Στρατού, Διοικητή 1ης Στρατιάς κ.λ.π. διαμορφώνεται στα 150 ευρώ (από 175,68). Αντίστοιχες μειώσεις υπέστησαν οι απόστρατοι και οι συνταξιούχοι αστυνομικοί και λιμενικοί λόγω της, κατά τα προεκτεθέντα, συνδέσεως των συντάξιμων αποδοχών τους με τις αποδοχές των εν ενεργεία στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας (βλ. άρθρο 34 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα).

17. Επειδή, από τα εκτεθέντα στις σκέψεις 13 έως 16 προκύπτει ότι με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-37 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, οι οποίες θεσπίσθηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων κυριαρχικώς (πρβλ. ΣτΕ 668/2012 Ολ.,1116/2014 Ολ.), ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει «συνεχή προβλήματα με τη φορολογική συμμόρφωση», την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το δημόσιο βάσει “ειδικών” μισθολογίων υπαλλήλων και λειτουργών. Αν και καθένα από τα “ειδικά” αυτά μισθολόγια αφορούσε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή, ο νομοθέτης τα αντιμετώπισε συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, υπολογιζόμενο ως σύνολο, να μειωθεί κατά ποσοστό 10% στο πλαίσιο της επιχειρούμενης μειώσεως του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους. Από τα δεδομένα αυτά, τα οποία επιβεβαιώνονται, άλλωστε, και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012 συνάγεται, περαιτέρω, ότι ο νομοθέτης, χωρίς να λάβει υπόψη τους λόγους για τους οποίους είχε θεσπισθεί ιδιαίτερο μισθολόγιο για καθεμία από τις εν λόγω κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων και το οποίο, για ορισμένες εξ αυτών, συνδέεται με την άσκηση της εκ του Συντάγματος κρατικής τους αποστολής, προέβη σε μείωση των “ειδικών” μισθολογίων, αποδίδοντας σημασία, για τον καθορισμό του ύψους της μειώσεως σε κάθε μισθολόγιο και σε κάθε βαθμό εντός του αυτού μισθολογίου, αποκλειστικώς και μόνον στο μαθηματικό ύψος των έως τότε χορηγουμένων αποδοχών. Με βάση το κριτήριο αυτό ο νομοθέτης θέσπισε μεγαλύτερο ποσοστό μειώσεως (άνω δηλαδή του 10%, το οποίο εξελήφθη ως μέσος όρος για τις μειώσεις σε όλα τα μισθολόγια) στα μισθολόγια, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν γενικώς μαθηματικώς υψηλότερο, και μικρότερο σε εκείνα, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν μαθηματικώς μικρότερο, εντός δε του ίδιου μισθολογίου μείωσε κατά μεγαλύτερο ποσοστό τις αποδοχές των κατεχόντων τους ανωτέρους και ανωτάτους βαθμούς λειτουργούς και υπαλλήλους. Κατ’ εφαρμογή του αμιγώς αριθμητικού αυτού κριτηρίου, ο νομοθέτης καθόρισε και τις μειώσεις στις αποδοχές των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, επιφέροντας, ειδικότερα, μειώσεις στο ύψος του μισθού βάσης και των συντελεστών που εφαρμόζονται επ’ αυτού για τον υπολογισμό των βασικών μισθών των λοιπών βαθμών, καθώς και στο ύψος των χορηγούμενων σε αυτούς επιδομάτων, οι οποίες αποδοχές, όπως έχει ήδη εκτεθεί, έχουν τον χαρακτήρα κινήτρου για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής τους και αντισταθμίσματος για τις ιδιαίτερες συνθήκες εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Εξάλλου, για τη μείωση των συντελεστών, βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των στελεχών των ενόπλων αυτών σωμάτων, η εφαρμογή των οποίων άγει σε πρόσθετη σημαντική μείωση των αποδοχών των υψηλόβαθμων, ιδίως, στρατιωτικών (άνω του 10%) δεν παρατίθεται άλλη δικαιολογία, εκτός από το ότι οι μισθοί των ανώτατων αξιωματικών είναι μαθηματικώς υψηλότεροι των μισθών των υπολοίπων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, ρύθμιση, η οποία, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, αποτελούσε επαρκές μέτρο για την προστασία όσων βρίσκονται “στις χαμηλότερες μισθολογικές κλίμακες”.

18. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.», στο δε άρθρο 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: “1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.2. … 3. … 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.”. Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: “Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια συνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος …” και στο άρθρο 106 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: “Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας …”

19. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξιώσεως του κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προωθήσεως διαρθρωτικών μέτρων ή της εισπράξεως των φορολογικών εσόδων από την μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (πρβλ ΣτΕ 668/2012 Ολ.).

20. Επειδή, από την δημοσίευση του ν. 3833/2010 “Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης” (Α΄40/15-3-2010) μέχρι την αναδρομική από 1-8-2012 μείωση των αποδοχών τους που επήλθε με τις προεκτεθείσες διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της υποπαραγρ. Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας υπέστησαν, διαδοχικώς, τις εξής μειώσεις στις αποδοχές τους: (α) μείωση κατά 12% των επιδομάτων, αποζημιώσεων και πρόσθετων αμοιβών τους, εξαιρουμένων των επιδομάτων οικογενειακής παροχής, χρόνου υπηρεσίας, ειδικών συνθηκών εργασίας, επικίνδυνης εργασίας, καταδυτικού και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας και καθορισμός, εφεξής, του επιδόματος ειδικών συνθηκών του άρθρου 51 παρ.10 του ν. 3205/2003 στο ποσό που είχε διαμορφωθεί αντί της ετησίας αναπροσαρμογής του (άρθρα 1 παρ. 2, 3 και 8 παρ.5 του ν. 3833/2010, Α΄40, άρθρο 90 παρ.4 του ν. 3842/2010, Α΄58), (β) πρόσθετη μείωση κατά 8% των επιδομάτων, αποζημιώσεων, πρόσθετων αμοιβών και εξόδων παράστασης, που περιεκόπησαν κατ’ εφαρμογήν του ν. 3833/2010 (άρθρο τρίτο παρ. 1 του ν. 3845/2010, Α΄ 65), (γ) μείωση των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30 % (άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010), στη συνέχεια, δε καθορισμός τους στο ενιαίο ποσό των 1.000 ευρώ κατ’ έτος και, για όσους εξ αυτών ελάμβαναν μηνιαίες μεικτές αποδοχές ανώτερες των 3.000 ευρώ, πλήρης κατάργησή τους (άρθρο τρίτο παρ. 6 του ν. 3845/2010), (δ) μείωση κατά 10 % του επιδόματος ειδικής απασχόλησης για την εθνική άμυνα και τη δημόσια τάξη και ασφάλεια (άρθρο 55 παρ. 23 του ν. 4002/2011). Στις μειώσεις αυτές πρέπει να συνυπολογισθεί η αναστολή, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2011 της χορηγήσεως μισθολογικής προαγωγής και των αυξήσεων του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, καθώς και η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, η οποία υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί των τακτικών αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών και αποζημιώσεων (άρθρο 38 παρ. 2 και 5 του ν. 3986/2011) και, τέλος, η κατάργηση, με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, των επιδομάτων εορτών και αδείας για όσους εξακολουθούσαν να τα λαμβάνουν. Αντιστοίχως, οι απόστρατοι των ενόπλων δυνάμεων και οι συνταξιούχοι των σωμάτων ασφαλείας, πέραν των περικοπών που επήλθαν στις συντάξεις τους λόγω των ανωτέρω μειώσεων των επιδομάτων των εν ενεργεία στρατιωτικών, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμού του συντάξιμου μισθού τους, υπέστησαν τις ακόλουθες μειώσεις: (α) μείωση των επιδομάτων εορτών και αδείας στο ποσό των 800 ευρώ (μεικτά) κατ’ έτος και πλήρης κατάργηση για όσους εξ αυτών είχαν υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους και το συνολικό ποσό της μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξής τους υπερέβαινε τις 2.500 ευρώ (άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 3847/2010), (β) επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων (άρθρα 38 παρ. 1 και 2 του ν. 3863/2010 και 11 του ν. 3865/2010), η οποία αυξήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις των άρθρων 44 παρ. 10 του ν. 3986/2011 και 2 παρ. 13 του ν. 4002/2011, (γ) επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης επικουρικής ασφάλισης (άρθρο 44 παρ. 12 του ν. 3986/2011), (δ) πρόσθετη μείωση κατά 20 % των μηνιαίων συντάξεων του δημοσίου κατά το μέρος που υπερβαίνουν τα 1.200 ευρώ και, ειδικώς, για όσους δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους κατά 40% μείωση του ποσού της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ (άρθρο 1 παρ. 10 του ν. 4024/2011), καθώς και (ε) νέα μείωση κατά 12 % των μηνιαίων κύριων συντάξεων κατά το μέρος που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ μεικτά (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 4051/2012) (σχετ. η προσκομισθείσα από 28.12.2011 μελέτη του Συνδέσμου υποστήριξης και συνεργασίας μελών των ενόπλων δυνάμεων και οι προσκομισθέντες από τις ομοσπονδίες των στελεχών της ΕΛ.ΑΣ πίνακες). Αμφότερες οι κατηγορίες των εν ενεργεία στρατιωτικών και των αποστράτων και συνταξιούχων υπεβλήθησαν, παραλλήλως, και στο σύνολο των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, τέτοια δε μέτρα ήταν, μεταξύ άλλων, η σταδιακή μείωση του αφορολογήτου ορίου, ο περιορισμός των κλιμακίων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος (άρθρα 27 του ν. 3986/2011, άρθρο 1 επ. του ν. 3842/2010, 38 του ν. 4024/2011 κ.α.), η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρο 29 του ν. 3986/2011), η διαδοχική αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, η υπαγωγή στους αυξημένους συντελεστές αγαθών και υπηρεσιών που υπάγονταν σε κατώτερη κλίμακα και η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12 επ. του ν. 3833/2010, 34 του ν. 3986/2011 κ.α.), η εξίσωση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης (άρθρο 36 του ν. 3986/2011), καθώς και η σταδιακή αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και η επιβολή του ειδικού φόρου ηλεκτροδοτουμένων (άρθρα 33 του ν. 3986/2011, 53 του ν. 4021/2011 κ.α.).

21. Επειδή, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως του ν. 4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, ούτε, τέλος, από το κείμενο του εγκριθέντος με τον ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών στο μισθολόγιο των στρατιωτικών ελήφθησαν υπόψη, πέραν του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου, προδήλως απροσφόρου κριτηρίου, της επιτεύξεως δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μειώσεως του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, η σημασία της αποστολής των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και οι ιδιαίτερες συνθήκες ασκήσεως των καθηκόντων των στελεχών τους. Ούτε προκύπτει ότι έγιναν ειδικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις από τις εν λόγω μειώσεις στη λειτουργία των ενόπλων αυτών σωμάτων, ούτε αν οι εκ των μειώσεων προερχόμενες επιπτώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το οικονομικό όφελος που θα προκύψει, ούτε, τέλος, αν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Δεν εξετάσθηκε, επίσης, αν οι αποδοχές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης τους και ανάλογες της αποστολής τους. Η συνεκτίμηση των ως άνω κριτηρίων και λοιπών παραγόντων ήταν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, επιβεβλημένη διότι οι επίμαχες περικοπές αφορούσαν σε αποδοχές των στελεχών στρατιωτικώς οργανωμένων σωμάτων, υπέρ των οποίων ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως, η οποία απορρέει εμμέσως από τα άρθρα 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.3 του Συντάγματος, ως αρχή που εγγυάται την αποτελεσματική εκπλήρωση της κρατικής αποστολής τους και ως αντιστάθμισμα για τις ιδιαίτερες συνθήκες εκτελέσεως των καθηκόντων τους. Οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν, εξάλλου, να αναπληρωθούν από την μελέτη που προσκόμισε η διοίκηση (βλ. μελέτη για τις μισθολογικές εξελίξεις στο Δημόσιο του Μαρτίου 2011, HAY και ICAP Group), τα πορίσματα της οποίας επιβεβαιώνουν, κατά τους ισχυρισμούς της, την ανάγκη περικοπής του υψηλού μισθολογικού κόστους του Δημοσίου και αναμορφώσεως των ειδικών μισθολογίων. Και τούτο, διότι η ειδική αυτή μελέτη, ανεξαρτήτως του ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι ετέθη στη διάθεση του νομοθετικού οργάνου και ότι ελήφθη υπόψη κατά την διαμόρφωση των επιμέρους ρυθμίσεων του ν. 4093/2012, περιέχει γενικές αναφορές για τα ειδικά μισθολόγια, συντάχθηκε στο πλαίσιο εκπονήσεως του ενιαίου βαθμολογίου και μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 4024/2011) και, πάντως, δεν περιέχει λόγους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν από την ανωτέρω άποψη, τις επίμαχες περικοπές, οι οποίες, κατά το χρόνο συντάξεως της εκθέσεως (Μάρτιος 2011), δεν περιλαμβάνονταν στον προγραμματισμό της κυβερνήσεως. Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του ν. 4093/2012 οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, που επήλθαν με τον νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το ανωτέρω καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις υπόλοιπες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επεβλήθησαν διαδοχικώς στις αποδοχές των στρατιωτικών και τις αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις, υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της εκτάσεώς τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης εξάλλου, και της αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και εισπράξεως των ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Τα αυτά ισχύουν, κατά μείζονα λόγο, για τους απόστρατους στρατιωτικούς των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίοι λόγω της συνδέσεως της συντάξεως τους με τις αποδοχές των εν ενεργεία στρατιωτικών, κατά τα προεκτεθέντα, υφίστανται επιπλέον μείωση, δηλαδή τόσο τη γενική μείωση των συντάξεων που υφίστανται όλοι οι συνταξιούχοι του δημοσίου, όσο και την προερχόμενη από την, κατά τα ανωτέρω, σύνδεση των συντάξεών τους και την, ως συνέπεια αυτής, αυτόματη αναπροσαρμογή του ύψους των. Κατόπιν των ανωτέρω, οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται η Διοίκηση προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του ν. 4093/2012 (βλ. την 2/42722/ΔΠΔΣΜ/26-4-2013 έκθεση απόψεων της Δ/νσης Προγραμματισμού, Δημοσιονομικών Στοιχείων και Μεθοδολογίας του Υπουργείου Οικονομικών και το από 20-12-2013 υπόμνημα του Υπουργού Οικονομικών), οι οποίοι συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, στην εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας αν και δικαιολογούν κατ΄αρχήν, την λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μειώσεως του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας εισπράξεως των προβλεπομένων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικώς ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επεβλήθησαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των ν. 3833/2010 και 3845/2010 που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ’ άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρεώσεως όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών. Περαιτέρω, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για την συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών. Εξάλλου, ανεπιτυχώς επιχειρείται η στήριξη της συνταγματικότητας των μέτρων αφενός μεν στην μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη την λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, αφετέρου δε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ΄επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων Τέλος, η υπ΄ αριθ. 2Ο12/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 13.3.2012, με την οποία προβλέφθηκε «μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο», εν πάση περιπτώσει δεν έχει την έννοια ότι απαλλάσσει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπληρώσεως των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, από την τήρηση των προαναφερομένων συνταγματικών διατάξεων και αρχών.

22. Επειδή, o Σύμβουλος ….υποστήριξε την εξής ειδικότερη γνώμη: Η επίμαχη μείωση των αποδοχών των στρατιωτικών και αστυνομικών υπαλλήλων είναι τέτοιας εκτάσεως, ώστε, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην σκέψη 12, προϋποθέτει την εκτίμηση του οφέλους αυτής, σε σχέση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, καθώς και, περαιτέρω, την εκτίμηση της αναγκαιότητάς της και της τυχόν δυνατότητας αναπλήρωσής της με άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για τους παραπάνω υπαλλήλους. Εφ΄όσον, όμως, όπως αναλυτικά εκτίθεται παραπάνω, τέτοια εκτίμηση δεν προκύπτει ότι έχει γίνει, οι σχετικές διατάξεις του ν. 4093/2012 είναι αντισυνταγματικές. Εξ άλλου, κατά την ειδικώτερη γνώμη, που διατύπωσε η Σύμβουλος …η επιχειρηθείσα με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 αναπροσαρμογή (μείωση) των αποδοχών των ενεργεία στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας εχώρησε κατά παράβαση των θεσμικών εγγυήσεων που καθιερώνονται υπέρ των εν λόγω εργαζομένων με τις παρατεθείσες ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ούτε από τις διατάξεις του νόμου αυτού, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ή τα προηγηθέντα κείμενα (προσαρτηθέντα ως παραρτήματα Ι, ΙΙ στον ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, καθώς και 2011/211/ΕΕ απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου),προκύπτει, κατά τα προεκτεθέντα, ότι για την θέσπιση της επιμάχου ρυθμίσεως ελήφθησαν υπ΄ όψιν και συνεξετιμήθησαν η κατά τα ανωτέρω ιδιαιτέρα θέση και μεταχείριση (ανωτ. σκέψη 12), που το Σύνταγμα προβλέπει για τους στρατιωτικούς υπαλλήλους, εν όψει του ρόλου και της αποστολής των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και του ιδιαιτέρου καθεστώτος εξουσιάσεως, υπό το οποίο οι υπάλληλοι αυτοί τελούν.

23. Επειδή, κατόπιν των εκτεθέντων στην ανωτέρω σκέψη 21 οι διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και, μάλιστα, αναδρομικώς από 1-8-2012, καθώς και της απολύτου συναφούς προς αυτές διατάξεως της περιπτώσεως 37, αντίκεινται, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση, προς την απορρέουσα εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.9 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών (Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας) καθώς και προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5 και 25 παρ. 4. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη υπ΄αριθμ. οικ.2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017/14.11.2012), με τίτλο “Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α’/12-11-2012)”, κατά το μέρος που στηρίζεται στις ανωτέρω, αντισυνταγματικές και ως εκ τούτου ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 και 37 της υποπαραγράφου Γ1 και αφορά την αναδρομική, από 1-8-2012 έως την εφαρμογή του νόμου αυτού, μείωση των συντάξεων των αποστράτων αξιωματικών και ανθυπασπιστών των ενόπλων δυνάμεων, συνεπεία της οποίας υποχρεώθηκαν αυτοί να επιστρέψουν συντάξιμες αποδοχές τις οποίες είχαν ήδη εισπράξει, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, δεν έχει εκδοθεί νομίμως και πρέπει κατά το μέρος αυτό να ακυρωθεί.

24. Επειδή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα της ακυρώσεως ….διετύπωσαν την εξής ειδικότερη γνώμη: Ναι μεν η κείμενη νομοθεσία δεν προβλέπει δυνατότητα περιορισμού των αποτελεσμάτων των ακυρωτικών αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων, λαμβανομένου όμως υπόψη ότι η μεν διαμόρφωση των γενικών αρχών και κανόνων του ουσιαστικού και δικονομικού διοικητικού δικαίου υπήρξε προϊόν νομολογιακής επεξεργασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η δε αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσεως, την οποία εξυπηρετεί η συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως, πρέπει να εφαρμόζεται σε αρμονία προς τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που αποτελούν ειδικότερες εκδηλώσεις της θεμελιώδους συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, πρέπει να αναγνωρισθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας η δυνατότητα να ορίζει το χρονικό σημείο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως, ώστε να περιορίζονται οι συνέπειες εκείνες που, ενδεχομένως, έρχονται σε αντίθεση προς τις απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών ή πλήττουν το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει την μη ανατροπή ήδη παγιωμένων καταστάσεων και τη διατήρηση, προσωρινή ή οριστική, των συνεπειών που έχουν ήδη επέλθει (πρβλ. ΣτΕ 808/2006, 764/2006). Οι λόγοι που κατά τα ανωτέρω δικαιολογούν τον περιορισμό του ακυρωτικού αποτελέσματος ισχύουν και στην περίπτωση διαγνώσεως αντισυνταγματικότητας ή αντιθέσεως προς υπέρτερης ισχύος κανόνες δικαίου κατ΄εφαρμογή των οποίων εκδόθηκε η προσβληθείσα με αίτηση ακυρώσεως πράξη. Και τούτο διότι η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα ή η διαπιστωθείσα αντίθεση προς διατάξεις του ενωσιακού ή του διεθνούς δικαίου, έστω και αν δεν θέτει εκποδών την υπό εξέταση νομοθετική ή κανονιστική διάταξη, έχει, πάντως, ως αποτέλεσμα, λόγω της βαρύτητας των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, να θεωρείται αυτή ανίσχυρη και, μάλιστα, από του χρόνου θεσπίσεώς της, δημιουργώντας, περαιτέρω, αντίστοιχη υποχρέωση της Διοικήσεως να μην εφαρμόζει τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές διατάξεις (πρβλ. ΣτΕ 2176-7/2004 Ολ.) Η ανωτέρω δυνατότητα δεν δύναται, κατά την γνώμη αυτή, να αποκλεισθεί για τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, ιδίως δε της Ολομελείας του, οι οποίες, κατά το άρθρο 100 παρ.5 του Συντάγματος, αποφαίνονται δεσμευτικά για τους λοιπούς δικαστικούς σχηματισμούς του Δικαστηρίου, ενώ ρητή αναγνώριση της επιδράσεως που ασκούν οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των κατωτέρω διοικητικών δικαστηρίων αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, με την οποία εισήχθη σύστημα επιλύσεως μείζονος σημασίας ζητημάτων μετά την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ή κατόπιν αιτήματος των διαδίκων. Εξάλλου, η, κατά τα ανωτέρω, δυνατότητα περιορισμού του ακυρωτικού αποτελέσματος, η οποία δεν απαγορεύεται από ρητές συνταγματικές διατάξεις, δεν αποκλείεται εκ μόνης της συνταγματικής κατοχυρώσεως του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της αντίστοιχης υποχρέωσης συμμορφώσεως της διοικήσεως, που, κατά τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των ευρωπαϊκών κρατών, μπορούν να υποστούν περιορισμούς τόσο για λόγους ασφάλειας δικαίου, προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών και διαφύλαξης καλόπιστα κτηθέντων δικαιωμάτων, όσο και για την εξυπηρέτηση εξαιρετικού δημοσίου συμφέροντος (πρβλ Α.Ε.Δ. 14/2013). Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι εξαιρετικό δημόσιο συμφέρον που μπορεί, κατά τα ανωτέρω, να δικαιολογήσει τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της απαγγελθείσης ακυρώσεως ή της διαγνωσθείσης αντισυνταγματικότητας αποτελεί η εκτέλεση του κατ’ άρθρο 79 του Συντάγματος εγκριθέντος προϋπολογισμού και η εν γένει υλοποίηση του δημοσιονομικού προγραμματισμού της χώρας, μέσω του οποίου επιδιώκεται η χρηστή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών σε περιόδους σοβαρής και παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως (πρβλ. ΣτΕ Ολομέλεια 3408/2013, 3668/2006 κ.α.), θα έπρεπε στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν σταθμίσεως της φύσεως της προσβαλλομένης κανονιστικής αποφάσεως, το περιεχόμενο της οποίας εξαντλείται στο παρελθόν, του συμφέροντος των αιτούντων και των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος, να αποφασισθεί η προσωρινή διατήρηση των αποτελεσμάτων της προσβαλλομένης υπ΄αριθμ. οικ.2834080022 /14.11.2012 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, καθ΄ό μέρος αυτή κρίθηκε παράνομη, και, κατ΄επέκταση, η κατά χρόνο μετάθεση των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως και της εξ αυτής απορρέουσας σχετικής υποχρεώσεως συμμορφώσεως της Διοικήσεως στην αρχή του επομένου, από την δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως, ημερολογιακού έτους (2015), χρονικό σημείο από το οποίο η δικαστική απόφαση παράγει, πλέον, πλήρη αποτελέσματα. Και τούτο προκειμένου αφενός μεν να μην ανατραπούν ο υπό εκτέλεση προϋπολογισμός του έτους 2014 και, ενδεχομένως, οι ήδη εκτελεσθέντες προϋπολογισμοί των ετών 2012 και 2013 και να μην τεθεί σε κίνδυνο η επίτευξη των στόχων δημοσιονομικής προσαρμογής για τα αντίστοιχα έτη, ενόψει και του σοβαρού δημοσιονομικού κόστους λόγω του μεγάλου αριθμού των στρατιωτικών εν γένει υπαλλήλων, αφετέρου δε να παρασχεθεί στην Διοίκηση επαρκής χρόνος για την εξέταση του ενδεχομένου λήψεως μεταβατικού χαρακτήρα ή άλλων εναλλακτικών μέτρων ισοδύναμου δημοσιονομικού αποτελέσματος. Περαιτέρω δε, λόγω της υποχρεώσεως της Διοικήσεως να μην εφαρμόζει τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές διατάξεις, κατά τα προεκτεθέντα, θα έπρεπε, υπό την επιφύλαξη ήδη ασκηθέντων ενδίκων βοηθημάτων, η διαγνωσθείσα με την παρούσα απόφαση αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των περιπτώσεων 31- 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, να μην μπορεί να αποτελέσει την βάση αποζημιωτικών αξιώσεων για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του ανωτέρω χρονικού σημείου, της ενάρξεως δηλαδή του επομένου, από την δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως, ημερολογιακού έτους και μέχρι της επελεύσεώς του.

25. Επειδή, συνεπώς η υπό κρίση αίτηση καθ΄ό μέρος στρέφεται κατά της η υπ΄αριθμ. οικ.2/83408/0022/14.11.2012 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017/14.11.2012) πρέπει να γίνει δεκτή, ενώ καθ΄ό μέρος στρέφεται κατά της υπ΄αριθμ. οικ. 2/85127/0022/22.11.2012 εγκυκλίου του ίδιου Υπουργού πρέπει, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 3, να απορριφθεί, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων ακυρώσεως.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση ακυρώσεως εν μέρει

Ακυρώνει την υπ΄αριθμ. οικ.2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017/14.11.2012), με τίτλο “Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α’/12-11-2012)”, καθ΄ό μέρος αφορά την αναδρομική από 1-8-2012 μείωση των συντάξεων των αποστράτων αξιωματικών και ανθυπασπιστών των ενόπλων δυνάμεων, συνεπεία της οποίας υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν συντάξιμες αποδοχές που τις είχαν ήδη εισπράξει, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες.

Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.

Απορρίπτει την παρέμβαση του …

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο ως δικαστική δαπάνη να καταβάλει στις αιτούσες Ενώσεις συμμέτρως το ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις …2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Ιουνίου του ίδιου έτους.

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

ΝΟΜΟΣ 4281 ΦΕΚ Α 160/08.08.2014
 
Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, οργανωτικά θέματα Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις.
 
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
 
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
 
ΜΕΡΟΣ Α’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
 
Άρθρο 1
Ρυθμίσεις ΦΠΑ
 
1. Η παρ. 3 του άρθρου 32 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000, Α’ 248) αντικαθίσταται, ως εξής:
 
«3. Όταν το ποσό της έκπτωσης είναι μεγαλύτερο από τον οφειλόμενο φόρο στην ίδια περίοδο, η επιπλέον διαφορά μεταφέρεται για έκπτωση σε επόμενη περίοδο ή επιστρέφεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34, με την επιφύλαξη των περί παραγραφής διατάξεων.»
 
2. Η παρ. 1 του άρθρου 33 του Κώδικα ΦΠΑ αντικαθίσταται, ως εξής:
 
«1. Η έκπτωση του φόρου που ενεργείται με βάση τις υποβαλλόμενες δηλώσεις ΦΠΑ, υπόκειται σε τελικό διακανονισμό σύμφωνα με τα συνολικά στοιχεία της διαχειριστικής περιόδου, εφόσον:
α) η έκπτωση αυτή είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που είχε δικαίωμα να ενεργήσει ο υποκείμενος στο φόρο,
β) μετά την υποβολή των ανωτέρω δηλώσεων ΦΠΑ, έγιναν μεταβολές που δεν είχαν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ποσού των εκπτώσεων, ιδίως στην περίπτωση έκπτωσης στο τίμημα ή ακύρωσης αγορών. Δεν ενεργείται διακανονισμός σε περιπτώσεις καταστροφής, απώλειας ή κλοπής που αποδεικνύονται ή δικαιολογούνται, καθώς και σε περιπτώσεις χορήγησης δώρων μέχρις αξίας 10 ευρώ και δειγμάτων τα οποία διατίθενται για το σκοπό της επιχείρησης.»
 
3. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα ΦΠΑ προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
 
«Ο διακανονισμός ενεργείται κάθε έτος για το ένα πέμπτο (1/5) του φόρου που επιβάρυνε το αγαθό, ανάλογα με τις μεταβολές του δικαιώματος έκπτωσης.»
 
4. Τα τρία τελευταία εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα ΦΠΑ καταργούνται.
 
5. Η υποπερίπτωση αα’ της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 33 αντικαθίσταται ως εξής:
 
«αα) για παράδοση η οποία υπάγεται στο φόρο».
 
6. Η υποπερίπτωση i της περίπτωσης β’ της παρ. 1 του άρθρου 34 του Κώδικα ΦΠΑ αντικαθίσταται, ως εξής:
 
«i) προκύπτει ως πιστωτικό υπόλοιπο το οποίο δεν μεταφέρεται σε επόμενη περίοδο για έκπτωση ή σε περίπτωση μεταφοράς του η έκπτωση δεν κατέστη δυνατή ή,».
 
7. Η παρ. 11 του άρθρου 34 του Κώδικα ΦΠΑ καταργείται.
 
8. Α. Το άρθρο 38 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000) αντικαθίσταται ως εξής:
 
«Αρθρο 38
Δήλωση και συναφείς υποχρεώσεις
 
1. Οι υπόχρεοι στο φόρο, που ενεργούν φορολογητέες πράξεις ή πράξεις απαλλασσόμενες του φόρου, για τις οποίες έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών με βάση τις διατάξεις του άρθρου 30, οφείλουν να υποβάλουν δήλωση ΦΠΑ για κάθε φορολογική περίοδο.
 
2. Η φορολογική περίοδος ορίζεται ως εξής:
α) Ένας ημερολογιακός μήνας προκειμένου για υπόχρεους οι οποίοι υποχρεούνται σε τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα, καθώς και για το Δημόσιο όταν ασκεί δραστηριότητες για τις οποίες υπόκειται στο φόρο.
β) Ένα ημερολογιακό τρίμηνο προκειμένου για υπόχρεους οι οποίοι υποχρεούνται σε τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα ή για υπόχρεους, από τους οποίους δεν απαιτείται τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία.
γ) Ένα ημερολογιακό εξάμηνο προκειμένου για υπόχρεους οι οποίοι ανήκουν σε ειδικό καθεστώς κατ’ αποκοπή καταβολής του φόρου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40.
δ) Ένα ημερολογιακό έτος προκειμένου για υπόχρεους οι οποίοι είναι αγρότες φυσικά πρόσωπα που δεν ασκούν άλλη δραστηριότητα για την οποία υποχρεούνται στην τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία.
 
3. Δήλωση ΦΠΑ δεν υποβάλλουν οι υπόχρεοι που δηλώνουν ότι βρίσκονται σε αδράνεια ή αναστολή εργασιών, από το χρόνο υποβολής σχετικής δήλωσης μεταβολής.
 
4. Η δήλωση ΦΠΑ υποβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα που ακολουθεί τη λήξη της φορολογικής περιόδου.
Όταν ο υποκείμενος στο φόρο διακόπτει οριστικά τις εργασίες της επιχείρησής του και μεταφέρει εκτός της χώρας την οικονομική του δραστηριότητα, υποχρεούται κατά το χρόνο της διακοπής να υποβάλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις ΦΠΑ και να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να ζητά κάθε αναγκαία πρόσθετη εγγύηση.
 
5. Εφημεριδοπώλες, η δραστηριότητα των οποίων διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ. 2943/1954 (Α’ 181), μπορούν να μην υποβάλουν δηλώσεις ΦΠΑ, εφόσον επιλέξουν τη μη διενέργεια έκπτωσης του φόρου εισροών. Η σχετική δήλωση επιλογής υποβάλλεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν την παρέλευση πενταετίας.
 
6. Η διαφορά φόρου που προκύπτει στη δήλωση ΦΠΑ, αν είναι θετική και άνω των τριάντα (30) ευρώ καταβάλλεται στο Δημόσιο, αν είναι θετική μέχρι τριάντα (30) ευρώ μεταφέρεται για καταβολή στην επόμενη φορολογική περίοδο, και αν είναι αρνητική μεταφέρεται για έκπτωση ή επιστρέφεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34. Η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού λήγει την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης. Ειδικά για εμπρόθεσμη δήλωση και με την προϋπόθεση ότι το οφειλόμενο ποσό υπερβαίνει το ποσό των εκατό (100) ευρώ, ο υποκείμενος στο φόρο μπορεί να επιλέξει την καταβολή του οφειλόμενου ποσού σε δύο (2) άτοκες ισόποσες δόσεις. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό της δεύτερης δόσης καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα, από την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης.
 
7. Σε περίπτωση εισαγωγής αγαθών, ο υπόχρεος στο φόρο καταθέτει διασάφηση εισαγωγής ή άλλο τελωνειακό παραστατικό έγγραφο στο τελωνείο εισαγωγής, σύμφωνα με τις τελωνειακές διατάξεις.
 
8. Ο υποκείμενος στο φόρο, ο οποίος ενεργεί αποκλειστικά πράξεις για τις οποίες δεν του παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης, τα νομικά πρόσωπα που δεν υπόκεινται στο φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 3, καθώς και οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 41, που πραγματοποιούν ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών ή λαμβάνουν αγαθά ή υπηρεσίες για τις οποίες είναι υπόχρεοι για την καταβολή του φόρου, υποχρεούνται να υποβάλουν δήλωση ΦΠΑ μόνο για τις φορολογικές περιόδους κατά τις οποίες πραγματοποιούν τις ως άνω φορολογητέες πράξεις.
 
9. Οποιοδήποτε πρόσωπο που πραγματοποιεί ενδοκοινοτική απόκτηση καινούργιου μεταφορικού μέσου, υποχρεούται να υποβάλει στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ειδική δήλωση για την καταβολή του φόρου που αναλογεί στην απόκτηση αυτή.
Η δήλωση αυτή υποβάλλεται το αργότερο μέχρι τη 10η του επόμενου μήνα από εκείνον κατά τον οποίο ο φόρος κατέστη απαιτητός και πάντως πριν από την έκδοση άδειας κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου στο εσωτερικό της χώρας από την, κατά περίπτωση, αρμόδια αρχή.
Την υποχρέωση αυτή έχουν και τα πρόσωπα, τα οποία καλύπτονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 11, στην περίπτωση που αποκτούν αγαθά, τα οποία υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης σε άλλο κράτος – μέλος.
Προκειμένου περί μεταφορικών μέσων, υπαγόμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, η ημερομηνία υποβολής της ειδικής αυτής δήλωσης είναι εκείνη που προβλέπεται για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης.
 
10. Τα πρόσωπα που καθίστανται υποκείμενα στο φόρο από περιστασιακή παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου υποχρεούνται να υποβάλουν δήλωση ΦΠΑ, πριν από την άσκηση του δικαιώματος επιστροφής του φόρου, που προβλέπεται από το άρθρο 34.
 
11. Η ειδική δήλωση της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 36 ανακαλείται στις περιπτώσεις ματαίωσης του συμβολαίου, ύστερα από αίτηση του υποκειμένου η οποία υποβάλλεται με την ίδια αίτηση για ακύρωση της πράξης προσδιορισμού του φόρου σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 56.
 
12. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων μπορεί:
α) να ορίζεται μεγαλύτερη ή μικρότερη φορολογική περίοδος η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός, ούτε μεγαλύτερη του ενός έτους για την υποβολή της δήλωσης ΦΠΑ,
β) σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας που επηρεάζουν τη Φορολογική Διοίκηση ή σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή άλλων αντίστοιχων εξαιρετικών και δυσμενών συμβάντων που επηρεάζουν φορολογούμενους, να χορηγείται διαφορετική προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ΦΠΑ, ή παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης αυτής και των ανακεφαλαιωτικών πινάκων των περιπτώσεων α’ και δ’ της παραγράφου 5 και των παραγράφων 5α και 5β του άρθρου 36, καθώς και διαφορετική προθεσμία καταβολής του φόρου. Η απόφαση παράτασης υπογράφεται το αργότερο μέχρι τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας και ισχύει από το χρόνο υπογραφής της.
γ) να ορίζεται η διαδικασία υποβολής των δηλώσεων ΦΠΑ και της καταβολής του φόρου σύμφωνα με την παράγραφο 4, το ύψος της εγγύησης, οι προϋποθέσεις επιστροφής της, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
δ) να καθορίζεται ο τρόπος άσκησης της επιλογής που αναφέρεται στην παράγραφο 5.»
 
Β. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν για πράξεις που πραγματοποιούνται από 1.1.2015 και εφεξής, εκτός από την περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 και την παράγραφο 12 του άρθρου 38 του Κώδικα ΦΠΑ, όπως αντικαθίσταται με τον παρόντα νόμο. Ειδικά η υποχρέωση υποβολής εκκαθαριστικής δήλωσης ΦΠΑ καταργείται για διαχειριστικές περιόδους που λήγουν μετά την 1 Ιανουαρίου 2014.
 
9. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 37 του ν. 3182/2003 καταργείται.
 
10. Στο άρθρο 39α του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000) προστίθεται παράγραφος 4, ως εξής:
 
«4. Στις περιπτώσεις εκτέλεσης εργασιών σε ακίνητα κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2β, προς αναθέτουσες αρχές κατά την έννοια των προεδρικών διαταγμάτων 59/2007 (Α’ 63) και 60/2007 (Α’ 64), υπό την προϋπόθεση ότι οι ως άνω αρχές είναι κύριοι των έργων και υποκείμενοι στο φόρο με δικαίωμα έκπτωσης, ο φόρος καταβάλλεται από τον λήπτη. Ο υποκείμενος που εκτελεί τις εργασίες του προηγούμενου εδαφίου έχει δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών που αντιστοιχεί στις εν λόγω πράξεις, δεν χρεώνει φόρο στα εκδιδόμενα φορολογικά στοιχεία και υποχρεούται να αναγράφει σε αυτά «Άρθρο 39α, υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο λήπτης.»
 
Άρθρο 2
Ρυθμίσεις σχετικά με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας
 
1. Στο άρθρο 11 του Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013, Α’ 170), όπως ισχύει, οι υφιστάμενες παράγραφοι 4 και 5 αναριθμούνται ως παράγραφοι 5 και 6 και προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
 
«4. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αναστέλλει τη χρήση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου ή να προβαίνει σε απενεργοποίηση αυτού εάν υφίστανται αντικειμενικά στοιχεία από τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος έχει παύσει να ασκεί οικονομική δραστηριότητα ή ότι διαπράττει φοροδιαφυγή ή ότι έχει δηλώσει ψευδή ή ανακριβή στοιχεία για την απόκτησή του. Ο φορολογούμενος έχει σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου.»
 
2. Στην υφιστάμενη παράγραφο 4 του άρθρου 11, η οποία αναριθμείται ως παράγραφος 5, προστίθεται περίπτωση δ’ ως εξής:
 
«δ) περιπτώσεις αναστολής ή απενεργοποίησης Αριθμού Φορολογικού Μητρώου, τις συνέπειες της αναστολής και της απενεργοποίησης, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου 4.»
 
3. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 42 προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής:
 
«Ειδικά για αιτήματα επιστροφής ΦΠΑ από υποκειμένους μη εγκατεστημένους στο εσωτερικό της χώρας, η Φορολογική Διοίκηση αποφαίνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήψη του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν απαιτείται η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων οπότε η ως άνω προθεσμία παρατείνεται μέχρι οκτώ (8) μήνες.»
 
4. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 36 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
 
«Στις περιπτώσεις που για κάποια φορολογία προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων, η έκδοση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να γίνει εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της τελευταίας δήλωσης.»
 
5. Στην παράγραφο 27 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013 – Α’ 170) και μετά τη λέξη «2013» προστίθενται οι λέξεις «κατά το μέρος που οι διατάξεις αυτές έχουν καταργηθεί με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα».
 
6. Οι δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994, καθώς και τα έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, που αφορούν το οικονομικό έτος 2014, λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του φόρου σύμφωνα με την κλίμακα της παραγράφου 1 α του ίδιου άρθρου και νόμου, ακόμη και στην περίπτωση που συμπεριληφθούν σε εκπρόθεσμες αρχικές ή τροποποιητικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος.
 
Άρθρο 3
Οργανωτικές ρυθμίσεις Υπουργείου Οικονομικών
 
1. Συστήνονται τετρακόσιες (400) οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού στον υφιστάμενο κλάδο Εφοριακών της κατηγορίας ΠΕ (άρθρου 129 του π.δ. 284/1988-Α’ 128, όπως ισχύει), οι οποίες προστίθενται και προσαυξάνουν τις οργανικές θέσεις προσωπικού της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
 
2. Η περίπτωση γ’ της παραγράφου 4 της υποπαραγράφου Γ.2 της παραγράφου Γ’ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α’ 85) καταργείται.
 
3. H αληθής έννοια της υποπερίπτωσης ε’ της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Ε.2 της παραγράφου Ε’ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α’ 222) είναι:
 
«ε. Γενική Διεύθυνση Γενικού Χημείου του Κράτους και Περιφερειακές Υπηρεσίες αυτού.»
 
Άρθρο 4
Ρυθμίσεις σχετικά με το Δελτίο Ατομικής και Υπηρεσιακής Κατάστασης
 
Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4151/2013 (Α’ 103), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
 
«Στοιχεία του Δελτίου Ατομικής και Υπηρεσιακής Κατάστασης (ΔΑΥΚ) του υπαλλήλου, μπορούν να μεταφέρονται από τη Γενική Διεύθυνση Συντάξεων προς τους ασφαλιστικούς φορείς κύριας, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, καθώς και το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων, μέσω διαδικτύου, εφόσον ο υπάλληλος έχει ασφαλιστικό χρόνο και στους φορείς αυτούς. Η μεταφορά αυτή διενεργείται με τη χρήση ηλεκτρονικής Υπηρεσίας που θα παρέχεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ).»
 
Άρθρο 5
Τροποποιήσεις των νόμων 3492/2006, 4151/2013 και 4254/2014
 
1. (α) Στο τέλος του άρθρου 6 του ν. 3492/2006 (Α’ 210) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
 
«6. Στη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων λειτουργούν δεκατρία (13) Περιφερειακά Γραφεία Δημοσιονομικού Ελέγχου σε επίπεδο μη Αυτοτελούς Γραφείου, στις αντίστοιχες έδρες των περιφερειών της χώρας και υπάγονται απευθείας στον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης. Τα εν λόγω γραφεία στελεχώνονται από υπαλλήλους των κλάδων Οικονομικών Επιθεωρητών και Δημοσιονομικών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για τη λειτουργία των Περιφερειακών Γραφείων Δημοσιονομικού Ελέγχου.»
 
(β) Το άρθρο 9 του ν. 3492/2006 καταργείται.
(γ) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3492/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
 
«Συνιστάται στη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων (ΓΔΔΕ) Επιτροπή Συντονισμού Ελέγχων (ΕΣΕΛ) η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και αποτελείται από τον προϊστάμενο της ΓΔΔΕ ως Πρόεδρο, τους προϊσταμένους των Διευθύνσεων: (i) Ελέγχου Υπουργείων, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού, (ii) Ελέγχου Φορέων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Δ.Ε.Κ.Ο., Ν.Π.Ι.Δ. και Λοιπών Φορέων, (iii) Υποστήριξης και Επικοινωνίας, (iv) Εκτάκτων Δημοσιονομικών Ελέγχων και (ν) Συντονισμού και Ελέγχου Εφαρμογής των Δημοσιολογιστικών Διατάξεων καθώς και δύο (2) πρόσωπα από το δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα που διαθέτουν εμπειρία σε θέματα ελέγχου δαπανών και συστημάτων διαχείρισης. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ορίζονται τα αναπληρωματικά μέλη της ΕΣΕΛ και η γραμματεία αυτής, η οποία στελεχώνεται από υπαλλήλους των ανωτέρω διευθύνσεων και ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα που αφορά στη λειτουργία της. Ανάλογα με το θέμα το οποίο εξετάζεται, εισηγητής της ΕΣΕΛ είναι ο καθ’ ύλην αρμόδιος Προϊστάμενος εκ των μελών, ο οποίος μετέχει στη σύνθεση της Επιτροπής χωρίς δικαίωμα ψήφου. Σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος του Προέδρου της Επιτροπής προεδρεύει ο αναπληρωτής αυτού και αντ’ αυτού μετέχει ως τακτικό μέλος ο αναπληρωτής του.»
 
(δ) Στην παρ. 4 του άρθρου 12 του ν. 3492/2006, προστίθεται εδάφιο ε’ ως εξής:
 
«ε) σε περίπτωση απώλειας αποδεικτικών είσπραξης που δεν έχουν εξοφληθεί, η διαπίστωση της εισαγωγής ή μη στην ΔΟΥ ή στο Τελωνείο του ποσού που αναγράφεται σε αυτά ενώ σε περίπτωση απώλειας γραμματίων, χρηματικών ενταλμάτων ή άλλων τίτλων πληρωμής, πριν την εξόφλησή τους, η διαπίστωση της μη εξόφλησης αυτών, προκειμένου να εκδοθούν αντίγραφα αυτών, καθώς και σε περίπτωση απώλειας χρηματικών ενταλμάτων ή άλλων τίτλων πληρωμής μετά την εξόφληση αυτών, προκειμένου να εκδοθεί αντίγραφο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.»
 
(ε) Στο τέλος του άρθρου 12 του ν. 3492/2006 προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής:
 
«6. Μέχρι τη σύσταση των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 3492/2006, οι αρμοδιότητες της παραγράφου 4 ασκούνται από υπαλλήλους του κλάδου Οικονομικών Επιθεωρητών, στους οποίους ανατίθενται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών.»
 
(στ) Στο τέλος της περίπτωσης η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του ν. 3492/2006 τίθεται κόμμα και προστίθεται η φράση «εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο».
 
2. Στο τέλος της περίπτωσης β’ της παρ. 6 του άρθρου 12 του ν. 4151/2013 (Α’ 103), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
 
«Υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ, οι οποίοι διορίζονται για πρώτη φορά στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και τοποθετούνται στις Γενικές Διευθύνσεις Δημοσιονομικών Ελέγχων και Διοίκησης και Ελέγχου Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων από την Ευρωπαϊκή Ενωση, μέχρι την ένταξή τους στο Μητρώο Δημοσιονομικών Ελεγκτών και Ελεγκτών της ΕΔΕΛ, μπορεί με απόφαση των Προϊσταμένων των ανωτέρω Γενικών Διευθύνσεων, να διενεργούν ελέγχους αρμοδιότητας αυτών αντιστοίχως.»
 
3. (α) Στο πρώτο εδάφιο της υποπερίπτωσης δδ’ της περίπτωσης β’ της υποπαραγράφου 3 της παραγράφου Ε’ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α’ 85) η φράση «του στοιχείου β’ του άρθρου 1 του π.δ. 24/2008 (Α’ 48)» αντικαθίσταται με τη φράση «Εκτάκτων Δημοσιονομικών Ελέγχων».
(β) Στο τέλος της διάταξης της περίπτωσης γ’ της υποπαραγράφου 6 της παραγράφου Ε’ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
 
« Οι υπηρετούντες στις εν λόγω οργανικές θέσεις διενεργούν τους αναφερόμενους στο άρθρο 13 του ν.4151/2013 (Α’ 103) ελέγχους και εντάσσονται αυτοδίκαια στο Μητρώο Δημοσιονομικών Ελεγκτών και Ελεγκτών της ΕΔΕΛ μη εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του ίδιου νόμου.»
 
Άρθρο 6
Επιχορήγηση φορέων της Γενικής Κυβέρνησης για εξόφληση ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων τους
 
1. Όλοι οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης δύνανται να επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό αποκλειστικά και μόνο για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων υ-ποχρεώσεών τους.
 
2. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χρηματοδότησης των φορέων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου θέμα.
 
Άρθρο 7
Δημόσια Προσφορά και Ενημερωτικό Δελτίο
 
1. Στο άρθρο 24 του ν. 3401/2005 (Α’ 257), προστίθενται παράγραφοι 3 και 4, που έχουν ως εξής:
 
«3. Απαγορεύεται η από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημόσια προσφορά ή διενέργεια, με οποιονδήποτε τρόπο, διαφημίσεων, γνωστοποιήσεων, δηλώσεων ή ανακοινώσεων, προς σκοπό την προσέλκυση του κοινού για επένδυση χρηματικών ποσών σε κάθε είδους κινητές αξίες, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, εκτός εάν προηγουμένως, στις μεν περιπτώσεις που οι δημόσιες προσφορές για κινητές αξίες υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, έχει χορηγηθεί έγκριση ενημερωτικού δελτίου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όπου απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, όπως κάθε φορά ισχύει, σε κάθε δε άλλη περίπτωση με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 του παρόντος νόμου έχει καταρτισθεί και δημοσιοποιηθεί πληροφοριακό δελτίο, το οποίο να περιέχει τα προβλεπόμενα από την απόφαση της παραγράφου 5 άρθρου 1 του παρόντος νόμου, όπως αυτή κάθε φορά ισχύει, στοιχεία και πληροφορίες. Το πληροφοριακό δελτίο εγκρίνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εκτός των περιπτώσεων που οι κινητές αξίες εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή εντάσσονται σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης που λειτουργούν στην Ελλάδα, οπότε το πληροφοριακό δελτίο εγκρίνεται από το διαχειριστή της οργανωμένη αγοράς ή του πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης, κατά περίπτωση.
 
4. Όποιος με πρόθεση παραβιάζει την απαγόρευση του άρθρου 3 και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Από την έναρξη ισχύος της ανωτέρω διάταξης καταργείται το άρθρο 10 του ν. 876/1979 (Α’ 48).»
 
2. Στο τέλος της περίπτωσης ζ’ του άρθρου 8 του ν. 3461/2006 (Α’ 106) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
 
«Ως διαδικασία αποκρατικοποίησης για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοείται και η πώληση κινητών αξιών κατά τις διατάξεις του ν. 3049/2002 ή του ν. 3986/2011.»
 
Άρθρο 8
Τροποποίηση του ν. 2778/1999
 
1. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 2778/1999 (Α’ 295) προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
 
«Οι επενδύσεις της ΑΕΕΑΠ σε μετοχές εταιριών των περιπτώσεων δ’ και ε’ αφορούν και σε υπό σύσταση εταιρίες, υπό την προϋπόθεση ότι τα διαθέσιμα των εν λόγω υπό σύσταση εταιριών θα έχουν επενδυθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στις εν λόγω περιπτώσεις εντός χρονικού διαστήματος δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία επένδυσης της ΑΕΕΑΠ. Για τις επενδύσεις των υπό σύσταση εταιριών παρατίθεται αναλυτική αναφορά στην εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων της ΑΕΕΑΠ.»
 
2. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 26 του ν. 2778/1999 αντικαθίστανται ως εξής:
 
«1. Επιτρέπεται η λήψη δανείων από την ΑΕΕΑΠ και η παροχή πιστώσεων σε αυτήν, για ποσά τα οποία, στο σύνολό τους, δεν θα υπερβαίνουν το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ενεργητικού της. Τηρουμένου του ορίου του πρώτου εδαφίου, στην περίπτωση που οι οντότητες των περιπτώσεων δ’, ε’ , στ’ και ζ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 22, στις οποίες έχει επενδύσει η ΑΕΕΑΠ, έχουν λάβει δάνεια και πιστώσεις, το όριο του πρώτου εδαφίου υπολογίζεται και επί του ενεργητικού της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης της ΑΕΕΑΠ. Το σύνολο των δανείων που λαμβάνονται για την αποπεράτωση ακινήτων της ΑΕΕΑΠ ή των ακινήτων των οντοτήτων των περιπτώσεων δ’, ε’ και στ’ και των υποπεριπτώσεων ββ’ και γγ’ της περίπτωσης ζ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 22 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσοστό που αναγράφεται στο πρόγραμμα της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 22. Στο ύψος του επιτρεπόμενου δανεισμού συμπεριλαμβάνονται και τα δικαιώματα από χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 22.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η ΑΕΕΑΠ να συστήνει θυγατρική με μοναδικό σκοπό τη λήψη δανείων και τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση της ΑΕΕΑΠ ή/και των οντοτήτων των περιπτώσεων δ’, ε’, στ’ και ζ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 22.
 
2. Για την εξασφάλιση των δανείων και πιστώσεων που λαμβάνει η ΑΕΕΑΠ επιτρέπεται να συνιστώνται βάρη επί των κινητών ή ακινήτων της ΑΕΕΑΠ.
 
3. Η ΑΕΕΑΠ μπορεί να συνάπτει δάνεια και να λαμβάνει πιστώσεις για την απόκτηση ακινήτων που θα χρησιμοποιήσει για τις λειτουργικές της ανάγκες, εφόσον το ύψος των δανείων και πιστώσεων, στο σύνολό τους, δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας του συνόλου των ιδίων κεφαλαίων της ΑΕΕΑΠ μειουμένων κατά το συνολικό ποσό των επενδύσεών της σε ακίνητα. Τα ποσά των δανείων αυτών δεν συνυπολογίζονται στο ποσοστό της παραγράφου 1.»
 
3. Η παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 2778/1999 αντικαθίσταται και προστίθεται νέα παράγραφος 4, ως εξής:
 
«3. Μετά την έγκριση του ενημερωτικού δελτίου για την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των μετοχών της ΑΕΕΑΠ σε οργανωμένη αγορά που λειτουργεί στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του παρόντος νόμου, και υπό την προϋπόθεση της πραγματοποίησης της εισαγωγής, απαγορεύεται περαιτέρω η μεταβίβαση προς την ΑΕΕΑΠ ακινήτων που ανήκουν σε:
α) μετόχους της ΑΕΕΑΠ που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, μέσω συνδεδεμένων προσώπων κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή μέσω προσώπων που ελέγχονται από αυτά, κατά την έννοια της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3556/2007, ποσοστό τουλάχιστον πέντε τοις εκατό (5%) του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕΕΑΠ και
β) μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της, συζύγους και συγγενείς τους μέχρι και τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, καθώς και σε ελεγχόμενα από αυτούς, κατά την ανωτέρω έννοια, νομικά πρόσωπα.
 
4. α) Η απαγόρευση της παραγράφου 3 δεν καταλαμβάνει την εισφορά ακινήτων στην ΑΕΕΑΠ κατά το στάδιο σύστασης ή αύξησης μετοχικού κεφαλαίου που πραγματοποιείται έως και την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των μετοχών της ΑΕΕΑΠ σε οργανωμένη αγορά που λειτουργεί στην Ελλάδα.
β) Η απαγόρευση της παραγράφου 3 δεν καταλαμβάνει τη μεταβίβαση ακινήτων προς την ΑΕΕΑΠ ή την εισφορά τους σε αυτήν εφόσον ο μεταβιβάζων είναι νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στην παράγραφο 3α ανωτέρω και εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
αα) Η αξία των μεταβιβαζόμενων ακινήτων, σε ετήσια βάση, δεν υπερβαίνει το 10% του συνόλου των επενδύσεων της ΑΕΕΑΠ.
ββ) Διενεργείται αποτίμηση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του κ. ν. 2190/1920, η δε έκθεση αποτίμησης υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 7β του κ. ν. 2190/1920 και αναρτάται στην ιστοσελίδα της εταιρείας την ίδια ημερομηνία με τη δημοσίευση της πρόσκλησης για σύγκληση της γενικής συνέλευσης της επόμενης υποπερίπτωσης.
γγ) Λαμβάνεται προ της μεταβίβασης ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης, για την οποία απαιτείται πλειοψηφία τουλάχιστον τριών τετάρτων (3/4) των μετόχων που παρευρίσκονται, εξαιρουμένου του μετόχου στον οποίο ανήκει το μεταβιβαζόμενο ακίνητο ή μετόχου με τον οποίο υπάρχει σχέση ελέγχου, κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ. ν. 2190/1920, με το μέτοχο στον οποίο ανήκει το μεταβιβαζόμενο ακίνητο.»
 
Άρθρο 9
Ρυθμίσεις για την ενσωμάτωση των Οδηγιών 2010/73/ΕΕ και 2011/61/ΕE
 
1. Στην παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3401/2005 (Α’ 257) προστίθεται περίπτωση ι ως εξής:
 
«ι) διενεργεί επιτόπιους ελέγχους, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, για να διαπιστώσει τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του.»
 
2. Το πρώτο εδάφιο της υποπερίπτωσης αα’ της περίπτωσης η’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3556/ 2007 (Α’ 91), τροποποιείται ως εξής:
«όταν ο εκδότης έχει συσταθεί στην Ένωση, το κράτος – μέλος στο οποίο έχει την καταστατική του έδρα.»
 
3. Η παρ. 2 του άρθρου 109 του ν. 4209/2013 (Α’ 253) αντικαθίσταται ως εξής:
 
«2. Το άρθρο 35 και τα άρθρα 37 έως 40 ισχύουν μετά την έναρξη ισχύος της πράξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 67 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ.»
 
Άρθρο 10
 
1. Η ισχύς της Αριθ/Γ.Δ.Ο.Π. 0000584 ΕΞ2014/12.5.2014 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, (ΦΕΚ τεύχος υπαλλήλων ειδικών θέσεων και οργάνων διοίκησης φορέων του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα 304), αρχίζει από τις 17.2.2012 και βαρύνει τον προϋπολογισμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς έτους 2014.
 
2. Η ισχύς της κοινής απόφασης 23/674/14.2.2014 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, (Β’ 1617/ 19.6.2014), ανατρέχει στο χρόνο λήψης της, δηλαδή στις 14.2.2014. Πράξεις και ενέργειες της επιτροπής εξετάσεων που διενεργήθηκαν από τις 14.2.2014 μέχρι και τις 17.4.2014 θεωρούνται νόμιμες.
 
3. Η ισχύς της κοινής απόφασης 5/679/17.4.2014 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, (Β’ 1617/19.6.2014), ανατρέχει στο χρόνο λήψης της, δηλαδή στις 17.4.2014. Πράξεις και ενέργειες της επιτροπής εξετάσεων που διενεργήθηκαν από τις 17.4.2014 μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, θεωρούνται νόμιμες.
 
4. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3606/2007, (Α’ 195), προστίθενται δύο εδάφια που έχουν ως εξής:
 
«Με κοινή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος συγκροτείται τριμελής Επιτροπή Εξετάσεων που είναι αρμόδια για τη διατύπωση των θεμάτων των εξετάσεων και την εποπτεία της διενέργειας αυτών. Με την ίδια Απόφαση ορίζεται και η αμοιβή της Επιτροπής Εξετάσεων που βαρύνει τους προϋπολογισμούς της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος.»
 
Άρθρο 11
Χάραξη αιγιαλού – παραλίας
 
1. α. Το άρθρο 4 του ν. 2971/2001 (Α’ 285) αντικαθίσταται ως εξής:
 
«Αρθρο 4
Καθορισμός αιγιαλού
 
1. Η οριογραμμή του αιγιαλού χαράσσεται με κόκκινο χρώμα στους έγχρωμους ορθοφωτοχάρτες ακριβείας με υψομετρική πληροφορία, κλίμακας τουλάχιστον 1:1000 και φωτοληψίας ετών 2008-2009, που απεικονίζουν παράκτια ζώνη εύρους τουλάχιστον 300 μέτρων από την ακτογραμμή (εφεξής «υπόβαθρα»). Τα υπόβαθρα παρήχθησαν για την εταιρεία Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση Α.Ε. (ΕΚΧΑ Α.Ε.), δυνάμει του έργου με τίτλο «Παραγωγή Ψηφιακών Ορθοφωτοχαρτών και ψηφιακών μοντέλων εδάφους (Digital Terrain Model) για χάραξη αιγιαλού», είναι εξαρτημένα από το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987 και φέρουν χαραγμένη επ’ αυτών «προκαταρκτική οριογραμμή αιγιαλού», βάσει φωτοερμηνείας.
 
2. Τα υπόβαθρα παραδίδονται από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής που εποπτεύει την ΕΚΧΑ Α.Ε. στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, συνοδευόμενα από τεχνική έκθεση για τις προδιαγραφές και τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν κατά τον καθορισμό, επί των υποβάθρων, της προκαταρκτικής οριογραμμής του αιγιαλού από την ΕΚΧΑ Α. Ε.. Εν συνεχεία, τα υπόβαθρα με την επαυτών προκαταρκτική οριογραμμή αιγιαλού, η τεχνική έκθεση και το ψηφιακό μοντέλο εδάφους διαβιβάζονται στις αρμόδιες κατά τόπο Κτηματικές Υπηρεσίες, καθώς και στο Γ.Ε.ΕΘ.Α., με την υποχρέωση:
α) Μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη λήψη τους, το Γ.Ε.ΕΘ.Α. υποδεικνύει στις Κτηματικές Υπηρεσίες τα τμήματα της οριογραμμής που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 17 και τα υπόβαθρα των οποίων πρέπει να εξαιρεθούν από την ανάρτηση για λόγους εθνικής ασφάλειας.
β) Εντός της ίδιας προθεσμίας, οι Κτηματικές Υπηρεσίες υποχρεούνται:
Να διαγράψουν την προκαταρκτική οριογραμμή αιγιαλού στις περιοχές που υφίσταται εγκεκριμένη οριογραμμή αιγιαλού και να αποτυπώσουν την τελευταία ως οριστική αποτυπώνοντας ταυτόχρονα και τις εγκεκριμένες οριογραμμές παραλίας και παλαιού αιγιαλού, εφόσον υπάρχουν. Αν η εγκεκριμένη οριογραμμή αιγιαλού εντοπίζεται στο υδάτινο στοιχείο, δεν αποτυπώνεται ως οριστική.
γ) Εντός προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών από τη λήψη τους, οι Κτηματικές Υπηρεσίες υποχρεούνται να ελέγξουν την υπόλοιπη προκαταρκτική οριογραμμή και να υποβάλουν πρόταση για την τελική οριογραμμή σε περιπτώσεις εμφανώς εσφαλμένης προκαταρκτικής οριογραμμής και για να αντιμετωπισθούν ασυνέχειες μεταξύ της ήδη εγκεκριμένης και της προκαταρκτικής οριογραμμής.
Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου της περίπτωσης β’, τα υπόβαθρα με την επαυτών γραμμή αιγιαλού, προκαταρκτική και οριστική, και η τεχνική έκθεση αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών για ενημέρωση του κοινού, εξαιρουμένων των τμημάτων που έχει υποδείξει το Γ.Ε.ΕΘ.Α.. Ο έλεγχος των Κτηματικών Υπηρεσιών διενεργείται βάσει των κριτηρίων του άρθρου 9.
 
3. Οι προτάσεις των Κτηματικών Υπηρεσιών υποβάλλονται στις κατά τόπον αρμόδιες Επιτροπές του άρθρου 3, οι οποίες αποφαίνονται για την αποδοχή τους. Τα υπόβαθρα με την προτεινόμενη οριογραμμή, η τεχνική έκθεση και οι εκθέσεις των Επιτροπών αποστέλλονται απευθείας στους αρμόδιους κατά τόπον Γενικούς Γραμματείς των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, για την έκδοση απόφασης επικύρωσης της οριστικής οριογραμμής αιγιαλού στην περιφέρεια αρμοδιότητας τους. Μετά το πέρας της ως άνω διαδικασίας ο φάκελος επιστρέφεται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία. Η απόφαση καθορισμού της οριστικής οριογραμμής αιγιαλού, στην οποία γίνεται μνεία της ιστοσελίδας στην οποία αναρτώνται τα συνοδευτικά της στοιχεία κατά την παράγραφο 5, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επέχει θέση μεταγραφής στα βιβλία μεταγραφών.
 
4. Οι αποφάσεις καθορισμού της οριστικής οριογραμμής αιγιαλού, τα τεχνικά στοιχεία και τα υπόβαθρα αναρτώνται μόνιμα στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών για ενημέρωση του κοινού. Σχετική ανακοίνωση για την ανάρτηση τοιχοκολλάται στους χώρους ανακοινώσεων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, των Περιφερειών και των παράκτιων Δήμων. Αν εξαιρεθούν από την ανάρτηση, για λόγους εθνικής ασφάλειας, συγκεκριμένα υπόβαθρα, οι έχοντες έννομο συμφέρον μπορούν να λαμβάνουν γνώση της οριστικής οριογραμμής από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία. Μνεία για την εξαίρεση υποβάθρων από την ανάρτηση γίνεται στην απόφαση καθορισμού της οριστικής οριογραμμής αιγιαλού και στην ανακοίνωση της ανάρτησης.
 
5. Με την τήρηση των όρων δημοσιότητας των παραγράφων 3 και 4 ολοκληρώνεται η διαδικασία καθορισμού του αιγιαλού και συνάγεται τεκμήριο ότι οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν γνώση σχετικά με τη χάραξη και την ακριβή θέση της οριογραμμής του αιγιαλού, μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών. Τυχόν πλημμέλειες των διαδικασιών δημοσιότητας δεν επηρεάζουν το κύρος της διαδικασίας οριοθέτησης του αιγιαλού. Για την οριστικοποίηση της οριογραμμής ενημερώνεται η εταιρεία ΕΚΧΑ Α. Ε .. Οι έχοντες έννομο συμφέρον μπορούν να ζητήσουν τον επανακαθορισμό του αιγιαλού κατά τις διατάξεις του άρθρου 7Α.
 
6. Στις περιπτώσεις που δεν επιτρέπεται, για λόγους εθνικής ασφάλειας, η ανάρτηση υποβάθρων ή όταν δεν περιλαμβάνονται τμήματα της ακτογραμμής σε υπόβαθρα, η οριστική οριογραμμή αιγιαλού καθορίζεται από την Επιτροπή, με βάση τα κριτήρια του άρθρου 9, επί κτηματογραφικού υψομετρικού διαγράμματος κλίμακας τουλάχιστον 1:1000, εξαρτημένου από το Ελληνικό Γεω δαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987, στο οποίο αποτυπώνονται τα όρια των ιδιοκτησιών και αναγράφονται οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες. Το διάγραμμα περιλαμβάνει μήκος ακτής τουλάχιστον πεντακοσίων (500) μέτρων ή και μεγαλύτερο αν το τμήμα που απομένει μέχρι το επόμενο καθορισμένο τμήμα δεν υπερβαίνει τα διακόσια (200) μέτρα, εκτός αν τούτο προσκρούει σε τεχνικούς και φυσικούς περιορισμούς, ειδικώς αιτιολογημένους. Όταν το διάγραμμα συντάσσεται από ιδιώτη, θεωρείται από μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας ή της Διεύθυνσης Τεχνικών Εργων της Περιφερειακής Ενότητας.
Η έκθεση της Επιτροπής και το διάγραμμα καθορισμού της οριστικής οριογραμμής του αιγιαλού επικυρώνονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποστέλλονται για ενημέρωση στην εταιρεία Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση Α. Ε. ή στο οικείο Υποθηκοφυλακείο κατά περίπτωση.
 
7. Αν μετά την παρέλευση δεκαοκτώ (18) μηνών από τη λήψη των σχετικών στοιχείων από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία κατά την παράγραφο 2, δεν έχει εκδοθεί απόφαση για την οριστική οριογραμμή αιγιαλού από την αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 3, η προκαταρκτική οριογραμμή θεωρείται οριστική και εκδίδεται περί τούτου διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης μέσα σε ένα μήνα από την εκπνοή της προθεσμίας. Η διαπιστωτική πράξη, η τεχνική έκθεση και τα σχετικά υπόβαθρα υποβάλλονται στους όρους δημοσιότητας των παραγράφων 3 και 4. Οι παράγραφοι 5 και 6 εφαρμόζονται αναλόγως.
 
8. Αιτήματα καθορισμού οριογραμμής αιγιαλού από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατατίθενται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, η οποία υποχρεούται να τα εισάγει στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση. Σε αυτήν την περίπτωση καθορίζεται κατά προτεραιότητα οριστική οριογραμμή αιγιαλού σε μήκος ακτής τουλάχιστον πεντακοσίων (500) μέτρων είτε επί υποβάθρου ορθοφωτοχάρτη της παραγράφου 1 του άρθρου 4 είτε επί τοπογραφικού διαγράμματος της παραγράφου 6. Η σχετική απόφαση εκδίδεται το αργότερο σε τρεις μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η προκαταρκτική γραμμή αιγιαλού, για την περιοχή που αφορά η αίτηση, θεωρείται οριστική και εκδίδεται περί τούτου διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης μέσα σε ένα μήνα από την εκπνοή της προθεσμίας. Η διαπιστωτική πράξη, η τεχνική έκθεση και τα σχετικά υπόβαθρα υποβάλλονται στη δημοσιότητα των παραγράφων 3 και 4. Οι παράγραφοι 5 και 6 εφαρμόζονται αναλόγως.»
β. Η παράδοση των υποβάθρων και της τεχνικής έκθεσης από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής που εποπτεύει την ΕΚΧΑ Α.Ε. στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και στο ΓΕΕΘΑ πραγματοποιείται εντός ενός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
 
2. Το άρθρο 6 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
 
«Αρθρο 6
Καθορισμός παλαιού αιγιαλού
 
1. Οι παλαιοί αιγιαλοί καθορίζονται με χάραξη οριογραμμής γαλάζιου χρώματος στα υπόβαθρα της παραγράφου 1 του άρθρου 4 από την Επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 3. Η ύπαρξη παλαιού αιγιαλού εξετάζεται από την Επιτροπή είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης προς την Κτηματική Υπηρεσία για καθορισμό παραλίας σύμφωνα με το άρθρο 7.
 
2. Η Επιτροπή καθορίζει την παλαιά θέση του αιγιαλού που υπήρχε μέχρι το έτος 1884, αν υφίστανται κατοχές ιδιωτών, αλλά και προγενέστερα, αν δεν υπάρχουν τέτοιες κατοχές, εφόσον η θέση του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από ενδείξεις επί του εδάφους ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, εξαιρουμένων των μαρτυρικών καταθέσεων.
 
3. Η Επιτροπή επίσης αναζητά και συνεκτιμά όλα τα απαιτούμενα για την ακριβή οριοθέτηση του παλαιού αιγιαλού στοιχεία τα οποία και παραθέτει στην έκθεσή της, ιδίως φυσικές ενδείξεις (όπως το αμμώδες, ελώδες ή βαλτώδες εκτάσεων συνεχόμενων του αιγιαλού), αεροφωτογραφίες, χάρτες και διαγράμματα διαφόρων ετών γεωλογικές μελέτες.
 
4. Τα υπόβαθρα με την οριοθετημένη από την Επιτροπή γραμμή του παλαιού αιγιαλού, συνοδευόμενα από τη σχετική τεχνική έκθεση, δημοσιεύονται σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του παρόντος.»
 
3. Στο άρθρο 7 του ν. 2971/2001 επέρχονται οι κάτωθι τροποποιήσεις:
 
α. Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η Επιτροπή του άρθρου 3 καθορίζει τη ζώνη παραλίας, εφόσον κρίνεται απαραίτητο για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της παραγράφου 2 του άρθρου 1. Η ζώνη παραλίας καθορίζεται από την Επιτροπή με χάραξη οριογραμμής κίτρινου χρώματος στα υπόβαθρα της παραγράφου 1 του άρθρου 4, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αίτησης κάθε ενδιαφερομένου στην Κτηματική Υπηρεσία. Αιτήματα καθορισμού οριογραμμής παραλίας εισάγονται από την Κτηματική Υπηρεσία στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση και η σχετική έκθεση συντάσσεται το αργότερο σε δύο μήνες από την υποβολή τους. Η έκθεση περιέχει ειδική αιτιολογία για την ανάγκη καθορισμού ζώνης παραλίας, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 1, και επικυρώνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η απόφαση, η έκθεση και τα υπόβαθρα υποβάλλονται στους όρους δημοσιότητας των παραγράφων 3, 4 και 6 του άρθρου 4.»
β. Στην παράγραφο 2, οι λέξεις «της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών που επικυρώνει την έκθεση και το διάγραμμα του αιγιαλού και παραλίας κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 5» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης που επικυρώνει την έκθεση της Επιτροπής».
γ. Στην παράγραφο 4, οι λέξεις «Από τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Από τη δημοσίευση της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης».
 
4. Μετά το άρθρο 7 του ν. 2971/2001 προστίθεται άρθρο 7Α ως εξής:
 
«Αρθρο 7Α
Επανακαθορισμός αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού
 
1. Σε περίπτωση εσφαλμένου καθορισμού της οριογραμμής αιγιαλού, παραλίας ή παλαιού αιγιαλού, καθώς και μεταβολής της ακτογραμμής λόγω νόμιμων τεχνικών έργων ή φυσικών αιτίων, επιτρέπεται ο επανακαθορισμός από την Επιτροπή είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου και προσκόμισης εκ μέρους του φακέλου με πλήρη στοιχεία που να αποδεικνύουν το σφάλμα του πρώτου καθορισμού στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία. Για τον επανακαθορισμό εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3 έως 6 του άρθρου 4, του άρθρου 6, του άρθρου 7 και του άρθρου 9.
 
2. Ο επανακαθορισμός της παραλίας, εφόσον συνεπάγεται μείωση της ζώνης παραλίας που είχε αρχικώς καθορισθεί επιτρέπεται μόνο αν δεν έχει συντελεσθεί η σχετική αναγκαστική απαλλοτρίωση.»
 
5. Το άρθρο 5 του ν. 2971/2001 καταργείται πλην της παραγράφου 4 και του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 9, το οποίο προστίθεται ως παράγραφος 3 στο νέο άρθρο 7Α.
 
6. Από την ανάρτηση των υποβάθρων κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2971/2001, όπου, κατά τις διατάξεις του ν. 2971/2001, απαιτείται υποβολή τοπογραφικού διαγράμματος ή διαγράμματος αιγιαλού ή διαγράμματος καθορισμού του αιγιαλού ή γίνεται αναφορά σε τέτοιο διάγραμμα, αυτό αντικαθίσταται από τα οικεία υπόβαθρα ορθοφωτοχαρτών της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 2971/2001.
 
7. Εκκρεμείς διαδικασίες καθορισμού αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης, που έχουν ξεκινήσει μετά από αίτημα ενδιαφερομένου και για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, πράξη της Επιτροπής του άρθρου 3 του ν. 2971/2001 με την οποία καθορίζεται η οριογραμμή αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης, μπορούν, μετά από γραπτή δήλωση του αιτούντος, υποβαλλόμενη στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία εντός ενός μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, να ολοκληρώνονται είτε κατά τις διατάξεις του ν. 2971/2001, όπως αυτός ίσχυε μέχρι την τροποποίησή του με το παρόν άρθρο, είτε κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του παρόντος άρθρου. Αν επιλεγεί η διαδικασία του ν. 2971/2001, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το παρόν άρθρο, και ο καθορισμός της οριογραμμής αιγιαλού, παραλίας, όχθης, και παρόχθιας ζώνης δεν έχει ολοκληρωθεί εντός δώδεκα (12) μηνών από την υποβολή της δήλωσης του αιτούντος κατά το προηγούμενο εδάφιο, εφαρμόζονται αναλογικά τα τρία τελευταία εδάφια της παραγράφου 8 του άρθρου 4 του ν. 2971/2001, όπως το άρθρο αυτό αντικαθίσταται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Οι λοιπές εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, διαδικασίες καθορισμού αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης ολοκληρώνονται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του παρόντος άρθρου.
 
Άρθρο 12
Τροποποίηση του ν.4224/2013, θέματα Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων
 
1. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013, προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
 
«Οι οφειλέτες δεν επιβαρύνονται από τους δανειστές με οποιαδήποτε χρέωση σε σχέση με την εξέταση των αιτημάτων τους για υπαγωγή στις διατάξεις του Κώδικα, τη διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής των ρυθμίσεων και εν γένει τις υπηρεσίες που αφορούν στην εφαρμογή του Κώδικα. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνουν τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα του άρθρου 3 παρ. 1 σημείο 22 του ν. 4261/2014 (Α’ 107/5.5.2014).»
 
2. Στο άρθρο 1 του ν. 4224/2013 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
 
«4. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί και ελέγχει: α) τον τρόπο εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογίας και β) την πλήρη και αποτελεσματική θέσπιση συστημάτων. Στο πλαίσιο αυτό δύναται να απαιτεί από τους δανειστές τη λήψη των απαραίτητων κατά την κρίση της διορθωτικών μέτρων και να επιβάλει τις κατά το νόμο και το Καταστατικό της (άρθρο 55Α) κυρώσεις: α) σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογίας και β) στις περιπτώσεις διαπίστωσης αδυναμιών των συστημάτων.
Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος δεν επιλαμβάνεται της επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ δανειστών και οφειλετών από την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας.»
 
3. Κατά την εκτέλεση τραπεζικών εργασιών του εμπορικού κλάδου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων δύναται ο υπόλογος διαχειριστής να εκδίδει και τα παραστατικά δοσοληψιών των τραπεζικών εργασιών. Οι όροι, οι διαδικασίες ελέγχου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών αυτών θα καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις ρυθμίσεις του παρόντος καταργείται.
 
Άρθρο 13
ΤΕΑΔΥ, τροποποίηση του ν. 1892/1990
 
1. Τα ποσά των πρόσθετων κρατήσεων των υπαλλήλων που παρακρατήθηκαν, σε μηνιαία βάση, από την καταβαλλόμενη σε κάθε δικαιούχο αποζημίωση ΔΙΒΕΕΤ, για τη χορήγηση πρόσθετου μερίσματος, κατατίθενται σε λογαριασμό του Υπουργείου Οικονομικών που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Ειδικός Λογαριασμός Πρόσθετων Παρακρατηθέντων Ποσών» και αφορούν αποκλειστικά πρώην δικαιούχους ΔΙΒΕΕΤ.
Στο λογαριασμό αυτό συγκεντρώνονται:
α) Το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού «ΤΕΑΔΥ -Ειδικός Λογαριασμός Υπηρεσιακής Μονάδας Ε» που τηρούσε το ΤΕΑΔΥ στην Τράπεζα της Ελλάδος.
β) Το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Ε.Δ. Υπουργείο Οικονομικών – Εισφορές από ΔΙΒΕΕΤ 1/7/2001-31/7/2004-Πρόσθετο Μέρισμα».
γ) Το χρηματικό υπόλοιπο της πρόσθετης κράτησης για το χρονικό διάστημα διαχείρισης του λογαριασμού από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους δυνάμει της αρ. οικ. 2/42423/Α0024/10.6.2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.
Μετά την κατάθεση των ανωτέρω ποσών, ο ανωτέρω ειδικός λογαριασμός τίθεται αυτοδίκαια σε εκκαθάριση δεδομένου ότι δεν διενεργούνται επιπλέον παρακρατήσεις εισφορών δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4024/2011.
Οι παρακρατηθείσες κατά τα ανωτέρω εισφορές επιστρέφονται και καταβάλλονται εφάπαξ απομειωμένες αναλογικά προς τους δικαιούχους, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης τους, και υπό τον όρο της ρητής παραίτησής τους από οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση επιστροφής ποσών από την ίδια αιτία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των προς επιστροφή παρακρατηθεισών εισφορών στη βάση της αναλογικότητας, η διαδικασία επιστροφής τους στους δικαιούχους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θέμα.
 
2. Στο άρθρο 26 του ν. 1892/1990 (Α’ 101) προστίθεται νέα παράγραφος 3, ως εξής:
 
«3. Ειδικώς για δικαιοπραξίες που συνάπτονται για τους σκοπούς του ν. 3986/2011 (Α’ 152) μεταξύ νομικών προσώπων με έδρα εκτός των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών και του ΤΑΙΠΕΔ και αφορούν ή περιλαμβάνουν ακίνητα σε παραμεθόριες περιοχές ή μετοχές ή μερίδια εταιρειών που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητα στις περιοχές αυτές, η απαγόρευση της παραγράφου 1 του άρθρου 25 αίρεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, η οποία αφορά στο σύνολο των ως άνω ακινήτων ή μετοχών ή μεριδίων που αποτελούν αντικείμενο της εκάστοτε δικαιοπραξίας.»
 
ΜΕΡΟΣ Β’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΕΡΓΩΝ, ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
 
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
 
Άρθρο 14
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
 
1. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους Β’ θεσπίζουν κανόνες σχετικά:
α) Με τις διαδικασίες προγραμματισμού, σύναψης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων με αντικείμενο την κατασκευή έργων, την προμήθεια αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή τη διενέργεια διαγωνισμών μελετών.
β) Με την έννομη προστασία κατά την εφαρμογή του Μέρους Β’ του παρόντος.
γ) Με το συντονισμό, την εποπτεία και τον έλεγχο της λειτουργίας του τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
 
2. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται σε όλες τις δημόσιες συμβάσεις με εκτιμώμενη αξία ίση ή ανώτερη του χρηματικού ορίου της παραγράφου 1 του άρθρου 23, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 139.
 
3. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται και στη σύναψη συμβάσεων παραχώρησης δημοσίων έργων από αναθέτουσες αρχές του άρθρου 18.
 
4. Το παρόν Μέρος Β’ εφαρμόζεται σε:
α) Αναθέτουσες αρχές, κατά την έννοια του άρθρου 18 και αναθέτοντες φορείς κατά την έννοια του άρθρου 19, καθώς και σε κεντρικές αρχές προμηθειών κατά την έννοια του άρθρου 20.
β) Σε φορείς άλλους από αυτούς της προηγούμενης περίπτωσης, εφόσον τούτο προβλέπεται ειδικώς από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του φορέα αυτού.
 
5. Οι διατάξεις των άρθρων 14 έως 38, 40 έως 133, 139 και 179 έως 201 του Μέρους Β’ του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία ανάθεσης δημοσίων σημβάσεων υπηρεσιών, μελετών και έργων του ν. 3389/2005 «Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα» (Α’ 232), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται συμπληρωματικά, κατά το μέρος που δεν αντίκεινται στις ανωτέρω διατάξεις.
 
6. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου αποτελούν προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις:
α) της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31 ης Μαρτίου 2004 « Περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών» (L 134), όπως ισχύει,
β) της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004, «περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών» που δημοσιεύτηκε στην ελληνική γλώσσα στην επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τεύχος L 134), όπως ισχύει,
γ) της Οδηγίας 2005/51/ΕΚ της Επιτροπής της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 για την τροποποίηση του παραρτήματος ΧΧ της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ και του παραρτήματος VIII της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί δημοσίων συμβάσεων (ΕΕ L 257/1/10/2005),
δ) της Οδηγίας 2005/75/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005 για την διόρθωση της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ «Περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών» (L 323),
ε) της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1989 (L 395) και της Οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992 (L 76), όπως τροποποιήθηκαν με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11 ης Δεκεμβρίου 2007 (L 335).
 
Άρθρο 15
Ορισμοί (άρθρο 1 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 1 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου, εφαρμόζονται οι ορισμοί που παρατίθενται στις παραγράφους 2 έως 26.
 
2. α) «Δημόσιες συμβάσεις» είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας, οι οποίες συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μίας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών / αναθετόντων φορέων και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Κεφαλαίου.
β) «Δημόσιες συμβάσεις έργων» είναι δημόσιες συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο είτε την εκτέλεση, είτε συγχρόνως τη μελέτη και την εκτέλεση, εργασιών που αφορούν μία από τις δραστηριότητες ενός έργου που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Προσαρτήματος Α’ και το Παράρτημα ΧΙΙ του Προσαρτήματος Β’ είτε ακόμη την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς οριζόμενες από την αναθέτουσα αρχή/αναθέτοντα φορέα ανάγκες. Ως « έργο», νοείται το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού που προορίζεται να πληροί αυτό καθαυτό μια οικονομική ή τεχνική λειτουργία.
γ) «Δημόσιες συμβάσεις προμηθειών» είναι δημόσιες συμβάσεις, πλην αυτών του στοιχείου β’, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την αγορά, τη χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα αγοράς, προϊόντων.
Δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο την προμήθεια προϊόντων και καλύπτει, παρεμπιπτόντως, εργασίες τοποθέτησης και εγκατάστασης, θεωρείται ως «δημόσια σύμβαση προμηθειών».
δ) « Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών» είναι δημόσιες συμβάσεις, πλην των δημόσιων συμβάσεων έργων ή προμηθειών, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ του Προσαρτήματος Α’ και το Παράρτημα XVII του Προσαρτήματος Β’.
Δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο ταυτοχρόνως προϊόντα και υπηρεσίες που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ του Προσαρτήματος Α’ και το Παράρτημα XVII του Προσαρτήματος Β’ , θεωρείται ως «δημόσια σύμβαση υπηρεσιών», εφόσον η αξία των συγκεκριμένων υπηρεσιών υπερβαίνει την αξία των προϊόντων που περιλαμβάνονται στη σύμβαση.
Δημόσια σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο υπηρεσίες που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ του Προσαρτήματος Α’ και το Παράρτημα XVII του Προσαρτήματος Β’ και η οποία δεν περιλαμβάνει δραστηριότητες που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Προσαρτήματος Α’ και το Παράρτημα ΧΙΙ του Προσαρτήματος Β’ , παρά μόνο παρεμπιπτόντως, σε σχέση με το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, θεωρείται ως δημόσια σύμβαση υπηρεσιών.
 
3. «Σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων» είναι μία σύμβαση η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με μία δημόσια σύμβαση έργων, εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου είτε στο δικαίωμα αυτό, σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.
 
4. «Σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών» είναι μία σύμβαση η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με μία δημόσια σύμβαση υπηρεσιών, εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης της υπηρεσίας είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με την καταβολή αμοιβής.
 
5. «Συμφωνία – πλαίσιο» είναι μία συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ μίας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών / αναθετόντων φορέων και ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων, η οποία αποσκοπεί στον καθορισμό των όρων που διέπουν τις συμβάσεις που πρόκειται να συναφθούν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου, ιδίως όσον αφορά στις τιμές, και, ενδεχομένως, τις προβλεπόμενες ποσότητες.
 
6. «Δυναμικό σύστημα αγορών» είναι μία καθ’ ολοκληρίαν ηλεκτρονική διαδικασία για αγορές τρέχουσας χρήσης, της οποίας τα γενικά διαθέσιμα στην αγορά χαρακτηριστικά ικανοποιούν τις ανάγκες της αναθέτουσας αρχής /αναθέτοντος φορέα και είναι περιορισμένη χρονικά και ανοικτή καθ’ όλη τη διάρκειά της σε κάθε οικονομικό φορέα, ο οποίος πληροί τα κριτήρια επιλογής και έχει υποβάλει ενδεικτική προσφορά σύμφωνη προς τη συγγραφή υποχρεώσεων.
 
7. «Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός» είναι μια επαναληπτική διαδικασία που βασίζεται σε έναν ηλεκτρονικό μηχανισμό παρουσίασης νέων, μειωμένων τιμών ή/και νέων αξιών, όσον αφορά ορισμένα στοιχεία των προσφορών, και η οποία διεξάγεται έπειτα από προκαταρκτική, πλήρη αξιολόγηση των προσφορών, επιτρέποντας την ταξινόμησή τους με βάση αυτόματες μεθόδους αξιολόγησης. Συνεπώς, ορισμένες συμβάσεις υπηρεσιών ή έργων οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες πνευματικού δημιουργού, όπως ο σχεδιασμός έργων, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.
 
8. «Εργολήπτης», «προμηθευτής» και «πάροχος υπηρεσιών» είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή αναθέτουσα αρχή / αναθέτων φορέας του δημοσίου, ή κοινοπραξία αυτών των προσώπων ή/και οργανισμών, που προσφέρει, αντιστοίχως, την εκτέλεση εργασιών ή/και έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών στην αγορά.
Οι έννοιες «εργολήπτης», «προμηθευτής» και «πάροχος υπηρεσιών» αναφέρονται υπό τον όρο «οικονομικός φορέας».
Ο οικονομικός φορέας που έχει υποβάλει προσφορά αναφέρεται ως «προσφέρων». Εκείνος που έχει ζητήσει να του αποσταλεί πρόσκληση συμμετοχής σε διαδικασία κλειστή ή με διαπραγμάτευση ή σε ανταγωνιστικό διάλογο, αναφέρεται ως «υποψήφιος».
 
9. «Αναθέτουσες αρχές» είναι οι αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 18 του παρόντος.
 
10. «Αναθέτοντες φορείς» είναι οι φορείς που καθορίζονται στο άρθρο 19 του παρόντος.
 
11. Ο όρος «Αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς» αναφέρεται στις αναθέτουσες αρχές της παραγράφου 9 και τους αναθέτοντες φορείς της παραγράφου 10.
 
12. «Κεντρική αρχή προμηθειών » είναι η αρχή που καθορίζεται στο άρθρο 20.
 
13. α) «Ανοικτές διαδικασίες» είναι οι διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει προσφορά.
β) «Κλειστές διαδικασίες» είναι οι διαδικασίες, στις οποίες κάθε οικονομικός φορέας μπορεί να ζητήσει να συμμετάσχει, αλλά στο πλαίσιο των οποίων μόνον οι οικονομικοί φορείς που έχουν προσκληθεί από την αναθέτουσα αρχή / τον αναθέτοντα φορέα μπορούν να υποβάλουν προσφορά.
γ) « Ανταγωνιστικός διάλογος» είναι η διαδικασία, στην οποία κάθε οικονομικός φορέας μπορεί να ζητήσει να συμμετάσχει, και στην οποία η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας διεξάγει διάλογο με τους υποψηφίους που έχουν γίνει δεκτοί στη διαδικασία αυτή, προκειμένου να βρεθούν μία ή περισσότερες λύσεις που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της/του, και βάσει της οποίας ή των οποίων οι υποψήφιοι που επελέγησαν καλούνται να υποβάλουν προσφορά.
Για τον σκοπό της προσφυγής στη διαδικασία του πρώτου εδαφίου, μια δημόσια σύμβαση θεωρείται «ιδιαίτερα πολύπλοκη», εφόσον οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς δεν είναι αντικειμενικά σε θέση είτε να καθορίσουν, σύμφωνα με στοιχεία β’, γ’ ή δ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 40, τα τεχνικά μέσα, τα οποία θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες και τους στόχους τους, είτε/και να προσδιορίσουν τη νομική ή/και τη χρηματοοικονομική οργάνωση ενός σχεδίου.
δ) «Διαδικασίες με διαπραγμάτευση» είναι οι διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων οι αναθέτουσες αρχές / οι αναθέτοντες φορείς διαβουλεύονται με τους οικονομικούς φορείς της επιλογής τους και διαπραγματεύονται τους όρους της σύμβασης με έναν ή περισσότερους από αυτούς.
ε) «Διαγωνισμοί μελετών» είναι οι διαδικασίες που επιτρέπουν στην αναθέτουσα αρχή / τον αναθέτοντα φορέα να αποκτήσει, κυρίως στους τομείς της χωροταξίας, της πολεοδομίας, της αρχιτεκτονικής των έργων πολιτικού μηχανικού ή της επεξεργασίας δεδομένων, μια μελέτη ή ένα σχέδιο που επιλέγεται από κριτική επιτροπή έπειτα από διαγωνισμό, με ή χωρίς την απονομή βραβείου έπειτα από διαγωνισμό, με ή χωρίς την απονομή βραβείων.
στ) «Συνοπτικός διαγωνισμός» είναι η απλοποιημένη διαδικασία ανάθεσης στο πλαίσιο της οποίας κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει προσφορά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 143.
ζ) «Απευθείας ανάθεση» είναι η διαδικασία σύναψης σύμβασης χωρίς εκ των προτέρων δημοσιότητα, στο πλαίσιο της οποίας οι αναθέτουσες αρχές / οι αναθέτοντες φορείς αναθέτουν στον οικονομικό φορέα της επιλογής τους, κατόπιν έρευνας αγοράς και διαβούλευσης με έναν ή περισσότερους οικονομικούς φορείς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 144.
 
14. Με τον όρο «γραπτώς», νοείται κάθε σύνολο λέξεων ή αριθμών, το οποίο μπορεί να διαβιβάζεται, αναπαράγεται και στη συνέχεια να γνωστοποιείται. Το σύνολο αυτό μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες που διαβιβάζονται και αποθηκεύονται με ηλεκτρονικά μέσα.
 
15. «Ηλεκτρονικό μέσο», είναι ένα μέσο που χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό εξοπλισμό επεξεργασίας (συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης) και αποθήκευσης δεδομένων, τα οποία εκπέμπονται, διακινούνται ή παραλαμβάνονται με ενσύρματη μετάδοση, με ραδιοκύματα, με οπτικά μέσα ή με άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα.
 
16. Με το «Κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις», (Common Procurement Vocabulary – CPV), επισημαίνεται η ονοματολογία αναφοράς που εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις, η οποία υιοθετήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 2195/2002 (L 340) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, για το κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις (L 340), όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 213/2008 της Επιτροπής της 28ης Νοεμβρίου 2007 (L 74), ενώ παράλληλα εξασφαλίζεται η αντιστοιχία με τις άλλες υπάρχουσες ονοματολογίες.
Σε περίπτωση διιστάμενων ερμηνειών ως προς το πεδίο εφαρμογής του παρόντος, λόγω ενδεχόμενων διαφορών μεταξύ της ονοματολογίας CPV και της ονοματολογίας της NACE που χρησιμοποιείται στο Παράρτημα Ι του Προσαρτήματος Α’ και στο Παράρτημα ΧΙΙ του Προσαρτήματος Β’, ή μεταξύ της ονοματολογίας CPV και της ονοματολογίας CPC (προσωρινή μορφή) που χρησιμοποιείται στο Παράρτημα ΙΙ του Προσαρτήματος Α’ και στο Παράρτημα XVII, A’ και Β’ του Προσαρτήματος Β’, υπερισχύει αντίστοιχα η ονοματολογία NACE ή η ονοματολογία CPC.
 
17. Για τους σκοπούς των άρθρων 27, 78β και 86α’, νοούνται ως:
α) «Δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο», η δημόσια τηλεπικοινωνιακή υποδομή, μέσω της οποίας πραγματοποιείται η μεταφορά σημάτων μεταξύ συγκεκριμένων τερματικών σημείων του δικτύου, με ενσύρματη μετάδοση, με δέσμες ερτζιανών κυμάτων, με οπτικά μέσα ή με άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα.
β) «Τερματικό σημείο του δικτύου», το σύνολο των φυσικών συνδέσεων και των τεχνικών προδιαγραφών πρόσβασης που απαρτίζουν το δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο και είναι απαραίτητες για την πρόσβαση σε αυτό και τη μέσω αυτού αποτελεσματική επικοινωνία.
γ) «Δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες», οι τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες την παροχή των οποίων έχουν αναθέσει ειδικά τα κράτη – μέλη, ιδίως σε έναν ή περισσότερους τηλεπικοινωνιακούς φορείς.
δ) «Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες», οι υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, στη διαβίβαση και διακίνηση σημάτων μέσω του δημοσίου τηλεπικοινωνιακού δικτύου με τη βοήθεια τηλεπικοινωνιακών μεθόδων, με την εξαίρεση των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών.
 
18. «Κράτος-μέλος» είναι κάθε κράτος που έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
 
19. «Τρίτη χώρα» είναι κάθε κράτος που δεν έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
 
20. «Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων» ή «Αρχή» είναι η Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή που συστάθηκε με τον ν. 4013/2011 (Α’ 204).
 
21. «Δημόσιος Τομέας», «Γενική Κυβέρνηση» και «Κεντρική Κυβέρνηση» έχουν την έννοια που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143).
 
22. «Εθνικό Σύστημα Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΣΗΔΗΣ)»: Ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την υποβολή αιτημάτων, τον προγραμματισμό, την έγκριση, τη διαδικασία προκήρυξης, ανάθεσης, σύναψης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, με τη χρήση και εφαρμογή Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ).
 
23. Το «Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων (ΚΗΜΔΗΣ)» έχει ως σκοπό τη συλλογή, επεξεργασία και δημοσιοποίηση στοιχείων που αφορούν στις δημόσιες συμβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 139 και διασυνδέεται υποχρεωτικά και αδιάλειπτα με την Εθνική Βάση Δημοσίων Συμβάσεων που τηρεί η Αρχή της παραγράφου 20.
 
24. « Εγγραφα της Σύμβασης» είναι το σύνολο των κειμένων, σχεδίων και λοιπών στοιχείων που περιλαμβάνουν τους όρους σύναψης και εκτέλεσης της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 39.
 
25. «Υπηρεσίες υψηλής προτεραιότητας» είναι όσες εμπίπτουν στις κατηγορίες υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙΑ του Προσαρτήματος Α’ και στο Παράρτημα ΧVIIΑ του Προσαρτήματος Β’.
 
26. «Υπηρεσίες χαμηλής προτεραιότητας» είναι όσες εμπίπτουν στις κατηγορίες υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙΒ του Προσαρτήματος Α’ και στο Παράρτημα XVIIΒ του Προσαρτήματος Β’.
 
Άρθρο 16
Γενικές αρχές που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων (άρθρο 2 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 10 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Κατά τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, ανεξαρτήτως της αξίας των συμβάσεων αυτών, οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς φορείς ισότιμα και χωρίς διακρίσεις ενεργώντας με διαφάνεια και αναλογικό τρόπο και υποχρεούνται να τηρούν τις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης, της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, της προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών, της ελευθερίας του ανταγωνισμού και της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης.
 
2. Ο σχεδιασμός μιας διαδικασίας ανάθεσης δεν επιτρέπεται να αποσκοπεί στην καταστρατήγηση του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου ή στον τεχνητό περιορισμό του ανταγωνισμού. Περίπτωση τεχνητού περιορισμού του ανταγωνισμού συντρέχει, όταν ο σχεδιασμός μίας διαδικασίας ανάθεσης αποσκοπεί στην αδικαιολόγητη, προνομιακή ή δυσμενή, μεταχείριση συγκεκριμένων οικονομικών φορέων.
 
3. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών ανάθεσης και εκτέλεσης συμβάσεων και η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των διατιθέμενων προς τον σκοπό αυτό δημοσίων πόρων.
 
Άρθρο 17
Όροι σχετικά με τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (άρθρο 5 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 12 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
Κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων από τις αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς με οικονομικούς φορείς άλλων κρατών-μελών, εφαρμόζονται εξίσου ευνοϊκοί όροι με εκείνους που παρέχονται στους οικονομικούς φορείς τρίτων χωρών, κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας περί δημοσίων συμβάσεων, η οποία συνήφθη στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (GATT) και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 2513/1997 (Α’ 139).
 
Άρθρο 18
Αναθέτουσες Αρχές (άρθρο 1 παρ. 9 Οδηγίας 2004/18)
 
1. «Αναθέτουσες αρχές» είναι το κράτος, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις μιας ή περισσότερων από αυτές τις αρχές ή ενός ή περισσότερων από αυτούς τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
 
2. Ως «οργανισμός δημοσίου δικαίου», νοείται κάθε οργανισμός:
α) ο οποίος έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στον βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα,
β) ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα, και
γ) η δραστηριότητα του οποίου χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, ή η διαχείριση του οποίου υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς, ή του οποίου περισσότερο από το ήμισυ των μελών του διοικητικού, του διευθυντικού ή του εποπτικού συμβουλίου, διορίζεται από το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
 
3. Οι οργανισμοί και οι κατηγορίες οργανισμών δημοσίου δικαίου που πληρούν τα κριτήρια τα οποία απαριθμούνται στα στοιχεία α’ , β’ και γ’ της παραγράφου 2, παρατίθενται στο Παράρτημα ΙΙΙ του Προσαρτήματος Α’ . Οι σχετικοί πίνακες μπορούν να εμπλουτίζονται με την προσθήκη και άλλων οργανισμών ή κατηγοριών οργανισμών δημοσίου δικαίου.
 
Άρθρο 19
Αναθέτοντες Φορείς (άρθρα 2, 8 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως αναθέτοντες φορείς:
α) Αναθέτουσες αρχές υπό την έννοια του άρθρου 18, οι οποίες ασκούν μία ή περισσότερες δραστηριότητες από αυτές που περιγράφονται στα άρθρα 97-101, όταν συνάπτουν συμβάσεις έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών, για τις ανάγκες εκτέλεσης της συγκεκριμένης δραστηριότητας.
β) Δημόσιες επιχειρήσεις επί των οποίων οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ασκούν άμεσα ή έμμεσα καθοριστική επιρροή είτε επειδή έχουν κυριότητα ή χρηματοδοτική συμμετοχή είτε λόγω των κανόνων που διέπουν την επιχείρηση, οι οποίες ασκούν μία ή περισσότερες δραστηριότητες από αυτές που περιγράφονται στα άρθρα 97-101, όταν συνάπτουν συμβάσεις έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών, για τις ανάγκες εκτέλεσης της συγκεκριμένης δραστηριότητας
γ) Επιχειρήσεις, οι οποίες δεν είναι ούτε αναθέτουσες αρχές ούτε αναθέτοντες φορείς, και ασκούν, μεταξύ των δραστηριοτήτων τους, μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 97-101 και απολαύουν ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων χορηγουμένων από αρμόδια κρατική αρχή.
 
2. Για τους σκοπούς της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1, η καθοριστική επιρροή επί της επιχείρησης, εκ μέρους των αναθετουσών αρχών, τεκμαίρεται όταν οι εν λόγω αρχές, άμεσα ή έμμεσα, κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του καλυφθέντος κεφαλαίου μιας επιχείρησης, ή διαθέτουν την πλειονότητα των ψήφων, οι οποίες αντιστοιχούν στους τίτλους που έχει εκδώσει η επιχείρηση, ή μπορούν να διορίζουν περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης.
 
3. Για τους σκοπούς της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1, ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα είναι τα δικαιώματα που χορηγούνται από αρμόδια αρχή, δυνάμει διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας η οποία έχει ως αποτέλεσμα να επιφυλάσσεται σε έναν ή περισσότερους φορείς η άσκηση δραστηριότητας που ορίζεται στα άρθρα 97-101 και να θίγεται ουσιωδώς η δυνατότητα άλλων φορέων να ασκήσουν την δραστηριότητα αυτή.
 
4. Οι αναθέτοντες φορείς, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, απαριθμούνται κατά τρόπο μη εξαντλητικό στους καταλόγους που παρατίθενται στα Παραρτήματα Ι έως IX του Προσαρτήματος Β’. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν περιοδικά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις τροποποιήσεις που γίνονται στους οικείους καταλόγους.
 
Άρθρο 20
Κεντρικές αρχές προμηθειών (άρθρα 1, 11 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 29 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς μπορούν να εξασφαλίζουν έργα, προμήθειες ή υπηρεσίες προσφεύγοντας σε κεντρικές αρχές προμηθειών.
 
2. «Κεντρική αρχή προμηθειών» είναι μια αναθέτουσα αρχή / αναθέτων φορέας που αναθέτει δημόσιες συμβάσεις ή συνάπτει συμφωνίες-πλαίσιο για έργα, προϊόντα ή υπηρεσίες που προορίζονται για αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς.
 
3. Οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς που αποκτούν έργα, προμήθειες ή υπηρεσίες προσφεύγοντας σε κεντρική αρχή προμηθειών, θεωρείται ότι έχουν τηρήσει τις διατάξεις του παρόντος, εφόσον αυτές έχουν τηρηθεί από την κεντρική αρχή προμηθειών.
 
4. Οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς μπορούν να εξουσιοδοτούν άλλη αναθέτουσα αρχή / αναθέτοντα φορέα να εκτελεί για λογαριασμό τους τις διαδικασίες σύναψης και εκτέλεσης της δημόσιας σύμβασης.
 
5. Για τις ανάγκες διενέργειας συγκεντρωτικών αγορών, περισσότερες αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς μπορούν να εξουσιοδοτήσουν μία / έναν εξ αυτών ή μία τρίτη αναθέτουσα αρχή ή τρίτο αναθέτοντα φορέα να διενεργήσει τη διαδικασία σύναψης της σύμβασης.
 
6. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 4 και 5, η εξουσιοδοτημένη αναθέτουσα αρχή ή ο εξουσιοδοτημένος αναθέτων φορέας ενεργούν ως κεντρική αρχή προμηθειών κατά την έννοια της παραγράφου 2.
 
Άρθρο 21
Ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με τις συγκεντρωτικές αγορές
 
1. Ορίζονται ως Εθνικές Κεντρικές Αρχές Προμηθειών, υπό την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 20 με αρμοδιότητα σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών σε εθνικό επίπεδο: α) Η Γενική Διεύθυνση Κρατικών Προμηθειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, β) η Επιτροπή Προμηθειών Υγείας του Υπουργείου Υγείας.
 
2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του καθ’ ύλην αρμοδίου Υπουργού, μπορούν να συστήνονται ή καθορίζονται και άλλες Κεντρικές Αρχές Προμηθειών, με αρμοδιότητα σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών, είτε σε επίπεδο διαφορετικών κατηγοριών φορέων του Δημόσιου Τομέα είτε βάσει τομέα ή κλάδου της αγοράς είτε κατά γεωγραφικές ενότητες της χώρας είτε με συνδυασμένη εφαρμογή των κριτηρίων αυτών. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού μπορούν να καθορίζονται οι ειδικότερες αρμοδιότητες, η οργανωτική διάρθρωση και οι οργανικές θέσεις των Κεντρικών Αρχών Προμηθειών κατά περίπτωση και κάθε άλλο συναφές ζήτημα.
 
3. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζονται οι όροι για την ομαδοποίηση και σύναψη δημοσίων συμβάσεων από κεντρικές αρχές προμηθειών, τα είδη δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες δεν συνάπτονται από κεντρικές αρχές προμηθειών, οι κατηγορίες έργων, αγαθών και υπηρεσιών που μπορούν να αποτελούν αντικείμενο ομαδοποίησης και για την προμήθεια των οποίων μπορεί να γίνεται προσφυγή σε τεχνικές συγκεντρωτικών αγορών και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας εκδιδόμενη εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του Μέρους Β’ του παρόντος ορίζονται τα ανωτέρω για την Εθνική Κεντρική Αρχή Προμηθειών της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
 
4. Για τις δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών και προμήθειας αγαθών του άρθρου 15, οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς των άρθρων 18 και 19 ή οι κεντρικές αρχές προμηθειών υποβάλλουν σχετικό πίνακα προγραμματισμού στο ΕΣΗΔΗΣ κατά τα οριζόμενα στις αποφάσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, κατά περίπτωση.
Στη Γενική Διεύθυνση Κρατικών Προμηθειών (ΓΔΚΠ) της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου (ΓΓΕ) του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας συστήνεται Επιτροπή Πολιτικής και Προγραμματισμού Προμηθειών και Υπηρεσιών (ΕΠΠΠΥ). Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας συγκροτείται η Επιτροπή, καθορίζονται οι αρμοδιότητες, ο αριθμός και οι ιδιότητες των μελών της, η λειτουργία της, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
 
5. Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και όσον αφορά στις προμήθειες και υπηρεσίες που υπάγονται υποχρεωτικά σε συγκεντρωτικές αγορές από την Εθνική Κεντρική Αρχή Προμηθειών του εδαφίου α’ της παραγράφου 1 εξαιρούνται:
I. Οι δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών του άρθρου 15 που συνάπτουν οι κάτωθι φορείς:
α) Οι ενοριακοί ναοί, οι εκκλησιαστικές σχολές, τα εκκλησιαστικά ιδρύματα, η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος και λοιποί εκκλησιαστικοί φορείς.
β) Οι επαγγελματικοί σύλλογοι (δικηγορικοί, συμβολαιογραφικοί κ.λπ.).
γ) Δημόσια νομικά πρόσωπα που λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και οι μετοχές τους έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο.
δ) Τα Επιμελητήρια.
II. Οι δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών των άρθρων 26 έως και 30 του παρόντος.
 
Άρθρο 22
Εκχώρηση ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων: ρήτρα αποφυγής διακρίσεων (άρθρο 3 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Όταν μια αναθέτουσα αρχή εκχωρεί σε φορέα που δεν έχει την ιδιότητα αναθέτουσας αρχής, ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα για την άσκηση δραστηριότητας δημόσιας υπηρεσίας, η πράξη εκχώρησης του δικαιώματος αυτού πρέπει να προβλέπει ότι, κατά τη σύναψη των συμβάσεων προμηθειών με τρίτους στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, ο εν λόγω φορέας οφείλει να τηρεί την αρχή της αποφυγής διακρίσεων λόγω εθνικότητας.
 
ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΧΡΗΜΑΤΙΚΑ ΟΡΙΑ
 
Άρθρο 23
Χρηματικά όρια των δημοσίων συμβάσεων (άρθρα 7, 78 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρα 16, 69 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ, Κανονισμός 1336/2013)
 
1. Ως «δημόσιες συμβάσεις ήσσονος αξίας» νοούνται οι δημόσιες συμβάσεις κατά την έννοια της διάταξης του στοιχείου α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 που δεν εξαιρούνται, δυνάμει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 26 έως 30 και των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) είναι κατώτερη από το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ. Το ποσό του προηγούμενου πρώτου εδαφίου επανεξετάζεται ανά διετία και αναπροσαρμόζεται, αν χρειασθεί, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη της Αρχής.
 
2. Ως «δημόσιες συμβάσεις υψηλής αξίας» νοούνται οι δημόσιες συμβάσεις κατά την έννοια της διάταξης του στοιχείου α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 που δεν εξαιρούνται, δυνάμει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 26 έως 30, και των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) είναι ίση προς ή ανώτερη από τα ακόλουθα κατώτατα όρια:
 
Ι. Για συμβάσεις που συνάπτουν αναθέτουσες αρχές:
α) Εκατόν τριάντα τέσσερις χιλιάδες (134.000 ευρώ, για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών, εκτός αυτών που καλύπτονται από την περίπτωση β’ υποπερίπτωση ii’, που συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές οι οποίες είναι κεντρικές κυβερνητικές αρχές του Παραρτήματος IV του Προσαρτήματος Α’. Προκειμένου για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών που συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές, οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας, το εν λόγω κατώτατο όριο ισχύει μόνο για τα οριζόμενα στο Παράρτημα V του Προσαρτήματος Α’ προϊόντα.
β) Διακόσιες επτά χιλιάδες (207.000) ευρώ, προκειμένου για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών που συνάπτονται είτε: i) από αναθέτουσες αρχές άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο Παράρτημα IV του Προσαρτήματος Α’ , είτε: ii) από τις αναθέτουσες αρχές που αναφέρονται στο Παράρτημα IV του Προσαρτήματος Α’ και οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας, όταν οι συμβάσεις αφορούν προϊόντα τα οποία δεν καλύπτει το Παράρτημα V του Προσαρτήματος Α’ , είτε: iii) από οποιαδήποτε αναθέτουσα αρχή και έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες της κατηγορίας 8 του Παραρτήματος ΙΙ Α’ του Προσαρτήματος Α’ , υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών της κατηγορίας 5 του Παραρτήματος ΙΙ Α του Προσαρτήματος Α’ των οποίων οι θέσεις στο CPV είναι αντίστοιχες με τους αριθμούς αναφοράς CPC 7524, 7525 και 7526, ή/και υπηρεσίες που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ Β’ του Προσαρτήματος Α’.
γ) Πέντε εκατομμύρια εκατόν ογδόντα έξι χιλιάδες (5.186.000) ευρώ, για τις δημόσιες συμβάσεις έργων και συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων.
ΙΙ. Για συμβάσεις που συνάπτουν αναθέτοντες φορείς:
α) Τετρακόσιες δέκα τέσσερις χιλιάδες (414.000) ευρώ για τις συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών,
β) Πέντε εκατομμύρια εκατόν ογδόντα έξι χιλιάδες (5.186.000) ευρώ για τις συμβάσεις έργων.
 
3. Τα χρηματικά όρια της ανωτέρω παραγράφου, αναπροσαρμόζονται αυτόματα, εφόσον αναθεωρηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 78 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (L 134) ή του άρθρου 69 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ (L 134).
 
4. Ως «δημόσιες συμβάσεις χαμηλής αξίας» νοούνται οι δημόσιες συμβάσεις κατά την έννοια του στοιχείου α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 που δεν εξαιρούνται, δυνάμει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 26 έως 30 και συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς, των οποίων η προεκτιμώμενη αξία, εκτός ΦΠΑ, είναι ίση ή ανώτερη του χρηματικού ορίου της παραγράφου 1 και κατώτερη των χρηματικών ορίων των υποπαραγράφων I και II της παραγράφου 2, όπως τα ανωτέρω χρηματικά όρια ισχύουν κάθε φορά.
 
Άρθρο 24
Συμβάσεις που επιδοτούνται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% από τις αναθέτουσες αρχές (άρθρο 8 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους Β’ εφαρμόζονται κατά τη σύναψη:
α) Συμβάσεων που επιδοτούνται αμέσως σε ποσοστό άνω του 50% από τις αναθέτουσες αρχές και των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ ισούται με ή υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια εκατόν ογδόντα έξι χιλιάδες (5.186.000) ευρώ:
– όταν οι συμβάσεις αυτές αφορούν δραστηριότητες πολιτικού μηχανικού κατά την έννοια του Παραρτήματος Ι του Προσαρτήματος Α’,
– όταν οι συμβάσεις αυτές έχουν σχέση με νοσοκομεία, αθλητικούς εξοπλισμούς, εγκαταστάσεις αναψυχής και ψυχαγωγίας, σχολικά και πανεπιστημιακά κτίρια και κτίρια διοικητικής χρήσης,
β) Συμβάσεων υπηρεσιών που επιδοτούνται άμεσα σε ποσοστό άνω του 50 % από τις αναθέτουσες αρχές και των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ) ισούται με ή υπερβαίνει τα διακόσιες επτά χιλιάδες (207.000) ευρώ, όταν οι συμβάσεις αυτές σχετίζονται με σύμβαση έργων κατά την έννοια της περίπτωσης α’ της παραγράφου αυτής.
 
2. Οι αναθέτουσες αρχές που χορηγούν τις επιδοτήσεις αυτές μεριμνούν ώστε να τηρούνται οι διατάξεις του παρόντος νόμου όταν οι συμβάσεις αυτές συνάπτονται από έναν ή περισσότερους φορείς διαφορετικούς από αυτές, όπως και όταν συνάπτονται και από τις ίδιες, αλλά εξ ονόματος και για λογαριασμό των εν λόγω άλλων φορέων.
 
Άρθρο 25
Μέθοδοι υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας των δημοσίων συμβάσεων, των συμφωνιών – πλαισίων και των δυναμικών συστημάτων αγορών (άρθρο 9 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 17 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ )
 
1. Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας μιας δημόσιας σύμβασης κατά την έννοια της διάταξης του στοιχείου α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15, βασίζεται στο συνολικό πληρωτέο ποσό, εκτός ΦΠΑ, όπως προσδιορίζεται από την αναθέτουσα αρχή/ τον αναθέτοντα φορέα. Στον υπολογισμό αυτό, λαμβάνεται υπόψη το εκτιμώμενο συνολικό ποσό, συμπεριλαμβανομένων τόσο του τυχόν προβλεπόμενου δικαιώματος προαιρέσεως όσο και των τυχόν παρατάσεων της σύμβασης. Στην περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας προβλέπει βραβεία ή την καταβολή ποσών στους υποψηφίους ή προσφέροντες, τα ποσά αυτά λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης.
 
2. Η αποτίμηση πρέπει να ισχύει κατά το χρόνο αποστολής της προκήρυξης διαγωνισμού, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 56 ή, στις περιπτώσεις όπου δεν απαιτείται μια τέτοια προκήρυξη, κατά το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας ανάθεσης της σύμβασης.
 
3. Κανένα σχέδιο έργου και καμία σύμβαση προμήθειας ή υπηρεσιών δεν επιτρέπεται να κατατμηθεί, προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου.
 
4. Για τις δημόσιες συμβάσεις έργων, οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς κατά τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το ποσό των έργων, καθώς και τη συνολική εκτιμώμενη αξία των αναγκαίων προμηθειών για την εκτέλεση των έργων που τίθενται στη διάθεση του εργολήπτη.
Η αξία των προμηθειών ή των υπηρεσιών που δεν είναι απαραίτητες για την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης σύμβασης έργων δεν μπορεί να προστίθεται στην αξία αυτής της σύμβασης έργων με αποτέλεσμα να εξαιρείται η απόκτηση αυτών των προμηθειών ή υπηρεσιών από τον παρόντα νόμο.
 
5. α) Όταν ένα σχεδιαζόμενο έργο ή ένα σχέδιο αγοράς υπηρεσιών μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη σύναψη χωριστών συμβάσεων κατά τμήματα, λαμβάνεται υπόψη η συνολική εκτιμώμενη αξία όλων των τμημάτων.
Όταν η συνολική αξία των τμημάτων είναι ίση με ή υπερβαίνει την αξία που καθορίζεται στο άρθρο 23 οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στη σύναψη κάθε τμήματος.
Οι αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς μπορούν να παρεκκλίνουν, προκειμένου για τα τμήματα συμβάσεων υψηλής αξίας, των οποίων τμημάτων η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ είναι μικρότερη των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ για τις υπηρεσίες και του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ για τα έργα, εφόσον το συνολικό ποσό των συγκεκριμένων τμημάτων δεν υπερβαίνει το 20 % της συνολικής αξίας όλων των τμημάτων.
β) Όταν η προμήθεια ομοειδών προϊόντων μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη σύναψη χωριστών συμβάσεων κατά τμήματα, λαμβάνεται υπόψη η εκτιμώμενη συνολική αξία αυτών των τμημάτων κατά την εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 2 υποπαράγραφοι I και II στοιχεία α’ και β’ .
Όταν η συνολική αξία των τμημάτων είναι ίση με ή υπερβαίνει την αξία που καθορίζεται στο άρθρο 23, οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στη σύναψη κάθε τμήματος.
Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να παρεκκλίνουν, προκειμένου για τα τμήματα συμβάσεων υψηλής αξίας των οποίων τμημάτων η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ είναι μικρότερη των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ και υπό τον όρο ότι το συνολικό ποσό των συγκεκριμένων τμημάτων δεν υπερβαίνει το 20% της συνολικής αξίας όλων των τμημάτων.
 
6. Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις προμηθειών που έχουν ως αντικείμενο τη χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση προϊόντων, η αξία που λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, προσδιορίζεται ως εξής:
α) Στην περίπτωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εφόσον η διάρκειά τους είναι ίση ή μικρότερη από δώδεκα (12) μήνες, η συνολική εκτιμώμενη αξία για τη διάρκεια της σύμβασης ή, εφόσον η διάρκεια της σύμβασης είναι μεγαλύτερη από δώδεκα (12) μήνες, η συνολική αξία της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της εκτιμώμενης υπολειπόμενης αξίας.
β) Στην περίπτωση συμβάσεων αορίστου χρόνου ή στην περίπτωση που η διάρκειά τους δεν μπορεί να προσδιορισθεί, η μηνιαία αξία πολλαπλασιαζόμενη επί σαράντα οκτώ (48).
 
7. Όταν πρόκειται για δημόσιες συμβάσεις προμηθειών ή υπηρεσιών που έχουν περιοδικό χαρακτήρα ή προβλέπεται να ανανεωθούν μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης:
α) είτε η συνολική πραγματική αξία των διαδοχικών συμβάσεων του ιδίου τύπου, οι οποίες συνήφθησαν κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο ή οικονομικό έτος, αναπροσαρμοσμένη, εφόσον τούτο είναι δυνατόν, προκειμένου να ληφθούν υπόψη ενδεχόμενες μεταβολές ως προς τις ποσότητες ή την αξία τους κατά τους δώδεκα (12) μήνες που έπονται της αρχικής σύμβασης,
β) είτε η εκτιμώμενη συνολική αξία των διαδοχικών συμβάσεων που συνήφθησαν κατά το δωδεκάμηνο που έπεται της πρώτης παράδοσης ή κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, εφόσον αυτό υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες.
Η επιλογή της μεθόδου για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας μιας δημόσιας σύμβασης δεν επιτρέπεται να γίνεται προς το σκοπό αποφυγής της εφαρμογής του παρόντος.
 
8. Για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, η αξία που λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, είναι, ανάλογα με την περίπτωση, η εξής:
α) Για τα ακόλουθα είδη υπηρεσιών:
i) Ασφαλιστικές υπηρεσίες: το καταβλητέο ασφάλιστρο και τυχόν άλλοι τρόποι αμοιβής.
ii) Τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες: οι αμοιβές, οι προμήθειες, οι τόκοι και τυχόν άλλοι τρόποι αμοιβής.
iii) Συμβάσεις που περιλαμβάνουν μελέτες: οι αμοιβές, οι καταβλητέες προμήθειες και τυχόν άλλοι τρόποι αμοιβής.
β) Για τις συμβάσεις υπηρεσιών που δεν αναφέρουν συνολική τιμή:
i) στην περίπτωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και εφόσον η διάρκειά τους είναι ίση ή μικρότερη από σαράντα οκτώ (48) μήνες: η συνολική εκτιμώμενη αξία για όλη την αντίστοιχη διάρκεια,
ii) στην περίπτωση συμβάσεων αορίστου χρόνου ή διάρκειας μεγαλύτερης των σαράντα οκτώ (48) μηνών: η μηνιαία αξία πολλαπλασιαζόμενη επί σαράντα οκτώ (48).
 
9. Οι αναθέτοντες φορείς υπολογίζουν την εκτιμώμενη αξία μίας σύμβασης που περιλαμβάνει ταυτοχρόνως υπηρεσίες και προμήθειες βάσει της συνολικής αξίας των υπηρεσιών και των προμηθειών, ανεξάρτητα από την επιμέρους αξία τους. Στον υπολογισμό αυτόν περιλαμβάνεται η αξία των εργασιών τοποθέτησης και εγκατάστασης.
 
10. Για τις συμφωνίες-πλαίσιο και για τα δυναμικά συστήματα αγορών, η αξία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η μέγιστη αξία, υπολογιζόμενη χωρίς του συνόλου των συμβάσεων που προβλέπονται για τη συνολική διάρκεια της συμφωνίας-πλαισίου ή του δυναμικού συστήματος αγορών.
 
ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ
ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
 
Άρθρο 26
Απόρρητες συμβάσεις ή συμβάσεις που απαιτούν ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας (άρθρο 14 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 21 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
Οι διατάξεις του Μέρους Β’ δεν εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς, όταν αυτές χαρακτηρίζονται απόρρητες ή η εκτέλεση των οποίων πρέπει να συνοδεύεται από ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ή όταν το απαιτεί η προστασία των ουσιωδών συμφερόντων της χώρας.
 
Άρθρο 27
Ειδικές Εξαιρέσεις για συμβάσεις που συνάπτουν αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς (άρθρα 13, 15, 16, 18 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρα 22, 24 και 25 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
Οι διατάξεις του Μέρους Β’ του παρόντος δεν εφαρμόζονται κατά τη σύναψη των ακόλουθων συμβάσεων από αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς:
 
1. Στις δημόσιες συμβάσεις οι οποίες διέπονται από διαφορετικούς διαδικαστικούς κανόνες και συνάπτονται δυνάμει:
α) Διεθνούς συμφωνίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μεταξύ της Ελλάδας και μίας ή περισσότερων χωρών που δεν είναι κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία αφορά προμήθειες ή έργα που προορίζονται για την από κοινού εκτέλεση ή εκμετάλλευση ενός έργου από τα υπογράφοντα κράτη ή υπηρεσίες που προορίζονται για εκτέλεση ή εκμετάλλευση από κοινού ενός σχεδίου από τα υπογράφοντα κράτη. Η συμφωνία ανακοινώνεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
β) Διεθνούς συμφωνίας, η σύναψη της οποίας συνδέεται με τη στάθμευση στρατευμάτων και η οποία αφορά ελληνικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις τρίτης χώρας.
γ) Ειδικής διαδικασίας διεθνούς οργανισμού.
 
2. Στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που ανατίθενται από μία αναθέτουσα αρχή/έναν αναθέτοντα φορέα σε μια αναθέτουσα αρχή ή ένωση αναθετουσών αρχών βάσει αποκλειστικού δικαιώματος που τους παρέχεται δυνάμει των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντιβαίνουν στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
 
3. Στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, οι οποίες:
α) Εχουν ως αντικείμενο την αγορά ή τη μίσθωση, με οποιουσδήποτε χρηματοδοτικούς όρους, γης, υφιστάμενων κτισμάτων ή άλλων ακινήτων ή αφορούν δικαιώματα επ’ αυτών. Οι συμβάσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, οι οποίες συνάπτονται ταυτόχρονα, πριν ή μετά τη σύμβαση αγοράς ή μίσθωσης, υπό οιανδήποτε μορφή, διέπονται από τον παρόντα νόμο.
β) Αφορούν στην αγορά, ανάπτυξη, παραγωγή ή συμπαραγωγή προγραμμάτων που προορίζονται για μετάδοση από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, καθώς και συμβάσεις για το χρόνο μετάδοσης.
γ) Αφορούν υπηρεσίες διαιτησίας και συμβιβασμού.
δ) Αφορούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σχετικές με την έκδοση, αγορά, πώληση και μεταβίβαση τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, ιδίως με διαδικασίες προμήθειας χρημάτων ή κεφαλαίων στις αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς, καθώς και υπηρεσίες που παρέχονται από κεντρικές τράπεζες.
ε) Αφορούν συμβάσεις εργασίας.
στ) Αφορούν υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης, πλην εκείνων το προϊόν των οποίων ανήκει αποκλειστικά στην αναθέτουσα αρχή/στον αναθέτοντα φορέα για ιδία χρήση κατά την άσκηση της δραστηριότητάς της, εφόσον η αμοιβή για την παροχή της υπηρεσίας καταβάλλεται εξ ολοκλήρου από την αναθέτουσα αρχή / αναθέτοντα φορέα.
 
4. Στις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν αναθέτουσες αρχές, οι οποίες έχουν ως κύριο αντικείμενο τη διάθεση ή εκμετάλλευση δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή την παροχή στο κοινό μίας ή περισσότερων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
 
Άρθρο 28
Ειδικές Εξαιρέσεις για συμβάσεις που συνάπτουν αναθέτοντες φορείς (άρθρα 18, 19, 20, 26 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
Οι διατάξεις του Μέρους Β’ του παρόντος δεν εφαρμόζονται κατά τη σύναψη των ακόλουθων συμβάσεων από αναθέτοντες φορείς:
 
1. Στις συμβάσεις που συνάπτονται με σκοπό τη μεταπώληση ή τη μίσθωση σε τρίτους, όταν ο αναθέτων φορέας δεν απολαύει ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος πώλησης ή μίσθωσης του αντικειμένου αυτών των συμβάσεων, καθώς και όταν άλλοι φορείς δικαιούνται να προβαίνουν ελεύθερα στην εν λόγω πώληση ή μίσθωση με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τον αναθέτοντα φορέα. Οι αναθέτοντες φορείς κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως της, όλες τις κατηγορίες προϊόντων και δραστηριοτήτων που θεωρούν ότι εξαιρούνται δυνάμει του προηγούμενου εδαφίου.
 
2. Στις συμβάσεις που συνάπτουν ή στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνουν οι αναθέτοντες φορείς για τους σκοπούς της άσκησης μίας από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 97 έως 100 σε τρίτη χώρα, υπό συνθήκες που δεν προϋποθέτουν την υλική εκμετάλλευση δικτύου ή γεωγραφικής περιοχής στο εσωτερικό της Κοινότητας. Οι αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, οποιαδήποτε δραστηριότητα θεωρούν ότι εξαιρείται δυνάμει του προηγούμενου εδαφίου.
 
3. Στις συμβάσεις για την αγορά ύδατος, εφόσον συνάπτονται από αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι ασκούν μία ή και τις δύο από τις δραστηριότητες που ορίζονται στο άρθρο 98 παράγραφος 1.
 
4. Στις συμβάσεις για την προμήθεια ενέργειας ή καυσίμων που προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας, εφόσον συνάπτονται από αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι ασκούν δραστηριότητα που ορίζεται στο άρθρο 97 παράγραφοι 1 και 3 ή στο άρθρο 101 στοιχείο α’.
 
5. Στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 15, οι οποίες συνάπτονται για τους σκοπούς της άσκησης μίας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 97 έως101, όταν οι παραχωρήσεις αυτές γίνονται για την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων.
 
Άρθρο 29
Συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών (άρθρο 17 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ και άρθρο 18 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 22 οι διατάξεις του Μέρους Β’ του παρόντος δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών, όπως ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 15, που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς.
 
Άρθρο 30
Συμβάσεις στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας (άρθρο 10 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Οι διατάξεις του Μέρους Β’ του παρόντος δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3978/2011 (Α’ 137), στις συμβάσεις που εξαιρούνται από το νόμο αυτόν σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 24 αυτού, καθώς και στις συμβάσεις που συνάπτονται δυνάμει του άρθρου 346 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΣΛΕΕ).
 
ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
 
Άρθρο 31
Κανόνες που ισχύουν για τις συμβάσεις υπηρεσιών που συνάπτουν αναθέτουσες αρχές (άρθρα 20, 21, 22 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι συμβάσεις υπηρεσιών που συνάπτουν αναθέτουσες αρχές υπό την έννοια του άρθρου 18, ανατίθενται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 έως 4.
 
2. Οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες υψηλής προτεραιότητας του Προσαρτήματος Α’ συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 36, 40, 41, 44, 4852, 55-64, 65, 67-75, 132, 133, 173,174.
 
3. Οι συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες χαμηλής προτεραιότητας του Προσαρτήματος Α’ , συνάπτονται αποκλειστικά σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 56 παράγραφος 4, και με τα άρθρα 140 έως 172.
 
4. Οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες υψηλής προτεραιότητας και υπηρεσίες χαμηλής προτεραιότητας του Προσαρτήματος Α’ (μεικτές συμβάσεις), συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 36, 40, 41, 44, 48-52, 55-64, 65, 67-75, 132, 133, 173, 174, όταν η αξία των υπηρεσιών υψηλής προτεραιότητας υπερβαίνει την αξία των υπηρεσιών χαμηλής προτεραιότητας. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, η σύμβαση συνάπτεται σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 56 παράγραφος 4, και με τα άρθρα 140 έως 172.
 
Άρθρο 32
Κανόνες που ισχύουν για τις συμβάσεις υπηρεσιών που συνάπτουν αναθέτοντες φορείς (άρθρα 31 έως 33 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι συμβάσεις υπηρεσιών που συνάπτουν αναθέτοντες φορείς υπό την έννοια του άρθρου 19, ανατίθενται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 έως 4.
 
2. Οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες υψηλής προτεραιότητας του Προσαρτήματος Β’, συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 36, 40, 41, 43, 44, 105, 106, 107, 109, 110, 111, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119-121, 122, 123 132, 174,175.
 
3. Οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες χαμηλής προτεραιότητας του Προσαρτήματος Β’, συνάπτονται αποκλειστικά σύμφωνα με τα άρθρα 40, 112 και με τα άρθρα 140 έως172.
 
4. Οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες υψηλής προτεραιότητας και χαμηλής προτεραιότητας του Προσαρτήματος Β’ (μεικτές συμβάσεις), συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 36, 40, 41, 43, 44, 105, 106, 107, 109, 110, 111, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119-121, 122, 123, 132, 174, 175, όταν η αξία των υπηρεσιών υψηλής προτεραιότητας υπερβαίνει την αξία των υπηρεσιών χαμηλής προτεραιότητας. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, οι συμβάσεις συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 40, 112 και με τα άρθρα 140 έως 172.
 
ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
ΚΟΙΝΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΠΤΟΥΝ ΑΝΑΘΕΤΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΤΟΝΤΕΣ ΦΟΡΕΙΣ
 
Άρθρο 33
Οικονομικοί Φορείς (άρθρο 4 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 11 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες οι οποίοι, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους – μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, έχουν δικαίωμα να διενεργούν συγκεκριμένη παροχή, δεν επιτρέπεται να αποκλείονται με την αιτιολογία ότι θα έπρεπε να είναι είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα κατά την ελληνική νομοθεσία. Επιτρέπεται ωστόσο, στην περίπτωση δημοσίων συμβάσεων έργων και υπηρεσιών, καθώς και των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, που καλύπτουν, επιπλέον, εργασίες ή/και υπηρεσίες τοποθέτησης και εγκατάστασης, να ζητείται από τα νομικά πρόσωπα να μνημονεύουν, στην προσφορά ή στην αίτηση συμμετοχής τους, τα ονόματα και τα επαγγελματικά προσόντα των προσώπων που επιφορτίζονται με την εκτέλεση της συγκεκριμένης παροχής.
 
2. Οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων μπορούν να υποβάλουν προσφορά ή να εμφανίζονται ως υποψήφιοι. Για την υποβολή προσφοράς ή αίτησης συμμετοχής, οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να απαιτούν να έχουν οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων συγκεκριμένη νομική μορφή. Η επιλεγείσα κοινοπραξία είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να περιβληθεί συγκεκριμένη νομική μορφή, εάν της ανατεθεί η σύμβαση, στο μέτρο που η περιβολή αυτής της νομικής μορφής είναι αναγκαία για την ορθή εκτέλεση της σύμβασης.
 
3. Στις περιπτώσεις υποβολής προσφοράς από κοινοπραξία οικονομικών φορέων, όλα τα μέλη της ευθύνονται έναντι της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα αλληλέγγυα και εις ολόκληρον.
 
Άρθρο 34
Εχεμύθεια
(άρθρο 6 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 13 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος, ιδίως εκείνων που αφορούν στις υποχρεώσεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση των συναπτομένων συμβάσεων και την ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 56 παράγραφος 4, 62, 112, 116, καθώς και τις διατάξεις της λοιπής κείμενης νομοθεσίας, η αναθέτουσα αρχή/ αναθέτων φορέας, δεν αποκαλύπτει πληροφορίες που της/του έχουν διαβιβάσει οικονομικοί φορείς και τις οποίες έχουν χαρακτηρίσει ως εμπιστευτικές. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν, ιδίως, τα τεχνικά ή εμπορικά απόρρητα και τις εμπιστευτικές πτυχές των προσφορών.
Επιπλέον, κατά τη διαβίβαση των τεχνικών προδιαγραφών στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς, κατά την προεπιλογή και την επιλογή των οικονομικών φορέων, και κατά την ανάθεση των συμβάσεων, οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς μπορούν να επιβάλουν υποχρεώσεις προκειμένου να προστατεύσουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που διαβιβάζουν.
 
2. Εφόσον ένας οικονομικός φορέας χαρακτηρίζει πληροφορίες εμπιστευτικές, λόγω ύπαρξης τεχνικού ή εμπορικού απορρήτου, στη σχετική δήλωσή του, αναφέρει ρητά όλες τις σχετικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή διοικητικές πράξεις που επιβάλλουν την εμπιστευτικότητα της συγκεκριμένης πληροφορίας.
 
3. Δεν χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με τις τιμές μονάδος, τις προσφερόμενες ποσότητες, την οικονομική προσφορά και τα στοιχεία της τεχνικής προσφοράς που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγησή της, εφόσον ως κριτήριο ανάθεσης έχει επιλεγεί η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά.
 
4. Το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των προσφορών άλλων οικονομικών φορέων ασκείται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 5 του ν. 2690/1999 (Α’ 45).
 
Άρθρο 35
Προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών
 
Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να επιβάλουν απαιτήσεις στους οικονομικούς φορείς, με σκοπό την προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών τις οποίες παρέχουν οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας; ανάθεσης και εκτέλεσης της σύμβασης. Μπορούν επίσης να απαιτήσουν από τους οικονομικούς φορείς να διασφαλίζουν την/ τήρηση των απαιτήσεων αυτών από το προσωπικό τους, τους υπεργολάβους τους, και κάθε άλλο τρίτο πρόσωπο που χρησιμοποιούν κατά την ανάθεση ή εκτέλεση της σύβασης.
 
Άρθρο 36
Κανόνες που εφαρμόζονται στην επικοινωνία των μερών του διαγωνισμού (άρθρο 42 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 48 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Η επικοινωνία, καθώς και η ανταλλαγή πληροφοριών μπορούν, κατ’ επιλογή της αναθέτουσας αρχής / του αναθέτοντος φορέα, να πραγματοποιούνται με επιστολή, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, το τηλέφωνο στις περιπτώσεις και υπό τους όρους που ορίζονται στην παράγραφο 6, ή με συνδυασμό των μέσων αυτών.
 
2. Το επιλεγόμενο μέσο επικοινωνίας πρέπει να είναι γενικώς προσιτό και, συνεπώς, να μην περιορίζει την πρόσβαση των οικονομικών φορέων στη διαδικασία ανάθεσης.
 
3. Κατά την επικοινωνία, την ανταλλαγή και την αποθήκευση πληροφοριών λαμβάνεται μέριμνα, προκειμένου να διαφυλάσσονται η ακεραιότητα των δεδομένων, το απόρρητο των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής, και η λήψη γνώσης από τις αναθέτουσες αρχές / τους αναθέτοντες φορείς του περιεχομένου των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής, μόνο μετά τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας για την υποβολή τους.
 
4. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για τις επικοινωνίες με ηλεκτρονικά μέσα, καθώς και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, πρέπει να μην δημιουργούν διακρίσεις και να είναι γενικώς διαθέσιμα και συμβατά σε σχέση με τις εν γένει χρησιμοποιούμενες τεχνολογίες των πληροφοριών και των επικοινωνιών.
 
5. Στη διαβίβαση και στους μηχανισμούς ηλεκτρονικής παραλαβής των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α) Οι πληροφορίες σχετικά με τις προδιαγραφές που πρέπει να πληρούνται για την ηλεκτρονική υποβολή προσφορών και αιτήσεων συμμετοχής, συμπεριλαμβανομένης της κρυπτογράφησης, πρέπει να είναι προσιτές στους ενδιαφερομένους. Επιπλέον, οι μηχανισμοί ηλεκτρονικής παραλαβής των προσφορών και αιτήσεων συμμετοχής πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του Παραρτήματος X του Προσαρτήματος Α’ και του Παραρτήματος XXIV του Προσαρτήματος Β’.
β) Οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς μπορούν, τηρώντας το άρθρο 3 του π.δ. 150/2001 (Α’ 125), να απαιτούν οι ηλεκτρονικές προσφορές να συνοδεύονται από προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου.
γ) Μπορούν να καθιερώνονται ή να διατηρούνται συστήματα εθελοντικής πιστοποίησης με σκοπό τη βελτίωση του επιπέδου των υπηρεσιών πιστοποίησης των εν λόγω μηχανισμών.
δ) Οι προσφέροντες ή οι υποψήφιοι δεσμεύονται ώστε εάν τα έγγραφα, πιστοποιητικά ή δηλώσεις, που αναφέρονται στα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 75 119 παράγραφος 2 και 3, 120, 121 δεν είναι διαθέσιμα σε ηλεκτρονική μορφή, αυτά να υποβάλλονται πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή των προσφορών ή των αιτήσεων συμμετοχής.
 
6. Για την υποβολή των αιτήσεων συμμετοχής εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α) Οι αιτήσεις συμμετοχής στις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων μπορούν να υποβάλλονται γραπτώς ή τηλεφωνικά.
β) Όταν οι αιτήσεις συμμετοχής υποβάλλονται τηλεφωνικά, πρέπει να αποστέλλεται γραπτή επιβεβαίωση πριν από τη λήξη της προθεσμίας που έχει ορισθεί για την παραλαβή τους.
γ) Οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς μπορούν να απαιτούν οι αιτήσεις συμμετοχής που υποβάλλονται με τηλεομοιοτυπία να επιβεβαιώνονται ταχυδρομικά, σύμφωνα με τους ορισμούς των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 10 του ν. 2690/1999 (Α’ 45), ή με ηλεκτρονικά μέσα, στις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο ως νόμιμη απόδειξη. Η σχετική απαίτηση, όπως και η προθεσμία για την αποστολή της επιβεβαίωσης, ταχυδρομικά ή με ηλεκτρονικά μέσα, πρέπει να προβλέπεται από την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα στην προκήρυξη ή στην πρόσκληση που αναφέρει το άρθρο 115 παράγραφος 5.
 
Άρθρο 37
Έναρξη διαδικασίας σύναψης σύμβασης
 
1. Για τις συμβάσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 23, ως χρόνος έναρξης της ανοικτής διαδικασίας, της κλειστής διαδικασίας, της διαδικασίας διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης και του ανταγωνιστικού διαλόγου, νοείται η ημερομηνία αποστολής της σχετικής προκήρυξης σύμβασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
 
2. Ως χρόνος έναρξης της διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, νοείται η ημερομηνία αποστολής προς τους οικονομικούς φορείς της πρώτης πρόσκλησης συμμετοχής σε διαπραγμάτευση.
 
3. Ως ημερομηνία έναρξης ενός διαγωνισμού μελετών, νοείται η ημερομηνία αποστολής της σχετικής προκήρυξης διαγωνισμού μελετών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
 
4. Για τις λοιπές συμβάσεις, η διαδικασία σύναψης σύμβασης εκκινεί από την ημερομηνία δημοσιοποίησης της σχετικής προκήρυξης ή πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος ή της αποστολής της σχετικής πρόσκλησης υποβολής προσφοράς, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 152.
 
ΤΜΗΜΑ ΕΚΤΟ
ΕΙΔΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
 
Άρθρο 38
Συμβάσεις ανατιθέμενες κατ’ αποκλειστικότητα (άρθρο 19 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 28 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
Οι αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς μπορούν να παραχωρούν κατ’ αποκλειστικότητα σε προστατευόμενα εργαστήρια το δικαίωμα συμμετοχής στις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων ή να προβλέπουν την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών στο πλαίσιο προγραμμάτων προστατευμένων θέσεων εργασίας, όταν η πλειοψηφία των ενδιαφερόμενων εργαζομένων είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, τα οποία λόγω της φύσης ή βαρύτητας των ειδικών αναγκών τους δεν μπορούν να ασκήσουν επαγγελματική δραστηριότητα υπό κανονικές συνθήκες. Στην περίπτωση αυτή, η προκήρυξη του διαγωνισμού ή η προκήρυξη που χρησιμοποιείται ως πρόσκληση θα πρέπει να μνημονεύει την παρούσα διάταξη.
 
ΤΜΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ
ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
 
Άρθρο 39
Έγγραφα της Σύμβασης
 
1. Οι όροι των εγγράφων της σύμβασης πρέπει να είναι σαφείς και πλήρεις ώστε να επιτρέπουν την υποβολή άρτιων και συγκρίσιμων μεταξύ τους προσφορών.
 
2. Τα έγγραφα της σύμβασης περιλαμβάνουν ιδίως:
α) Τις «προκηρύξεις» «(περιλήψεις διακηρύξεων)» που
δημοσιεύονται σύμφωνα με τα άρθρα 56-58, 109-112, 152 και περιλαμβάνουν τα στοιχεία των Παραρτημάτων XII του Προσαρτήματος Α’ και XIII του Προσαρτήματος Β’ .
β) Τη «διακήρυξη» του διαγωνισμού ή την «πρόσκληση σε διαπραγμάτευση», η οποία περιλαμβάνει όλους τους γενικούς και ειδικούς όρους της διαδικασίας σύναψης και εκτέλεσης της σύμβασης.
γ) Το σχέδιο σύμβασης με τα τυχόν παραρτήματα της.
δ) Την ειδική συγγραφή υποχρεώσεων και τη γενική συγγραφή υποχρεώσεων, εφόσον υπάρχει, οι οποίες περιλαμβάνουν όλους τους ειδικούς και γενικούς όρους αντίστοιχα για την εκτέλεση της σύμβασης.
ε) Την τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων που περιλαμβάνει και τις εφαρμοστέες τεχνικές προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να ικανοποιούν τα παραδοτέα της σύμβασης και
στ) κάθε άλλη σχετική πληροφορία ή στοιχείο.
 
3. Τα έγγραφα της σύμβασης περιέχουν ιδίως:
α) την επωνυμία της αναθέτουσας αρχής / αναθέτοντος φορέα,
β) την προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών από την αρμόδια Υπηρεσία και τη διεύθυνση στην οποία πρέπει να αποσταλούν,
γ) το όνομα, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπικού μηχανήματος (FAX), τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) της Υπηρεσίας που διενεργεί το διαγωνισμό, καθώς και τον αρμόδιο υπάλληλο της Υπηρεσίας αυτής,
δ) τα αρμόδια όργανα για την αποσφράγιση των προσφορών, την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο αποσφράγισης, καθώς και τα πρόσωπα που δικαιούνται να παρίστανται,
ε) ακριβή περιγραφή του φυσικού αντικειμένου της σύμβασης. Επίσης οποιαδήποτε δικαιώματα προαίρεσης για συμπληρωματικές ή νέες συμβάσεις και, εφόσον είναι γνωστό, το προσωρινό χρονοδιάγραμμα για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, καθώς και τον αριθμό των τυχόν παρατάσεων για την άσκησή τους,
στ) το είδος της διαδικασίας ανάθεσης,
ζ) την πηγή χρηματοδότησης και τον τρόπο πληρωμής,
η) το νόμισμα της προσφερομένης τιμής,
θ) τις προϋποθέσεις αναπροσαρμογής του τιμήματος μετά την κατακύρωση, εφόσον κρίνεται ότι απαιτείται τέτοιος όρος,
ι) τον τύπο, τα ποσοστά, το νόμισμα, το χρόνο υποβολής των εγγυήσεων, καθώς και άλλες εξασφαλίσεις, εάν τυχόν ζητούνται,
ια) τα τεχνικά χαρακτηριστικά (προδιαγραφές), την ποσότητα και την περιγραφή των προϊόντων, υπηρεσιών ή έργων, τον τρόπο της εκτέλεσης του ελέγχου και της διασφάλισης της ποιότητας, την προθεσμία για την εκτέλεση της σύμβασης, τον τόπο και χρόνο εκτέλεσης, καθώς και άλλα χαρακτηριστικά, ανάλογα με το αντικείμενο της σύμβασης,
ιβ) τους όρους και τα κριτήρια επιλογής, καθώς και τα ελάχιστα επίπεδα αυτών, σχετικά με την προσωπική κατάσταση, την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια και την τεχνική ή/και επαγγελματική ικανότητα των υποψηφίων ή προσφερόντων,
ιγ) τη δυνατότητα υποβολής προσφοράς για ένα ή περισσότερα τμήματα της σύμβασης.
ιδ) τη δυνατότητα υποβολής εναλλακτικών προσφορών,
ιε) το κριτήριο ανάθεσης, τη διαδικασία και τα κριτήρια αξιολόγησης των προσφορών.
Στην περίπτωση που κριτήριο είναι η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, καθορίζονται η μεθοδολογία και τα στοιχεία με βάση τα οποία γίνεται η αξιολόγηση της προσφοράς,
ιστ) τη διάρκεια ισχύος των προσφορών.
ιζ) τους απαράβατους όρους, απόκλιση από τους οποίους συνεπάγεται την απόρριψη της προσφοράς.
 
4. Τα έγγραφα της σύμβασης συντάσσονται υποχρεωτικά στην ελληνική γλώσσα και προαιρετικά και σε άλλες γλώσσες, συνολικά ή μερικά. Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ των τμημάτων των εγγράφων της σύμβασης που έχουν συνταχθεί σε περισσότερες γλώσσες, επικρατεί η ελληνική έκδοση.
 
5. Οι αναθέτουσες αρχές / αναθέτοντες φορείς δεν επιβάλλουν στους οικονομικούς φορείς δαπάνη για τη λήψη των εγγράφων της σύμβασης, πλην της δαπάνης που αντιστοιχεί στο κόστος αναπαραγωγής τους και της ταχυδρομικής αποστολής τους.
 
6. Πρότυπα ή υποδείγματα εγγράφων σύμβασης, δεσμευτικά ή μη, εκδίδονται από την Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15, σύμφωνα με το στοιχείο ε’ της παρ. 2 του ν. 4013/2011 (Α’ 204).
 
Άρθρο 40
Τεχνικές προδιαγραφές (άρθρο 23 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 34 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι τεχνικές προδιαγραφές, όπως ορίζονται στο σημείο 1 του Παραρτήματος VI του Προσαρτήματος Α’ και του Παραρτήματος XXI του Προσαρτήματος Β’, καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης, όπως οι προκηρύξεις, οι συγγραφές υποχρεώσεων και τα συμβατικά έγγραφα. Οι τεχνικές προδιαγραφές καθορίζουν τα χαρακτηριστικά που απαιτείται να έχουν τα έργα, οι υπηρεσίες ή οι προμήθειες, καθώς και αν θα απαιτηθεί η μεταβίβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Όταν είναι δυνατό, οι τεχνικές αυτές προδιαγραφές θα πρέπει να ορίζονται έτσι ώστε να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια προσβασιμότητας για τα άτομα με ειδικές ανάγκες ή σχεδιασμό που να καλύπτει όλους τους χρήστες.
 
2. Οι τεχνικές προδιαγραφές εξασφαλίζουν ισότιμη πρόσβαση στους προσφέροντες και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αδικαιολόγητων εμποδίων στο άνοιγμα των δημοσίων συμβάσεων στον ανταγωνισμό.
 
3. Με την επιφύλαξη των κείμενων διατάξεων, εφόσον είναι συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο, οι τεχνικές προδιαγραφές πρέπει να διατυπώνονται:
α) Είτε με παραπομπή στις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται στο Παράρτημα VI του Προσαρτήματος Α’ και στο Παράρτημα XXI του Προσαρτήματος Β’ με την εξής σειρά προτεραιότητας: εθνικά πρότυπα που μεταφέρουν ευρωπαϊκά πρότυπα, ευρωπαϊκές τεχνικές εγκρίσεις, κοινές τεχνικές προδιαγραφές, διεθνή πρότυπα, άλλα τεχνικά συστήματα αναφοράς που θεσπίζονται από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης ή, όταν αυτά δεν υπάρχουν, εθνικά πρότυπα, εθνικές τεχνικές εγκρίσεις ή εθνικές τεχνικές προδιαγραφές στον τομέα του σχεδιασμού, του υπολογισμού και της εκτέλεσης των έργων και της χρησιμοποίησης των προϊόντων. Κάθε παραπομπή συνοδεύεται από τη μνεία «ή ισοδύναμο».
β) Είτε με αναφορά σε επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις. Αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, πρέπει δε να είναι ακριβείς, ώστε να επιτρέπουν στους προσφέροντες να προσδιορίζουν το αντικείμενο της σύμβασης και στις αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς να αναθέτουν τη σύμβαση.
γ) Είτε με αναφορά στις επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις, όπως ορίζονται στο στοιχείο β’, με παραπομπή στις προδιαγραφές που αναφέρονται στο στοιχείο α’, προκειμένου να τεκμαίρεται η συμμόρφωση προς τις εν λόγω επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις.
δ) Είτε με παραπομπή στις προδιαγραφές που μνημονεύονται στο στοιχείο α’ για ορισμένα χαρακτηριστικά και με παραπομπή στις επιδόσεις ή τις λειτουργικές απαιτήσεις που μνημονεύονται στο στοιχείο β’ για ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά.
 
4. Όταν οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς κάνουν χρήση της δυνατότητας παραπομπής στις προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α’ , δεν μπορούν να απορρίπτουν προσφορά με την αιτιολογία ότι τα προσφερόμενα προϊόντα και υπηρεσίες δεν πληρούν τις προδιαγραφές, στις οποίες έχουν παραπέμψει, εφόσον ο προσφέρων αποδεικνύει στην προσφορά του, με τρόπο που ικανοποιεί την αναθέτουσα αρχή/ τον αναθέτοντα φορέα, με κάθε ενδεδειγμένο μέσο, ότι οι λύσεις που προτείνει ικανοποιούν, κατά ισοδύναμο τρόπο, τις τεχνικές προδιαγραφές. Τεχνικός φάκελος του κατασκευαστή ή έκθεση δοκιμών από αναγνωρισμένο οργανισμό μπορεί να συνιστά ενδεδειγμένο μέσο.
 
5. Όταν οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς κάνουν χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 3 να θέσουν απαιτήσεις ως προς τις επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις, δεν μπορούν να απορρίπτουν προσφορά έργων, προϊόντων ή υπηρεσιών που τηρούν εθνικό πρότυπο, το οποίο αποτελεί μεταφορά ευρωπαϊκού προτύπου, ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση, κοινή τεχνική προδιαγραφή, διεθνές πρότυπο ή τεχνικό πλαίσιο αναφοράς που έχει εκπονηθεί από ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης, εφόσον οι εν λόγω προδιαγραφές καλύπτουν τις επιδόσεις ή τις λειτουργικές απαιτήσεις που έχουν ορίσει.
Στην προσφορά του ο προσφέρων υποχρεούται να αποδεικνύει, κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αναθέτουσα αρχή/αναθέτοντα φορέα και με κάθε ενδεδειγμένο μέσο, ότι το έργο, το προϊόν ή η υπηρεσία που τηρεί το πρότυπο ανταποκρίνεται στις επιδόσεις ή λειτουργικές απαιτήσεις που ορίζει η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας. Τεχνικός φάκελος του κατασκευαστή ή έκθεση δοκιμών από αναγνωρισμένο οργανισμό μπορεί να συνιστά ενδεδειγμένο μέσο.
 
6. Όταν οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς επιβάλλουν περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά ως προς τις επιδόσεις ή τις λειτουργικές απαιτήσεις, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β’, μπορούν να χρησιμοποιούν τις αναλυτικές προδιαγραφές ή, εν ανάγκη, τμήματά τους, όπως ορίζονται από τα ευρωπαϊκά, (πολυ) εθνικά οικολογικά σήματα ή και από κάθε άλλο οικολογικό σήμα, εφόσον οι προδιαγραφές αυτές είναι ενδεδειγμένες για τον καθορισμό των χαρακτηριστικών των προμηθειών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, οι απαιτήσεις για το σήμα διαμορφώνονται βάσει επιστημονικών στοιχείων, τα οικολογικά σήματα υιοθετούνται μέσω μιας διαδικασίας στην οποία μπορούν να συμμετέχουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι κυβερνητικοί οργανισμοί, οι καταναλωτές, οι κατασκευαστές, καθώς και οι διανομείς και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, και είναι προσιτά σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να προβλέπουν ότι τα προϊόντα ή υπηρεσίες που διαθέτουν οικολογικό σήμα τεκμαίρεται ότι πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης, πρέπει όμως να αποδέχονται και κάθε άλλο ενδεδειγμένο αποδεικτικό μέσο, όπως τον τεχνικό φάκελο του κατασκευαστή ή έκθεση δοκιμών από αναγνωρισμένο οργανισμό.
 
7. Ως «αναγνωρισμένοι οργανισμοί», κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, νοούνται τα εργαστήρια δοκιμών, τα εργαστήρια βαθμονόμησης, οι οργανισμοί ελέγχου και οι οργανισμοί πιστοποίησης που ανταποκρίνονται στα ισχύοντα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς αποδέχονται τα πιστοποιητικά των αναγνωρισμένων οργανισμών που έχουν συσταθεί σε άλλα κράτη – μέλη.
 
8. Εφόσον δεν δικαιολογείται από το αντικείμενο της σύμβασης, οι τεχνικές προδιαγραφές δεν επιτρέπεται να κάνουν μνεία συγκεκριμένης κατασκευής ή προέλευσης ή ιδιαίτερης μεθόδου κατασκευής ούτε να παραπέμπουν σε σήμα, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή τύπο, καθώς και σε συγκεκριμένη καταγωγή ή παραγωγή που θα είχε ως αποτέλεσμα να ευνοούνται ή να αποκλείονται ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένα προϊόντα. Η εν λόγω μνεία ή παραπομπή επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, όταν δεν είναι δυνατόν να γίνει αρκούντως ακριβής και κατανοητή περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης, κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3 και 4. Η μνεία ή παραπομπή αυτή πρέπει να συνοδεύεται από τον όρο «ή ισοδύναμο».
 
Άρθρο 41
Υποχρεώσεις σχετικά με τη φορολογία, την προστασία του περιβάλλοντος και τις συνθήκες εργασίας (άρθρο 27 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 39 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας αναφέρει στα έγγραφα της σύμβασης, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 39 του παρόντος νόμου, τις αρχές από τις οποίες οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες μπορούν να λαμβάνουν τις σχετικές πληροφορίες για τις υποχρεώσεις σχετικά με τη φορολογία, την προστασία του περιβάλλοντος και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις περί προστασίας της απασχόλησης και των συνθηκών εργασίας στην περιφέρεια ή τον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεσθούν οι παροχές, και οι οποίες εφαρμόζονται στις επί τόπου εκτελούμενες εργασίες, στα έργα που εκτελούνται στο εργοτάξιο ή στις παρεχόμενες υπηρεσίες κατά την εκτέλεση της σύμβασης.
 
2. Η αναθέτουσα αρχή /ο αναθέτων φορέας που παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ζητά από τους προσφέροντες ή από τους υποψήφιους σε διαδικασία σύναψης συμβάσεων να αναφέρουν ότι έλαβαν υπόψη, κατά την κατάρτιση της προσφοράς τους, τις υποχρεώσεις σχετικά με τις διατάξεις περί προστασίας της απασχόλησης και των συνθηκών εργασίας που ισχύουν στον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεσθεί η σύμβαση.
Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 44, σχετικά με τον έλεγχο των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών, δεν θίγεται.
 
Άρθρο 42
Χρήση του Κοινού Λεξιλογίου για τις δημόσιες συμβάσεις
 
Οποιαδήποτε αναφορά σε ονοματολογίες στα έγγραφα της σύμβασης γίνεται με τη χρήση του Κοινού Λεξιλογίου για τις Δημόσιες Συμβάσεις (CPV) της παραγράφου 16 του άρθρου 15.
 
ΤΜΗΜΑ ΟΓΔΟΟ
ΑΝΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
 
Άρθρο 43
Κριτήρια ανάθεσης των συμβάσεων (άρθρο 53 οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 55 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Με την επιφύλαξη των κείμενων διατάξεων περί ελάχιστων ορίων αμοιβής ορισμένων υπηρεσιών, τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς αναθέτουν τις δημόσιες συμβάσεις, είναι τα ακόλουθα:
α) όταν η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχή/αναθέτοντος φορέα, κριτήρια συνδεόμενα με το αντικείμενο της συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης, ιδίως η ποιότητα, η τιμή, η τεχνική αξία, τα αισθητικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, κοινωνικά κριτήρια, το κόστος λειτουργίας, η αποδοτικότητα, η εξυπηρέτηση μετά την πώληση και η τεχνική συνδρομή, η ημερομηνία παράδοσης ή ολοκλήρωσης, η προθεσμία παράδοσης εκτέλεσης και η ασφάλεια εφοδιασμού, είτε
β) αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή.
 
2. Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, στην προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχείο α’ περίπτωση, η αναθέτουσα αρχή /αναθέτων φορέας προβλέπει τη βαρύτητα (σχετική στάθμιση) που προσδίδει σε καθένα από τα επιλεγέντα κριτήρια για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς. Η στάθμιση αυτή μπορεί να εκφράζεται με τον καθορισμό μιας διακύμανσης («ψαλίδας») με κατάλληλο εύρος. Όταν, κατά τη γνώμη της αναθέτουσας αρχής /αναθέτοντος φορέα, δεν είναι δυνατή η στάθμιση για λόγους που μπορούν να αποδειχθούν, η αναθέτουσα αρχή / αναθέτων φορέας επισημαίνει τη φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας των κριτηρίων αυτών.
Η σχετική στάθμιση ή η σειρά σπουδαιότητας προβλέπονται, ανάλογα με την περίπτωση, στην προκήρυξη που χρησιμοποιείται ως μέσο έναρξης διαγωνισμού, στην πρόσκληση επιβεβαίωσης ενδιαφέροντος, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 115 παράγραφος 5 του παρόντος, στην πρόσκληση υποβολής προσφοράς ή συμμετοχής σε διαπραγματεύσεις, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στο περιγραφικό έγγραφο, στην περίπτωση του ανταγωνιστικού διαλόγου.
 
Άρθρο 44
Ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές (άρθρο 55 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 57 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ )
 
1. Εάν, για δεδομένη σύμβαση, οι προσφορές φαίνονται ασυνήθιστα χαμηλές σε σχέση με το αντικείμενό της, η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας, πριν να απορρίψει τις προσφορές αυτές, ζητεί γραπτώς τις διευκρινίσεις για τη σύνθεση της προσφοράς, τις οποίες τυχόν κρίνει σκόπιμες. Οι διευκρινίσεις αυτές μπορούν να αφορούν ιδίως:
(α) τον οικονομικό χαρακτήρα της μεθόδου δομικής κατασκευής, της μεθόδου κατασκευής των προϊόντων ή της παροχής των υπηρεσιών,
(β) τις επιλεγείσες τεχνικές λύσεις ή/και τις εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες που διαθέτει ο προσφέρων για την εκτέλεση των έργων, την προμήθεια των προϊόντων ή την παροχή των υπηρεσιών,
(γ) την πρωτοτυπία του έργου, των προμηθειών ή των υπηρεσιών, που προτείνει ο προσφέρων,
(δ) την τήρηση των διατάξεων περί προστασίας της εργασίας και των συνθηκών εργασίας που ισχύουν στον τόπο εκτέλεσης της παροχής και
(ε) την ενδεχόμενη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα.
 
2. H αναθέτουσα αρχή ελέγχει, σε συνεννόηση με τον προσφέροντα, τη σύνθεση της προσφοράς βάσει των παρασχεθέντων δικαιολογητικών.
 
3. Εφόσον η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας διαπιστώνει ότι μια προσφορά είναι ασυνήθιστα χαμηλή λόγω χορήγησης κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα, η προσφορά μπορεί να απορρίπτεται αποκλειστικά για αυτόν το λόγο με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση μόνο μετά από διαβούλευση, και εφόσον ο προσφέρων δεν είναι σε θέση να αποδείξει, εντός επαρκούς προθεσμίας την οποία τάσσει η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας, ότι η εν λόγω ενίσχυση χορηγήθηκε σε νόμιμα πλαίσια. Όταν η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας απορρίπτει μια προσφορά υπό τις συνθήκες αυτές, ενημερώνει σχετικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
 
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ
ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ
 
Άρθρο 45
Συγκρούσεις συμφερόντων
 
1. Κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται οι κανόνες των επομένων παραγράφων για την αποτελεσματική πρόληψη, τον εντοπισμό και την άμεση θεραπεία συγκρούσεων συμφερόντων που προκύπτουν κατά τη διεξαγωγή διαδικασιών ανάθεσης, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού και της προετοιμασίας της διαδικασίας, της κατάρτισης των εγγράφων της σύμβασης, της επιλογής υποψηφίων και προσφερόντων και της ανάθεσης της σύμβασης, ούτως ώστε να αποφεύγονται τυχόν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση όλων των οικονομικών φορέων. Η έννοια της σύγκρουσης συμφερόντων καλύπτει τουλάχιστον κάθε κατάσταση στην οποία οι κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 έχουν, άμεσα ή έμμεσα, «ιδιωτικό συμφέρον», ήτοι οικονομικό ή προσωπικό συμφέρον στο αποτέλεσμα της διαδικασίας σύναψης της δημόσιας σύμβασης, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει την αμερόληπτη και αντικειμενική εκτέλεση των καθηκόντων τους.
 
2. Οι κανόνες που εισάγονται στις παραγράφους 4 έως 8 ισχύουν για συγκρούσεις συμφερόντων που αφορούν τουλάχιστον τις κατωτέρω κατηγορίες προσώπων:
 
α) Τα μέλη του προσωπικού της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα, των οικονομικών φορέων ή μέλη του προσωπικού άλλων οικονομικών φορέων που εκτελούν δημόσιες συμβάσεις κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 του Μέρους Β’ του παρόντος, καθώς και τα μέλη αποφαινόμενων γνωμοδοτικών οργάνων, εφόσον συμμετέχουν στην προπαρασκευή και τη διενέργεια της διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης.
β) Τον υπό οποιαδήποτε ιδιότητα επικεφαλής και τα μέλη των οργάνων διοίκησης της αναθέτουσας αρχής / του αναθέτοντος φορέα, οι οποίοι, χωρίς να επεμβαίνουν άμεσα στη διεξαγωγή της διαδικασίας ανάθεσης, ενδέχεται εντούτοις να επηρεάσουν το αποτέλεσμά της.
γ) Τους συζύγους και συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ’ ευθεία μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε έως και τέταρτου βαθμού των προσώπων των περιπτώσεων α’ και β’.
 
3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «ιδιωτικά συμφέροντα» νοούνται προσωπικά, οικογενειακά, οικονομικά, πολιτικά ή άλλα κοινά συμφέροντα με τους υποψηφίους ή προσφέροντες, συμπεριλαμβανομένων και αντικρουόμενων επαγγελματικών συμφερόντων, όπως ιδίως:
 
α) Η συμμετοχή μέλους του προσωπικού ή της διοίκησης μίας αναθέτουσας αρχής / ενός αναθέτοντος φορέα υπό την έννοια της παραγράφου 2 στα όργανα διοίκησης ή διαχείρισης ενός οικονομικού φορέα, όταν ο εν λόγω οικονομικός φορέας συμμετέχει στη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης που διενεργεί η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας.
β) Η κατοχή από μέλος του προσωπικού ή της διοίκησης μίας αναθέτουσας αρχής ή ενός αναθέτοντος φορέα υπό την έννοια της παραγράφου 2, ποσοστού άνω του 0,5% των μετοχών, εταιρικών μεριδίων ή άλλης φύσης δικαιωμάτων επί του κεφαλαίου ενός οικονομικού φορέα, που επιτρέπουν στο μέλος αυτό να συμμετέχει στη διαχείριση των υποθέσεων του εν λόγω οικονομικού φορέα, όταν ο εν λόγω οικονομικός φορέας συμμετέχει στη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης που διενεργεί η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας.
γ) Η ύπαρξη, κατά τη χρονική περίοδο που έχει ως αφετηρία δώδεκα (12) μήνες πριν την έναρξη της διαδικασίας ανάθεσης της σύμβασης και λήξη την ημέρα σύναψης αυτής, συμβατικού δεσμού που αφορά είτε στην παροχή εξηρτημένης εργασίας είτε στην εκτέλεση έργου ή παροχή υπηρεσιών ή πώληση αγαθών μεταξύ ενός μέλους του προσωπικού ή της διοίκησης μίας αναθέτουσας αρχής / ενός αναθέτοντος φορέα, υπό την έννοια της παραγράφου 2, με έναν οικονομικό φορέα, όταν ο εν λόγω οικονομικός φορέας συμμετέχει στη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης που διενεργεί η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας.
 
4. Για την τήρηση των υποχρεώσεων του άρθρου αυτού:
α) Τα μέλη του προσωπικού που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α’ , υποχρεούνται να γνωστοποιήσουν τυχόν σύγκρουση συμφερόντων των ιδίων ή των συγγενικών τους προσώπων, υπό την έννοια της παραγράφου 2 στοιχείο γ’ , σε σχέση με οποιονδήποτε υποψήφιο ή προσφέροντα, από τη στιγμή που καθίστανται ενήμεροι για την εν λόγω σύγκρουση, προκειμένου η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας να είναι σε θέση να προβεί σε διορθωτικές ενέργειες. Παράλληλα, οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια σχετική με τη διενέργεια της διαδικασίας ανάθεσης.
β) Οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες απαιτείται να υποβάλουν, στην έναρξη της διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεων, δήλωση σχετικά με την ύπαρξη τυχόν ειδικών σχέσεων, όπως ιδιαίτερου δεσμού, ιδιάζουσας σχέσης ή έριδας με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β’ και των συγγενικών τους προσώπων, υπό την έννοια της παραγράφου 2 στοιχείο γ’ , οι οποίες ενδέχεται να θέσουν τα εν λόγω πρόσωπα σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων. Η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας αναφέρει στο χωριστό πρακτικό που αναφέρεται στα άρθρα 63, 84, 130 αν έχει υποβληθεί δήλωση από οποιονδήποτε υποψήφιο ή προσφέροντα.
 
5. Σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας ενημερώνει αμέσως την Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15 και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν την εξαίρεση του συγκεκριμένου μέλους του προσωπικού από οποιαδήποτε συμμετοχή στη σχετική διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης. Εάν μια σύγκρουση συμφερόντων είναι αδύνατον να θεραπευθεί με άλλον τρόπο, ο σχετικός υποψήφιος ή προσφέρων αποκλείεται από τη διαδικασία. Για την εξαίρεση του προηγουμένου εδαφίου εφαρμόζονται συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του άρθρου αυτού, οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 7 του ν. 2690/1999 (Α’ 45).
 
6. Σε περίπτωση εντοπισμού ειδικών σχέσεων, η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας ενημερώνει αμέσως την Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15 και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να αποφύγει τυχόν αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία ανάθεσης και για να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση των υποψηφίων και των προσφερόντων. Εάν η σύγκρουση συμφερόντων είναι αδύνατον να επανορθωθεί με άλλον τρόπο, ο σχετικός υποψήφιος ή προσφέρων αποκλείεται από τη διαδικασία.
 
7. Οι υποχρεώσεις και οι απαγορεύσεις των προηγουμένων παραγράφων ισχύουν, αν ο οικονομικός φορέας είναι κοινοπραξία, για όλα τα μέλη της κοινοπραξίας και, αν ο οικονομικός φορέας χρησιμοποιεί υπεργολάβους, και για τους υπεργολάβους του.
 
8. Όλα τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο τεκμηριώνονται σε χωριστή έκθεση που περιλαμβάνεται στο φάκελο της σύμβασης.
 
Άρθρο 46
Παράνομες συμπεριφορές
 
1. Η αναθέτουσα αρχή/ ο αναθέτων φορέας περιλαμβάνει στο κείμενο της σύμβασης ειδική ρήτρα ακεραιότητας, βάσει της οποίας ο ανάδοχος δημόσιας σύμβασης του παρόντος νόμου ή οι νόμιμοι εκπρόσωποί του δεσμεύονται ότι, σε όλα τα στάδια που προηγήθηκαν της κατακύρωσης της σύμβασης, δεν ενήργησαν αθέμιτα, παράνομα ή καταχρηστικά και ότι θα εξακολουθήσουν να μην ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο κατά το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης αλλά και μετά τη λήξη αυτής. Μνεία της υποχρεώσεως αυτής περιλαμβάνεται υποχρεωτικά στην προκήρυξη και τη διακήρυξη της σύμβασης.
 
2. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί, μέχρι τη λήξη της διάρκειας της σύμβασης, παράβαση των υποχρεώσεων του συμβατικού όρου της παραγράφου 1 εκ μέρους του αναδόχου, ο τελευταίος κηρύσσεται έκπτωτος.
 
3. Οι υποχρεώσεις και οι απαγορεύσεις της ρήτρας της παραγράφου 1 ισχύουν, αν ο ανάδοχος είναι κοινοπραξία, για όλα τα μέλη της κοινοπραξίας.
 
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΑΠΤΟΥΝ ΑΝΑΘΕΤΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ
 
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
 
Άρθρο 47
Πεδίο εφαρμογής
 
Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν αναθέτουσες αρχές του άρθρου 18 του παρόντος νόμου.
 
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ ΕΠΙΛΟΓΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΝΑΘΕΣΗΣ
 
Άρθρο 48
Χρήση των ανοικτών, κλειστών και με διαπραγμάτευση διαδικασιών και του ανταγωνιστικού διαλόγου (άρθρο 28 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές συνάπτουν τις δημόσιες συμβάσεις προσφεύγοντας είτε στην ανοικτή διαδικασία είτε στην κλειστή διαδικασία.
 
2. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να προβαίνουν στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων με τη χρήση ανταγωνιστικού διαλόγου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 49.
 
3. Στις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά στα άρθρα 50 και 51 οι αναθέτουσας αρχές μπορούν να προσφεύγουν στη διαδικασία με διαπραγμάτευση, με ή χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού.
 
Άρθρο 49
Ανταγωνιστικός διάλογος (άρθρο 29 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Σε περίπτωση ιδιαίτερα πολύπλοκων συμβάσεων, η αναθέτουσα αρχή, εφόσον κρίνει ότι η χρησιμοποίηση της ανοικτής ή της κλειστής διαδικασίας δεν επιτρέπει την ανάθεση της σύμβασης, μπορεί να προσφεύγει στον ανταγωνιστικό διάλογο, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
 
2. Κατά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου αυτού, η ανάθεση της δημόσιας σύμβασης πραγματοποιείται αποκλειστικά βάσει του κριτηρίου της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς.
 
3. Οι αναθέτουσες αρχές δημοσιεύουν σχετική προκήρυξη διαγωνισμού. Με την προκήρυξη ή και τα τεύχη του διαγωνισμού γνωστοποιούν τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους.
 
4. Με τους υποψηφίους που επελέγησαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 66 έως 75 σε διάλογο, σκοπός του οποίου είναι η διερεύνηση και ο προσδιορισμός των μέσων που μπορούν να ικανοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο τις ανάγκες τους. Αντικείμενο του διαλόγου μπορεί να αποτελούν όλες οι πτυχές της σύμβασης.
Κατά τη διάρκεια του διαλόγου, οι αναθέτουσες αρχές εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση όλων των προσφερόντων. Ειδικότερα, υποχρεούνται να μην παρέχουν, κατά τρόπο που δημιουργεί διακρίσεις, πληροφορίες που ενδέχεται να ευνοούν ορισμένους προσφέροντες σε σχέση με άλλους. Οι αναθέτουσες αρχές δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν στους λοιπούς συμμετέχοντες τις προτεινόμενες λύσεις ή άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες που έχουν διαβιβασθεί από υποψήφιο συμμετέχοντα, χωρίς τη συγκατάθεσή του.
 
5. Στην προκήρυξη ή τα συνοδευτικά τεύχη μπορεί να προβλέπεται ότι η διαδικασία διεξάγεται σε διαδοχικές φάσεις, ώστε να μειώνεται ο αριθμός των λύσεων που εξετάζονται κατά τις διαδοχικές φάσεις του διαλόγου, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων ανάθεσης.
 
6. Η αναθέτουσα αρχή διεξάγει το διάλογο έως ότου μπορέσει να προσδιορίσει, μετά από συγκριτική αξιολόγηση, την ή τις λύσεις, οι οποίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες της.
 
7. Αφού κηρύξουν τη λήξη του διαλόγου και ενημερώσουν σχετικά τους συμμετέχοντες, οι αναθέτουσες αρχές τους καλούν να υποβάλουν την τελική προσφορά τους, βάσει της ή των λύσεων που υποβλήθηκαν και προσδιορίσθηκαν κατά τη διάρκεια του διαλόγου. Οι προσφορές αυτές πρέπει να περιέχουν όλα τα απαιτούμενα και αναγκαία στοιχεία για την εκτέλεση των ζητούμενων προμηθειών ή υπηρεσιών.
Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητεί τη διευκρίνιση, συμπλήρωση ή προσαρμογή των προσφορών. Οι διασαφηνίσεις, διευκρινίσεις, προσαρμογές ή συμπληρώσεις δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την τροποποίηση των βασικών στοιχείων της προσφοράς ή της πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών, επιφέροντας διακρίσεις ή στρέβλωση του ανταγωνισμού.
 
8. Οι αναθέτουσες αρχές αξιολογούν τις προσφορές, όπως τις υπέβαλαν οι προσφέροντες, βάσει των κριτηρίων ανάθεσης που έχουν καθορισθεί στην προκήρυξη και στα τεύχη του διαγωνισμού, και επιλέγουν την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά σύμφωνα με το άρθρο 43 του παρόντος νόμου.
Εκείνος που έχει κριθεί ότι υπέβαλε την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, μπορεί να καλείται από την αναθέτουσα αρχή να διευκρινίσει πτυχές της προσφοράς του ή να επιβεβαιώσει τις δεσμεύσεις που αυτή περιέχει, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τροποποιούνται ουσιώδη στοιχεία της προσφοράς ή της πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών, με συνέπεια να στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός ή να προκαλούνται διακρίσεις.
 
9. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να προβλέπουν στην οικεία προκήρυξη απονομή βραβείων ή καταβολή χρηματικού ποσού στους συμμετέχοντες στο διάλογο.
 
Άρθρο 50
Διαδικασία με διαπραγμάτευση, με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού (άρθρο 30 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις προσφεύγοντας σε διαδικασία με διαπραγμάτευση, αφού προηγηθεί δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
 
α) Σε περίπτωση μη κανονικών προσφορών ή κατάθεσης προσφορών που είναι απαράδεκτες σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τηρουμένων των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 33, 43, 44, 64, 65, 67-75 και 132 του παρόντος νόμου, έπειτα από ανοικτή ή κλειστή διαδικασία ή ανταγωνιστικό διάλογο, με την προϋπόθεση ότι οι αρχικοί όροι της σύμβασης δεν τροποποιούνται ουσιωδώς.
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να μη δημοσιεύουν προκήρυξη διαγωνισμού, εάν στη διαδικασία με διαπραγμάτευση περιλαμβάνουν όλους τους προσφέροντες που πληρούν τα κριτήρια των άρθρων 68 έως 75 του παρόντος νόμου και οι οποίοι, κατά την ανοικτή ή κλειστή διαδικασία ή τον προηγηθέντα ανταγωνιστικό διάλογο, υπέβαλαν παραδεκτές προσφορές.
β) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν πρόκειται για έργα, προμήθειες ή υπηρεσίες, των οποίων η φύση ή διάφοροι αστάθμητοι παράγοντες δεν επιτρέπουν το συνολικό προκαθορισμό των τιμών.
γ) Στον τομέα των υπηρεσιών, ιδίως κατά την έννοια της κατηγορίας 6 του Παραρτήματος ΙΙ Α του Προσαρτήματος Α’ και για παροχές διανοητικής εργασίας, όπως η σύλληψη έργου, στο μέτρο που η φύση των προς παροχή εργασιών δεν επιτρέπει τον καθορισμό με επαρκή ακρίβεια των προδιαγραφών της σύμβασης, ώστε να επιτρέπεται η ανάθεσή της με επιλογή της καλύτερης προσφοράς, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την ανοικτή ή την κλειστή διαδικασία.
δ) Στον τομέα των έργων, για τα έργα που εκτελούνται αποκλειστικά για σκοπούς έρευνας, δοκιμής ή τελειοποίησης, και όχι για να εξασφαλίζουν την αποδοτικότητα ή την κάλυψη των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης.
 
2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αναθέτουσες αρχές διαπραγματεύονται με τους προσφέροντες προκειμένου αυτοί να προσαρμόζουν τις προσφορές τους στους όρους της προκήρυξης του διαγωνισμού, της συγγραφής υποχρεώσεων και των λοιπών τευχών του διαγωνισμού και προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη προσφορά, σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 1.
 
3. Κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, οι αναθέτουσες αρχές εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση όλων των προσφερόντων. Ειδικότερα, δεν παρέχουν, κατά τρόπο που να δημιουργεί διακρίσεις, πληροφορίες που ευνοούν ορισμένους προσφέροντες σε σχέση με άλλους.
 
4. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να προβλέπουν στην προκήρυξη ή στη συγγραφή υποχρεώσεων ότι η διαδικασία με διαπραγμάτευση διεξάγεται σε διαδοχικές φάσεις, ώστε να μειώνεται ο αριθμός των προς διαπραγμάτευση προσφορών με την εφαρμογή των προβλεπόμενων κριτηρίων ανάθεσης.
 
Άρθρο 51
Διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού (άρθρο 31 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν τις δημόσιες συμβάσεις τους προσφεύγοντας σε διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς να προηγείται δημοσίευση σχετικής προκήρυξης, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
 
1. Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών:
α) Εάν, ύστερα από ανοικτή ή κλειστή διαδικασία, δεν υποβλήθηκε καμία προσφορά ή καμία από τις υποβληθείσες προσφορές δεν κρίνεται κατάλληλη ή εάν δεν υπάρχει κανείς υποψήφιος, εφόσον δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς οι αρχικοί όροι της σύμβασης και με την προϋπόθεση ότι διαβιβάζεται σχετική έκθεση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ύστερα από αίτημά της.
β) Εάν, για λόγους τεχνικούς, καλλιτεχνικούς ή σχετικούς με την προστασία αποκλειστικών δικαιωμάτων, η σύμβαση μπορεί να ανατεθεί μόνο σε συγκεκριμένο οικονομικό φορέα.
γ) Στο μέτρο που είναι απολύτως απαραίτητο, εάν λόγω κατεπείγουσας ανάγκης, οφειλόμενης σε γεγονότα απρόβλεπτα για τις ενδιαφερόμενες αναθέτουσες αρχές, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται για τις ανοικτές, κλειστές ή με διαπραγμάτευση διαδικασίες με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού του άρθρου 50 του παρόντος νόμου. Οι περιστάσεις που επικαλούνται οι αναθέτουσες αρχές για την αιτιολόγηση της κατεπείγουσας ανάγκης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να απορρέουν από δική τους ευθύνη.
 
2. Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις προμηθειών:
α) Όταν τα σχετικά προϊόντα κατασκευάζονται αποκλειστικά για σκοπούς έρευνας, πειραματισμού, μελέτης ή ανάπτυξης, για ποσότητα που δεν εξασφαλίζει την εμπορική βιωσιμότητα του προϊόντος ή την απόσβεση των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης.
β) Όταν αφορούν συμπληρωματικές παραδόσεις που πραγματοποιούνται από τον αρχικό προμηθευτή και προορίζονται είτε για τη μερική ανανέωση προμηθειών ή εγκαταστάσεων τρέχουσας χρήσης είτε για την επέκταση υφιστάμενων προμηθειών ή εγκαταστάσεων, εφόσον η αλλαγή προμηθευτή θα υποχρέωνε την αναθέτουσα αρχή να προμηθευτεί υλικό με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά, τα οποία είναι ασυμβίβαστα ή προκαλούν δυσανάλογες τεχνικές δυσχέρειες ως προς τη χρήση και συντήρηση. Η διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων, καθώς και των ανανεώσιμων συμβάσεων δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, η συνδρομή των οποίων θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς.
γ) Όταν πρόκειται για προμήθειες που είναι εισηγμένες και αγοράζονται σε χρηματιστήριο βασικών προϊόντων.
δ) Όταν έχουν ως αντικείμενο προμήθεια ειδών, υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους είτε από έναν προμηθευτή που έπαυσε οριστικά την εμπορική δραστηριότητά του είτε από τον σύνδικο ή τον εκκαθαριστή πτώχευσης ή άλλης ανάλογης διαδικασίας αναγκαστικής εκκαθάρισης.
 
3. Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών: Όταν η σχετική σύμβαση έπεται διαγωνισμού μελετών και πρέπει, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες, να ανατεθεί στο νικητή ή σε έναν από τους νικητές του διαγωνισμού αυτού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όλοι οι νικητές του διαγωνισμού καλούνται να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις.
 
4. Προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις έργων και υπηρεσιών:
α) Όταν αφορούν συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχικώς κατακυρωθείσα μελέτη ούτε στην αρχική σύμβαση και τα οποία, λόγω μη προβλέψιμων περιστάσεων, κατέστησαν αναγκαία για την εκτέλεση των εργασιών ή της υπηρεσίας, όπως περιγράφεται στην αρχική σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση γίνεται στον οικονομικό φορέα που εκτελεί τις υπηρεσίες αυτές ή την υπηρεσία αυτή, εφόσον τα συμπληρωματικά έργα ή οι υπηρεσίες είτε δεν μπορούν, από τεχνική ή οικονομική άποψη, να διαχωρισθούν από την αρχική σύμβαση χωρίς να δημιουργηθούν μείζονα προβλήματα για τις αναθέτουσες αρχές, είτε μπορούν να διαχωρισθούν από την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης, πλην όμως είναι απόλυτα αναγκαία για την ολοκλήρωσή της. Το σωρευτικό ποσό των συναπτομένων συμβάσεων συμπληρωματικών έργων ή υπηρεσιών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 50% του ποσού της αρχικής σύμβασης.
β) Όταν έχουν ως αντικείμενο νέα έργα ή υπηρεσίες που συνίστανται στην επανάληψη παρόμοιων έργων ή υπηρεσιών που ανατέθηκαν στον οικονομικό φορέα -ανάδοχο της αρχικής σύμβασης από τις ίδιες αναθέτουσες αρχές, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα έργα ή οι υπηρεσίες είναι σύμφωνες με μία βασική μελέτη που αποτέλεσε αντικείμενο αρχικής σύμβασης, και η οποία έχει συναφθεί σύμφωνα με την ανοικτή ή την κλειστή διαδικασία.
Η δυνατότητα προσφυγής στη διαδικασία αυτή πρέπει να επισημαίνεται ήδη κατά την αρχική προκήρυξη διαγωνισμού και το συνολικό προβλεπόμενο ποσό για τη συνέχιση των εργασιών ή υπηρεσιών λαμβάνεται υπόψη από τις αναθέτουσες αρχές, κατά την εφαρμογή του άρθρου 23 του παρόντος νόμου. Προσφυγή στη διαδικασία αυτή επιτρέπεται μόνον επί μια τριετία μετά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης.
 
Άρθρο 52
Συμφωνίες – πλαίσιο (άρθρο 32 παράγραφοι 1 -2 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες-πλαίσιο.
 
2. Για τη σύναψη μιας συμφωνίας-πλαισίου, οι αναθέτουσες αρχές ακολουθούν τους διαδικαστικούς κανόνες που ορίζονται στον παρόντα νόμο σε όλα τα στάδια, έως την ανάθεση των συμβάσεων που βασίζονται στην εν λόγω συμφωνία-πλαίσιο. Η επιλογή των συμβαλλομένων στη συμφωνία-πλαίσιο γίνεται κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων ανάθεσης, τα οποία καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 43 του παρόντος νόμου.
Οι συμβάσεις που βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο συνάπτονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 53 και 54 του παρόντος νόμου. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται μόνο μεταξύ των αναθετουσών αρχών και των οικονομικών φορέων που ήταν εξ αρχής συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας-πλαισίου.
Κατά τη σύναψη των συμβάσεων που βασίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο, τα μέρη δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να επιφέρουν ουσιαστικές τροποποιήσεις στους όρους της συμφωνίας-πλαισίου, ιδίως στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 53 του παρόντος νόμου.
Η διάρκεια μιας συμφωνίας-πλαισίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων που δικαιολογούνται ειδικώς, ιδίως λόγω του αντικειμένου της συμφωνίας – πλαισίου.
Οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να προσφεύγουν στις συμφωνίες-πλαίσιο καταχρηστικά ή κατά τρόπο που να εμποδίζει, περιορίζει ή νοθεύει τον ανταγωνισμό.
 
Άρθρο 53
Συμφωνίες πλαίσιο με έναν οικονομικό φορέα (άρθρο 32 παρ. 3 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Όταν συνάπτεται μια συμφωνία-πλαίσιο με έναν μόνο οικονομικό φορέα, οι συμβάσεις που βασίζονται σε αυτή τη συμφωνία-πλαίσιο ανατίθενται σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο. Για τη σύναψη των συμβάσεων αυτών, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να διαβουλεύονται γραπτώς με το φορέα, ζητώντας, εν ανάγκη, να ολοκληρώσει την προσφορά του.
 
Άρθρο 54
Συμφωνίες – πλαίσιο με περισσότερους οικονομικούς φορείς (άρθρο 32 παρ. 4 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Όταν συνάπτεται μια συμφωνία-πλαίσιο με περισσότερους οικονομικούς φορείς, αυτοί πρέπει να είναι τουλάχιστον τρεις (3), εφόσον υπάρχει επαρκής αριθμός οικονομικών φορέων που πληρούν τα κριτήρια επιλογής ή/και αποδεκτές προσφορές που ανταποκρίνονται στα κριτήρια ανάθεσης.
Η ανάθεση των συμβάσεων αυτών μπορεί να γίνεται:
– Είτε με εφαρμογή των όρων που καθορίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο χωρίς νέο διαγωνισμό,
– είτε, όταν δεν έχουν καθορισθεί όλοι οι όροι στη συμφωνία-πλαίσιο, αφού επαναδιαγωνισθούν τα μέρη βάσει των ιδίων όρων, εν ανάγκη διευκρινίζοντας τους όρους αυτούς, και, ενδεχομένως, άλλων όρων που επισημαίνονται στη συγγραφή υποχρεώσεων της συμφωνίας-πλαισίου, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία:
α) Για κάθε σύμβαση που πρόκειται να συναφθεί, οι αναθέτουσες αρχές διαβουλεύονται γραπτώς με τους οικονομικούς φορείς που είναι ικανοί να εκτελέσουν το αντικείμενο της σύμβασης.
β) Οι αναθέτουσες αρχές ορίζουν επαρκή προθεσμία για την υποβολή των προσφορών των σχετικών με κάθε σύμβαση, λαμβανομένων υπόψη παραμέτρων, όπως η πολυπλοκότητα του αντικειμένου της σύμβασης και ο απαραίτητος χρόνος για τη διαβίβαση των προσφορών. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα (10) ημερών ούτε μεγαλύτερη των είκοσι (20) ημερών.
γ) Οι προσφορές υποβάλλονται γραπτώς και το περιεχόμενό τους πρέπει να παραμένει εμπιστευτικό έως την εκπνοή της τασσόμενης προθεσμίας απάντησης.
δ) Η ανάθεση κάθε σύμβασης γίνεται στον προσφέροντα που υπέβαλε την καλύτερη προσφορά βάσει των κριτηρίων ανάθεσης που έχουν καθορισθεί στη συγγραφή υποχρεώσεων της συμφωνίας-πλαισίου.
 
2. Όταν το αντικείμενο της συμφωνίας – πλαισίου με περισσότερους οικονομικούς φορείς υποδιαιρείται σε περισσότερα τμήματα, καλούνται σε διαβούλευση μόνο οι οικονομικοί φορείς των τμημάτων που ανταποκρίνονται στο εκάστοτε αντικείμενο της εκτελεστικής σύμβασης.
 
3. Στην περίπτωση των συμφωνιών – πλαισίου με περισσότερους οικονομικούς φορείς, οι προσφέροντες καταθέτουν κατά την υποβολή των προσφορών υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75) ότι εξακολουθούν να πληρούν τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής της αρχικής διακήρυξης, βάσει της οποίας συνήφθη η συμφωνία -πλαίσιο. Ο επιλεγείς οικονομικός φορέας καλείται να υποβάλει επικαιροποιημένα δικαιολογητικά σχετικά με την προσωπική του κατάσταση πριν τη σύναψη κάθε εκτελεστικής σύμβασης.
 
4. Οι συμφωνίες – πλαίσιο και οι εκτελεστικές αυτών συμβάσεις αποστέλλονται για προληπτικό έλεγχο στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά τις οικείες διατάξεις.
 
Άρθρο 55
Συμβάσεις δημοσίων έργων: ειδικοί κανόνες που αφορούν την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών (άρθρο 34 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Στην περίπτωση δημοσίων συμβάσεων με αντικείμενο τη μελέτη και την κατασκευή συγκροτήματος κοινωνικών κατοικιών, για τις οποίες, λόγω της σπουδαιότητας, του πολύπλοκου της κατασκευής και της προβλεπόμενης διάρκειας των έργων, το σχέδιο πρέπει να καταρτίζεται εξ αρχής σε στενή συνεργασία, στα πλαίσια ομάδας αποτελούμενης από εκπροσώπους των αναθετουσών αρχών, εμπειρογνώμονες και τον εργολήπτη που πρόκειται να επιφορτισθεί με την εκτέλεση των έργων, μπορεί να εφαρμόζεται ειδική διαδικασία ανάθεσης προκειμένου να επιλέγεται ο καταλληλότερος προς ένταξη στην ομάδα εργολήπτης.
 
2. Ειδικότερα, οι αναθέτουσες αρχές περιλαμβάνουν στην προκήρυξη του διαγωνισμού την κατά το δυνατόν ακριβέστερη περιγραφή των έργων, ώστε οι ενδιαφερόμενοι εργολήπτες να είναι σε θέση να διαμορφώνουν σαφή ιδέα περί του προς εκτέλεση έργου. Επιπλέον, οι αναθέτουσες αρχές αναφέρουν στην εν λόγω προκήρυξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 68 έως 75 του παρόντος νόμου τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, τους προσωπικούς, τεχνικούς, οικονομικούς και χρηματοοικονομικούς όρους τους οποίους πρέπει να πληρούν οι υποψήφιοι. Όταν προσφεύγουν στη διαδικασία αυτή, οι αναθέτουσες αρχές εφαρμόζουν τα άρθρα 16 παρ. 1, 36, 56, 57, 59, 60, 63 και 68 έως 75.
 
ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΩΝ
 
Άρθρο 56
Προκηρύξεις (άρθρο 35 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές γνωστοποιούν μέσω προκαταρκτικής προκήρυξης, η οποία δημοσιεύεται από την Επιτροπή ή από τις ίδιες στο «προφίλ αγοραστή», που αναφέρεται στο Παράρτημα VIII, σημείο 2, στοιχείο β’ του Προσαρτήματος Α’:
α) Όταν πρόκειται για προμήθειες, την εκτιμώμενη συνολική αξία των συμβάσεων ή των συμφωνιών – πλαισίων, ανά ομάδες προϊόντων, τις οποίες προτίθενται να συνάψουν κατά τους δώδεκα (12) επόμενους μήνες, εφόσον το συνολικό εκτιμώμενο ποσό, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 23 και 25 του παρόντος, ισούται με ή υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ. Οι ομάδες των προϊόντων καθορίζονται από τις αναθέτουσες αρχές με παραπομπή στην ονοματολογία CPV.
β) Όταν πρόκειται για υπηρεσίες, την εκτιμώμενη συνολική αξία των συμβάσεων ή των συμφωνιών-πλαισίων, για καθεμία από τις απαριθμούμενες στο Παράρτημα ΙΙ A του Προσαρτήματος Α’ κατηγορίες υπηρεσιών, τις οποίες προτίθενται να συνάψουν κατά τους δώδεκα (12) επόμενους μήνες, εφόσον το εν λόγω εκτιμώμενο συνολικό ποσό, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 23 και 25 του παρόντος, ισούται με ή υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.
γ) Όταν πρόκειται για έργα, τα βασικά χαρακτηριστικά των συμβάσεων ή των συμφωνιών-πλαισίων τις οποίες προτίθενται να συνάψουν, τα εκτιμώμενα ποσά των οποίων ισούνται με ή υπερβαίνουν το κατώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 23 του παρόντος, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 25 του παρόντος.
Οι προκηρύξεις που αναφέρονται στα στοιχεία α’ και β’ αποστέλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή δημοσιεύονται στο «προφίλ αγοραστή», το ταχύτερο δυνατόν μετά την έναρξη του οικονομικού έτους.
Η προκήρυξη που αναφέρεται στο στοιχείο γ’ αποστέλλεται στην Επιτροπή ή δημοσιεύεται στο «προφίλ αγοραστή», το ταχύτερο δυνατόν, μετά από τη λήψη απόφασης περί εγκρίσεως του προγράμματος στο οποίο εντάσσονται οι συμβάσεις έργων ή οι συμφωνίες-πλαίσιο, τις οποίες οι αναθέτουσες αρχές προτίθενται να συνάψουν.
Οι αναθέτουσες αρχές που δημοσιεύουν την προκαταρκτική προκήρυξη στο «προφίλ αγοραστή», αποστέλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με ηλεκτρονικό τρόπο, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που προβλέπονται στο Παράρτημα VIII σημείο 3 του Προσαρτήματος Α’, ειδοποίηση, με την οποία ανακοινώνουν τη δημοσίευση προκαταρκτικής προκήρυξης στο «προφίλ αγοραστή».
Η δημοσίευση των προκηρύξεων που αναφέρονται στα στοιχεία α’ , β’ και γ’ είναι υποχρεωτική μόνο στις περιπτώσεις που οι αναθέτουσες αρχές ασκούν το δικαίωμά τους να μειώσουν τις προθεσμίες για την παραλαβή των προσφορών, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 4 του παρόντος νόμου.
Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού.
 
2. Οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να συνάψουν δημόσια σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο, προσφεύγοντας σε διαδικασία ανοικτή, κλειστή ή σε διαδικασία διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, υπό τους προβλεπόμενους στο άρθρο 50 του παρόντος νόμου όρους ή σε ανταγωνιστικό διάλογο, υπό τους προβλεπόμενους στο άρθρο 49 του παρόντος όρους, γνωστοποιούν την πρόθεσή τους με την έκδοση προκήρυξης διαγωνισμού.
 
3. Οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να εφαρμόσουν δυναμικό σύστημα αγορών, γνωστοποιούν την πρόθεσή τους με την έκδοση προκήρυξης διαγωνισμού. Επίσης, οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να συνάψουν δημόσια σύμβαση βάσει δυναμικού συστήματος αγορών, γνωστοποιούν την πρόθεσή τους μέσω απλουστευμένης προκήρυξης διαγωνισμού.
 
4. Οι αναθέτουσες αρχές που έχουν συνάψει μια δημόσια σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο, αποστέλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την προκήρυξη με τα αποτελέσματα της διαδικασίας σύναψης το αργότερο σαράντα οκτώ (48) ημέρες μετά τη σύναψη της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαισίου. Στην περίπτωση συμφωνιών-πλαισίων που έχουν συναφθεί σύμφωνα με τα άρθρα 52 έως 54 του παρόντος νόμου, οι αναθέτουσες αρχές απαλλάσσονται από την αποστολή προκήρυξης με τα αποτελέσματα της σύναψης κάθε σύμβασης που βασίζεται στη συμφωνία-πλαίσιο. Οι αναθέτουσες αρχές αποστέλλουν προκήρυξη με τα αποτελέσματα της σύναψης των συμβάσεων που βασίζονται σε δυναμικό σύστημα αγορών, το αργότερο σαράντα οκτώ (48) ημέρες μετά τη σύναψη κάθε σύμβασης.
Μπορούν, ωστόσο, να συγκεντρώνουν τις προκηρύξεις αυτές σε τριμηνιαία βάση. Σε αυτή την περίπτωση, αποστέλλουν τις εν λόγω συγκεντρωμένες προκηρύξεις το αργότερο σαράντα οκτώ (48) ημέρες μετά τη λήξη εκάστου τριμήνου.
Στην περίπτωση των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών που απαριθμούνται στο Παράρτημα ΙΙ Β του Προσαρτήματος Α’, οι αναθέτουσες αρχές διευκρινίζουν στην προκήρυξη εάν επιτρέπουν τη δημοσίευση τους. Για τις συμβάσεις αυτές, η Επιτροπή καταρτίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, τους κανόνες για τη σύνταξη στατιστικών εκθέσεων με βάση τις προκηρύξεις αυτές, καθώς και για τη δημοσίευση των εκθέσεων αυτών.
Ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαισίου μπορούν να μην δημοσιεύονται, όταν η γνωστοποίησή τους μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή των κείμενων διατάξεων, είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον ή μπορεί να βλάψει τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα δημοσίων ή ιδιωτικών οικονομικών φορέων ή τις συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ αυτών.
 
Άρθρο 57
Σύνταξη και λεπτομέρειες δημοσίευσης των προκηρύξεων (άρθρο 36 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι προκηρύξεις περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα VII A του Προσαρτήματος Α’, καθώς και κάθε πρόσθετη πληροφορία που κρίνεται χρήσιμη από την αναθέτουσα αρχή, χρησιμοποιώντας τα τυποποιημένα έντυπα που εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 77 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, διαδικασία.
 
2. Οι προκηρύξεις που αποστέλλονται από τις αναθέτουσες αρχές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζονται είτε με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σημείο 3 του Παραρτήματος VIII του Προσαρτήματος Α’ είτε με άλλα μέσα. Στην περίπτωση της επισπευδόμενης διαδικασίας που περιγράφεται στο άρθρο 59 παράγραφος 8 του παρόντος νόμου, οι προκηρύξεις πρέπει να αποστέλλονται με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με όσα μνημονεύονται στο σημείο 3 του Παραρτήματος VIII του Προσαρτήματος Α’.
Οι προκηρύξεις δημοσιεύονται σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά δημοσίευσης που αναφέρονται στο σημείο 1 στοιχεία α’ και β’ του Παραρτήματος VIII του Προσαρτήματος Α’ .
 
3. Οι προκηρύξεις που καταρτίζονται και αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, στη μορφή και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες διαβίβασης του σημείου 3 του Παραρτήματος VIII του Προσαρτήματος Α’ , δημοσιεύονται το πολύ πέντε (5) ημέρες μετά την αποστολή τους.
Όταν οι προκηρύξεις δεν αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, στη μορφή και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες διαβίβασης του σημείου 3 του Παραρτήματος VIII του Προσαρτήματος Α’, δημοσιεύονται το αργότερο δώδεκα (12) ημέρες μετά την αποστολή τους ή, στην περίπτωση της επισπευδόμενης διαδικασίας του άρθρου 59 παράγραφος 8, το αργότερο πέντε (5) ημέρες μετά την αποστολή τους.
 
4. Οι προκηρύξεις διαγωνισμού δημοσιεύονται αναλυτικά στην ελληνική γλώσσα. Αυθεντικό θεωρείται μόνο το κείμενο που δημοσιεύεται στη γλώσσα αυτή. Περίληψη των σημαντικότερων στοιχείων κάθε προκήρυξης δημοσιεύεται και στις λοιπές επίσημες γλώσσες. Τα έξοδα δημοσίευσης των προκηρύξεων αυτών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβαρύνουν την Ευρωπαϊκή Ενωση.
 
5. Οι προκηρύξεις και το περιεχόμενό τους δεν μπορούν να δημοσιεύονται σε εθνικό επίπεδο πριν από την ημερομηνία της αποστολής τους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι προκηρύξεις που δημοσιεύονται σε εθνικό επίπεδο δεν πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες διαφορετικές από εκείνες που περιέχονται στις προκηρύξεις που αποστέλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή δημοσιεύονται στο «προφίλ αγοραστή» σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, πρέπει δε να αναφέρουν την ημερομηνία αποστολής της σχετικής ειδοποίησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή της δημοσίευσης στο «προφίλ αγοραστή». Οι προκαταρκτικές προκηρύξεις δεν δημοσιεύονται στο «προφίλ αγοραστή» πριν από την αποστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή της ειδοποίησης, με την οποία ανακοινώνεται η δημοσίευσή τους με τη μορφή αυτή, πρέπει δε να αναφέρουν την ημερομηνία της αποστολής.
 
6. Το περιεχόμενο των προκηρύξεων που δεν αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, περιορίζεται σε περίπου εξακόσιες πενήντα (650) λέξεις.
 
7. Οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν να αποδεικνύουν την ημερομηνία αποστολής των προκηρύξεων.
 
8. Η Επιτροπή χορηγεί στην αναθέτουσα αρχή βεβαίωση της δημοσίευσης των πληροφοριών που της διαβίβασε, αναφέροντας την ημερομηνία της εν λόγω δημοσίευσης. Η βεβαίωση αυτή συνιστά απόδειξη της πραγματοποίησης της δημοσίευσης.
 
Άρθρο 58
Μη υποχρεωτική δημοσίευση (άρθρο 37 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να δημοσιεύουν σύμφωνα με το άρθρο 57 προκηρύξεις για δημόσιες συμβάσεις, οι οποίες δεν υπόκεινται στην υποχρεωτική δημοσίευση που προβλέπεται στις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
 
2. Η δημοσίευση, σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν συνεπάγεται υποχρέωση εφαρμογής των λοιπών διατάξεων του Δεύτερου Μέρους.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ
 
Άρθρο 59
Προθεσμία για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής και των προσφορών (άρθρο 38 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Κατά τον καθορισμό των προθεσμιών παραλαβής των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής, οι αναθέτουσες αρχές λαμβάνουν υπόψη, ιδίως, το πολύπλοκο της σύμβασης και το χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία των προσφορών, με την επιφύλαξη των ελάχιστων προθεσμιών που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.
 
2. Στις ανοικτές διαδικασίες, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών ανέρχεται σε πενήντα δύο (52) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης διαγωνισμού.
 
3. Στις κλειστές διαδικασίες, στις οριζόμενες στο άρθρο 50 διαδικασίες με διαπραγμάτευση με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού και στον ανταγωνιστικό διάλογο:
 
α) Η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής ανέρχεται σε τριάντα επτά (37) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης του διαγωνισμού.
β) Στις κλειστές διαδικασίες, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών ανέρχεται σε σαράντα (40) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης.
 
4. Στις περιπτώσεις όπου οι αναθέτουσες αρχές έχουν δημοσιεύσει προκαταρκτική προκήρυξη, η ελάχιστη προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και στην παράγραφο 3 στοιχείο β’, μπορεί, κατά γενικό κανόνα, να περιορίζεται σε τριάντα έξι (36) ημέρες αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση μικρότερη των είκοσι δύο (22) ημερών.
Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης διαγωνισμού, προκειμένου για ανοικτή διαδικασία, και από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, προκειμένου για κλειστή διαδικασία.
Η βραχύτερη προθεσμία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να τάσσεται, υπό την προϋπόθεση ότι η προκαταρκτική προκήρυξη έχει περιλάβει όλες τις πληροφορίες, οι οποίες απαιτούνται στην προκήρυξη διαγωνισμού που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα VII A του Προσαρτήματος Α’, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες κατά τη δημοσίευση της προκήρυξης και η προκαταρκτική προκήρυξη έχει αποσταλεί προς δημοσίευση μεταξύ ενός ελάχιστου διαστήματος πενήντα δύο (52) ημερών έως ενός μέγιστου διαστήματος δώδεκα (12) μηνών πριν από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης διαγωνισμού.
 
5. Όταν οι προκηρύξεις καταρτίζονται και αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που προβλέπονται στο Παράρτημα VIII σημείο 3 του Προσαρτήματος Α’ , οι προθεσμίες παραλαβής των προσφορών που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 4, για τις ανοικτές διαδικασίες, και η προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής που ορίζεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α’ , για τις κλειστές και με διαπραγμάτευση διαδικασίες με δημοσίευση προκήρυξης του διαγωνισμού και τον ανταγωνιστικό διάλογο, μπορούν να συντμηθούν κατά επτά (7) ημέρες.
 
6. Σύντμηση κατά πέντε (5) ημέρες των προθεσμιών παραλαβής των προσφορών που ορίζονται στην παράγραφο 2 και στην παράγραφο 3 στοιχείο β’ , είναι δυνατή όταν η αναθέτουσα αρχή παρέχει, με ηλεκτρονικό μέσο και από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης, σύμφωνα με το Παράρτημα VIII του Προσαρτήματος Α’ , ελεύθερη, άμεση και πλήρη πρόσβαση στη συγγραφή υποχρεώσεων και στα λοιπά τεύχη του διαγωνισμού, προσδιορίζοντας στο κείμενο της προκήρυξης την ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία διατίθεται η εν λόγω τεκμηρίωση. Η σύντμηση αυτή μπορεί να ορίζεται επιπλέον της μείωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 5.
 
7. Όταν, για οποιονδήποτε λόγο, η συγγραφή υποχρεώσεων και τα συμπληρωματικά τεύχη, έγγραφα ή πληροφορίες δεν παρασχέθηκαν εντός των προθεσμιών που ορίζονται στα άρθρα 60 και 61 του παρόντος νόμου, μολονότι ζητήθηκαν εμπρόθεσμα ή όταν οι προσφορές μπορούν να συνταχθούν μόνον έπειτα από επιτόπια επίσκεψη ή εξέταση εγγράφων προσαρτημένων στη συγγραφή υποχρεώσεων, οι προθεσμίες παραλαβής των προσφορών παρατείνονται, ώστε όλοι οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς να μπορούν να λαμβάνουν γνώση όλων των αναγκαίων πληροφοριών για τη διατύπωση των προσφορών.
 
8. Στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού που αναφέρονται στο άρθρο 50, όταν επείγοντες λόγοι καθιστούν αδύνατη την τήρηση των ελάχιστων προθεσμιών που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ορίζουν:
α) Προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης διαγωνισμού ή των δέκα (10) ημερών, εάν η προκήρυξη απεστάλη με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που προβλέπονται στο Παράρτημα VIII σημείο 3 του Προσαρτήματος Α’.
β) Στην περίπτωση των κλειστών διαδικασιών, η τασσόμενη προθεσμία παραλαβής των προσφορών δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης υποβολής προσφορών.
 
Άρθρο 60
Ανοικτές διαδικασίες: Συγγραφή υποχρεώσεων, έγγραφα και συμπληρωματικές πληροφορίες (άρθρο 39 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Στις ανοικτές διαδικασίες, όταν οι αναθέτουσες αρχές δεν παρέχουν με ηλεκτρονικό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 6, ελεύθερη, άμεση και πλήρη πρόσβαση στη συγγραφή υποχρεώσεων, τα τεύχη του διαγωνισμού και εν γένει σε όλα τα συμπληρωματικά έγγραφα, οι συγγραφές υποχρεώσεων και τα συμπληρωματικά έγγραφα αποστέλλονται στους οικονομικούς φορείς εντός έξι (6) ημερών από την παραλαβή της σχετικής αίτησης χορήγησής τους, εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα, πριν από την ημερομηνία υποβολής των προσφορών.
 
2. Οι συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τη συγγραφή υποχρεώσεων και τα συμπληρωματικά έγγραφα γνωστοποιούνται από τις αναθέτουσες αρχές ή τις αρμόδιες υπηρεσίες το αργότερο έξι (6) ημέρες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που έχει ορισθεί για την παραλαβή των προσφορών, εφόσον έχουν ζητηθεί εμπρόθεσμα.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
 
Άρθρο 61
Προσκλήσεις υποβολής προσφορών, συμμετοχής στο διάλογο ή διαπραγμάτευσης (άρθρο 40 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Στις κλειστές διαδικασίες, στον ανταγωνιστικό διάλογο και στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, κατά την έννοια του άρθρου 50, οι αναθέτουσες αρχές προσκαλούν ταυτοχρόνως και γραπτώς τους επιλεγέντες υποψηφίους να υποβάλουν τις προσφορές τους ή να συμμετάσχουν σε διαπραγμάτευση ή, στην περίπτωση ανταγωνιστικού διαλόγου, στο διάλογο.
 
2. Η πρόσκληση προς τους υποψηφίους αυτούς περιλαμβάνει είτε ένα αντίτυπο της συγγραφής υποχρεώσεων ή του περιγραφικού εγγράφου και όλων των συμπληρωματικών εγγράφων είτε αναφορά στον τρόπο πρόσβασης στη συγγραφή υποχρεώσεων και στα άλλα έγγραφα που αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση, όταν τίθενται σε άμεση διάθεση με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 6.
 
3. Όταν η συγγραφή υποχρεώσεων, το περιγραφικό έγγραφο ή/και τα συμπληρωματικά έγγραφα βρίσκονται στη διάθεση φορέα διαφορετικού από την αναθέτουσα αρχή, στην πρόσκληση διευκρινίζεται η διεύθυνση της υπηρεσίας, από την οποία μπορούν να ζητούνται τα εν λόγω έγγραφα και η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της αίτησης αυτής, καθώς και το ύψος και ο τρόπος πληρωμής του ποσού που πρέπει να καταβληθεί για την απόκτηση των εν λόγω εγγράφων. Οι αρμόδιες υπηρεσίες αποστέλλουν τα έγγραφα αυτά στους οικονομικούς φορείς αμελλητί μετά την παραλαβή της αίτησής τους.
 
4. Οι συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τη συγγραφή υποχρεώσεων, το περιγραφικό έγγραφο και τα συμπληρωματικά έγγραφα γνωστοποιούνται από τις αναθέτουσες αρχές ή τις αρμόδιες υπηρεσίες το αργότερο έξι (6) ημέρες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που έχει ορισθεί για την παραλαβή των προσφορών, εφόσον έχουν ζητηθεί εμπρόθεσμα. Σε περίπτωση επισπευδόμενης κλειστής ή με διαπραγμάτευση διαδικασίας, η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τέσσερις (4) ημέρες.
 
5. Επιπλέον, η πρόσκληση υποβολής προσφοράς, συμμετοχής στο διάλογο ή σε διαπραγμάτευση περιέχει τουλάχιστον:
α) παραπομπή στη δημοσιευμένη προκήρυξη του διαγωνισμού,
β) την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας παραλαβής των προσφορών, τη διεύθυνση, στην οποία πρέπει να διαβιβάζονται και τη γλώσσα ή τις γλώσσες, στις οποίες πρέπει να συντάσσονται,
γ) στην περίπτωση του ανταγωνιστικού διαλόγου, την ημερομηνία που έχει καθορισθεί και τη διεύθυνση για την έναρξη της φάσης των διαβουλεύσεων, καθώς και τη γλώσσα ή τις γλώσσες που θα χρησιμοποιηθούν,
δ) ένδειξη των εγγράφων που πρέπει ενδεχομένως να επισυνάπτονται, είτε για την τεκμηρίωση δηλώσεων που πρέπει να είναι επαληθεύσιμες και στις οποίες ο υποψήφιος προβαίνει σύμφωνα με το άρθρο 67 είτε για τη συμπλήρωση των πληροφοριών που προβλέπονται στο ίδιο άρθρο, υπό τους ίδιους όρους με τους προβλεπόμενους στα άρθρα 70 και 71, και
ε) τη στάθμιση των κριτηρίων ανάθεσης της σύμβασης ή, εφόσον συντρέχει λόγος, τη φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας αυτών των κριτηρίων, εάν δεν περιλαμβάνονται στην προκήρυξη διαγωνισμού, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στο περιγραφικό έγγραφο.
Στην περίπτωση συμβάσεων που συνάπτονται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου, οι πληροφορίες που προβλέπονται στο στοιχείο β’ της παραγράφου αυτής δεν περιλαμβάνονται στην πρόσκληση συμμετοχής στον διάλογο, αλλά επισημαίνονται στην πρόσκληση υποβολής προσφοράς.
 
Άρθρο 62
Ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων (άρθρο 41 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές ενημερώνουν, το συντομότερο δυνατόν, τους υποψήφιους και τους προσφέροντες για τις αποφάσεις που ελήφθησαν σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας-πλαισίου, την ανάθεση σύμβασης ή την αποδοχή σε ένα δυναμικό σύστημα αγορών, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για τους οποίους αποφάσισαν να μην συνάψουν συμφωνία-πλαίσιο, να μην αναθέσουν σύμβαση για την οποία υπήρξε διαγωνισμός και να αρχίσουν νέα διαδικασία ή να θέσουν σε εφαρμογή δυναμικό σύστημα αγορών. Οι αναθέτουσες αρχές παρέχουν τις πληροφορίες αυτές γραπτώς, κατόπιν αιτήσεως.
 
2. Κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου μέρους, οι αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν το συντομότερο δυνατό:
α) σε κάθε απορριφθέντα υποψήφιο τους λόγους απόρριψης της υποψηφιότητάς του,
β) σε κάθε απορριφθέντα προσφέροντα, τους λόγους για την απόρριψη της προσφοράς του. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφοι 4 και 5, αιτιολογούν και τις αποφάσεις τους περί μη ισοδυναμίας ή περί μη ανταπόκρισης των προμηθειών ή των υπηρεσιών στις απαιτήσεις περί απόδοσης ή λειτουργίας, και γ) σε κάθε προσφέροντα που έχει υποβάλει παραδεκτή προσφορά, τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, καθώς και το όνομα του αναδόχου ή των συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία-πλαίσιο.
Η προθεσμία γνωστοποίησης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τις δέκα πέντε (15) ημέρες από την παραλαβή γραπτής αίτησης.
 
3. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να μην γνωστοποιήσουν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την ανάθεση των συμβάσεων, τη σύναψη συμφωνιών-πλαισίων ή την αποδοχή σε ένα δυναμικό σύστημα αγορών, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εάν η γνωστοποίηση των εν λόγω πληροφοριών μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή των κείμενων διατάξεων, είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον ή μπορεί να βλάψει τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα δημοσίων ή ιδιωτικών οικονομικών φορέων ή τις συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ αυτών.
 
Άρθρο 63
Πρακτικά (άρθρο 43 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Για κάθε σύμβαση, κάθε συμφωνία-πλαίσιο, και κάθε υλοποίηση δυναμικού συστήματος αγορών, οι αναθέτουσες αρχές συντάσσουν πρακτικό, το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον:
α) την επωνυμία και τη διεύθυνση της αναθέτουσας αρχής, το αντικείμενο και την αξία της σύμβασης, της συμφωνίας-πλαισίου ή του δυναμικού συστήματος αγορών.
β) Το όνομα των επιλεγέντων υποψηφίων ή προσφερόντων και την αιτιολόγηση της επιλογής τους.
γ) Το όνομα των αποκλεισθέντων υποψηφίων ή προσφερόντων και τους λόγους της απόρριψής τους.
δ) Τους λόγους της απόρριψης των προσφορών που κρίθηκαν ασυνήθιστα χαμηλές.
ε) Την επωνυμία του αναδόχου και την αιτιολόγηση της επιλογής της προσφοράς του, καθώς και, εφόσον είναι γνωστό, το τμήμα της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαισίου που ο ανάδοχος προτίθεται να αναθέσει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους.
στ) Όσον αφορά στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, τις οριζόμενες στα άρθρα και του παρόντος νόμου περιστάσεις, οι οποίες δικαιολογούν την προσφυγή στις διαδικασίες αυτές.
ζ) Όσον αφορά στον ανταγωνιστικό διάλογο, τις οριζόμενες στο άρθρο περιστάσεις, οι οποίες δικαιολογούν την προσφυγή στη διαδικασία αυτή.
η) Εφόσον συντρέχει περίπτωση, τους λόγους για τους οποίους η αναθέτουσα αρχή ματαίωσε την πρόθεσή της να συνάψει σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο ή να υλοποιήσει ένα δυναμικό σύστημα αγορών.
Οι αναθέτουσες αρχές λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την τεκμηρίωση της διεξαγωγής των διαδικασιών ανάθεσης που διεξάγονται με ηλεκτρονικά μέσα.
Το πρακτικό, ή τουλάχιστον τα κύρια στοιχεία του, γνωστοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατόπιν αιτήσεώς της.
 
ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ
ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ
 
Άρθρο 64
Εναλλακτικές προσφορές (άρθρο 24 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Όταν η ανάθεση γίνεται με βάση το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στους προσφέροντες να υποβάλλουν εναλλακτικές προσφορές.
 
2. Οι αναθέτουσες αρχές ορίζουν στην προκήρυξη διαγωνισμού εάν επιτρέπουν τις εναλλακτικές προσφορές. Αν δεν υπάρχει σχετική ρητή μνεία, οι εναλλακτικές προσφορές δεν επιτρέπονται.
 
3. Οι αναθέτουσες αρχές που επιτρέπουν τις εναλλακτικές προσφορές ορίζουν στη συγγραφή υποχρεώσεων τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι εναλλακτικές προσφορές, καθώς και τον τρόπο υποβολής των προσφορών αυτών.
 
4. Οι αναθέτουσες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους μόνον τις εναλλακτικές προσφορές που ανταποκρίνονται στις ελάχιστες προϋποθέσεις που έχουν ορίσει.
Στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων προμηθειών ή υπηρεσιών, οι αναθέτουσες αρχές που έχουν αποδεχθεί εναλλακτικές προσφορές δεν μπορούν να απορρίπτουν μια εναλλακτική προσφορά μόνο για τον λόγο ότι, εάν επιλεγεί, θα οδηγήσει, αντίστοιχα είτε στη σύναψη σύμβασης υπηρεσιών και όχι δημόσιας σύμβασης προμηθειών είτε στη σύναψη σύμβασης προμηθειών και όχι δημόσιας σύμβασης υπηρεσιών.
 
Άρθρο 65
Υπεργολαβίες (άρθρο 25 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Στην προκήρυξη ή/και συγγραφή υποχρεώσεων, η αναθέτουσα αρχή ζητεί από τον προσφέροντα να αναφέρει στην προσφορά του το τμήμα της σύμβασης που προτίθεται να αναθέσει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους, καθώς και τους υπεργολάβους που προτείνει. Η εκδήλωση τέτοιας πρόθεσης δεν αίρει την ευθύνη του κυρίου οικονομικού φορέα.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
 
Άρθρο 66
Δικαιούμενοι συμμετοχής
 
Υποψήφιοι ή προσφέροντες και, σε περίπτωση ενώσεων, τα μέλη αυτών μπορούν να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.), καθώς και σε τρίτες χώρες που έχουν υπογράψει και κυρώσει τη Συμφωνία Δημοσίων Συμβάσεων, η οποία έχει συναφθεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (ν. 2513/1997 Α’ 139), εφόσον η δημοπρατούμενη σύμβαση υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω Συμφωνίας.
 
Άρθρο 67
Έλεγχος της καταλληλότητας, επιλογή των συμμετεχόντων και ανάθεση των συμβάσεων (άρθρο 44 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι συμβάσεις ανατίθενται βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στα άρθρα 43 και 44, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 64, αφού οι αναθέτουσες αρχές ελέγξουν την καταλληλότητα των οικονομικών φορέων που δεν έχουν αποκλεισθεί σύμφωνα με τα άρθρα 68 και 69. Ο έλεγχος της καταλληλότητας πραγματοποιείται από τις αναθέτουσες αρχές σύμφωνα με τα κριτήρια της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας και των επαγγελματικών και τεχνικών γνώσεων ή ικανοτήτων που αναφέρονται στα άρθρα 70 έως 75 του παρόντος νόμου και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με τα κριτήρια και τους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού.
 
2. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ζητούν το ελάχιστο επίπεδο οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας και τεχνικών ή/και επαγγελματικών ικανοτήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 70 και 71 του παρόντος νόμου, τα οποία πρέπει να καλύπτουν οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες.
Η έκταση των πληροφοριών που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71, καθώς και το ελάχιστο επίπεδο ικανοτήτων που απαιτείται για τη συγκεκριμένη σύμβαση, πρέπει να είναι συνδεδεμένα και ανάλογα προς το αντικείμενό της. Τα ελάχιστα αυτά επίπεδα μνημονεύονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
 
3. Στις κλειστές διαδικασίες, στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού και στον ανταγωνιστικό διάλογο, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να περιορίζουν τον αριθμό των υποψηφίων οι οποίοι προσκαλούνται για να υποβάλουν προσφορά, να διαπραγματευθούν ή να συμμετάσχουν στο διάλογο, υπό τον όρο ότι υπάρχει ικανός αριθμός κατάλληλων υποψηφίων. Οι αναθέτουσες αρχές προσδιορίζουν, με την προκήρυξη του διαγωνισμού, αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις κριτήρια ή κανόνες που προτίθενται να εφαρμόσουν, τον ελάχιστο αριθμό και, ενδεχομένως, τον μέγιστο αριθμό υποψηφίων που καλούνται.
Στην κλειστή διαδικασία, ο ελάχιστος αριθμός είναι πέντε (5). Στη διαδικασία διαπραγμάτευσης κατόπιν δημοσίευσης προκήρυξης και στη διαδικασία του ανταγωνιστικού διαλόγου, ο ελάχιστος αριθμός είναι τρεις (3). Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός υποψηφίων που καλούνται πρέπει να είναι επαρκής ώστε να εξασφαλίζει πραγματικό ανταγωνισμό.
Οι αναθέτουσες αρχές καλούν αριθμό υποψηφίων τουλάχιστον ίσο προς τον ελάχιστο αριθμό υποψηφίων που έχει καθορισθεί εκ των προτέρων. Στην περίπτωση που ο αριθμός των υποψηφίων που ικανοποιούν τα κριτήρια επιλογής και τα ελάχιστα επίπεδα είναι μικρότερος από το ελάχιστο όριο, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να συνεχίζει τη διαδικασία, καλώντας τον υποψήφιο ή τους υποψήφιους που πληρούν τα απαιτούμενα επίπεδα ικανοτήτων. Η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να περιλαμβάνει στη διαδικασία αυτή άλλους οικονομικούς φορείς που δεν υπέβαλαν αίτηση συμμετοχής ή υποψήφιους που δεν πληρούν τα απαιτούμενα επίπεδα ικανοτήτων.
 
4. Όταν οι αναθέτουσες αρχές κάνουν χρήση της δυνατότητας περιορισμού του αριθμού των προς συζήτηση λύσεων ή των προς διαπραγμάτευση προσφορών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 49 παράγραφος 6, και στο άρθρο 50 παράγραφος 4, πραγματοποιούν αυτόν τον περιορισμό με την εφαρμογή των κριτηρίων ανάθεσης που αναφέρονται στην προκήρυξη διαγωνισμού, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στο περιγραφικό έγγραφο. Στην τελική φάση, ο αριθμός αυτός πρέπει να επιτρέπει τη διασφάλιση πραγματικού ανταγωνισμού, εφόσον υπάρχει επαρκής αριθμός κατάλληλων προσφορών ή υποψηφίων.
 
Άρθρο 68
Προσωπική κατάσταση του υποψηφίου ή του προσφέροντος (άρθρο 45 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Αποκλείεται από τη συμμετοχή σε δημόσια σύμβαση, ο υποψήφιος ή ο προσφέρων, εις βάρος του οποίου υπάρχει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, γνωστή στην αναθέτουσα αρχή, για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους.
α) Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της κοινής δράσης της 98/773/ΔΕΥ του Συμβουλίου (EE L 351 της 29.1.1998, σελ. 1).
β) Δωροδοκία, όπως αυτή ορίζεται, αντίστοιχα, στο άρθρο 3 της πράξης του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1997 (EE C 195 της 25.6.1997, σελ. 1) και στο άρθρο 3 παρ. 1 της κοινής δράσης 98/742/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου (EE L 358 της 31.12.1998, σελ. 2).
γ) Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 1 της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EE C 316 της 27.11.1995, σελ. 48).
δ) Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως ορίζεται από τις διατάξεις της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης «Σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας» (ΕΕ L 309/15/25.11.2005) τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/70/EK της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ L 214/29/4.8.2006), οι οποίες ενσωματώνονται με το ν. 3691/2008 (Α’ 166) και αντικαθίστανται οι σχετικές διατάξεις του ν. 2331/1995 (Α’ 173), όπως ισχύουν.
Οι αναθέτουσες αρχές ζητούν από τους υποψηφίους ή τους προσφέροντες να υποβάλλουν τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού. Επίσης μπορούν, εφόσον αμφιβάλλουν ως προς την προσωπική κατάσταση των εν λόγω υποψηφίων/προσφερόντων, να απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές για να λάβουν τις πληροφορίες που θεωρούν απαραίτητες για την προσωπική κατάσταση των υποψηφίων ή των προσφερόντων. Όταν οι πληροφορίες αφορούν έναν υποψήφιο ή προσφέροντα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος – μέλος, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητεί τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών. Τα αιτήματα αυτά αφορούν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους – μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο υποψήφιος ή ο προσφέρων, τα νομικά ή/και φυσικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, των διευθυντών επιχείρησης, ή οποιουδήποτε προσώπου έχει εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή ελέγχου του υποψηφίου ή του προσφέροντος.
 
2. Κάθε οικονομικός φορέας μπορεί να αποκλείεται από τη συμμετοχή στη σύμβαση, όταν:
α) Τελεί υπό πτώχευση, εκκαθάριση, παύση εργασιών, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό, αναστολή εργασιών ή τελεί σε ανάλογη κατάσταση που προβλέπεται από τις διατάξεις της χώρας εγκατάστασής του.
β) Εχει κινηθεί σε βάρος του διαδικασία κήρυξης σε πτώχευση, εκκαθάρισης, αναγκαστικής διαχείρισης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή οποιαδήποτε άλλη παρόμοια διαδικασία προβλεπόμενη από τις διατάξεις της χώρας εγκατάστασής του.
γ) Εχει καταδικασθεί βάσει δικαστικής απόφασης που έχει ισχύ δεδικασμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις της χώρας όπου εκδόθηκε η απόφαση, και η οποία διαπιστώνει αδίκημα σχετικό με την επαγγελματική διαγωγή του.
δ) Εχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα συναφές με το αντικείμενο του διαγωνισμού ή σε σχέση με την επαγγελματική του ιδιότητα που αποδεδειγμένως διαπιστώθηκε με οποιοδήποτε μέσο διαθέτει η αναθέτουσα αρχή.
ε) Δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά στην καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις της χώρας εγκατάστασής του ή του ελληνικού δικαίου.
στ) Δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά στην πληρωμή των φόρων και τελών, σύμφωνα με τις διατάξεις της χώρας εγκατάστασής του ή του ελληνικού δικαίου.
ζ) Είναι ένοχος σοβαρών ψευδών δηλώσεων κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται κατ’ εφαρμογή του παρόντος ή όταν δεν έχει παράσχει τις πληροφορίες αυτές.
 
3. Οι αναθέτουσες αρχές δέχονται ως επαρκή απόδειξη του ότι ο οικονομικός φορέας δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 2 σημεία α’, β’, γ’, ε’ και στ’:
 
α) Για την παράγραφο 1 και την παράγραφο 2 σημεία α’, β’ και γ’, την προσκόμιση αποσπάσματος ποινικού μητρώου ή, ελλείψει αυτού, ισοδύναμου εγγράφου, καθώς και κάθε άλλου εγγράφου που εκδίδεται από την αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή της χώρας καταγωγής ή προέλευσης του προσώπου αυτού, από το οποίο προκύπτει ότι πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις.
β) Για την παράγραφο 2 σημεία ε’ ή στ’, πιστοποιητικό εκδιδόμενο από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους -μέλους.
Σε περίπτωση που το οικείο κράτος δεν εκδίδει έγγραφο ή πιστοποιητικό, ή που αυτό δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 2 σημεία α’, β’ ή γ’, αυτό μπορεί να αντικαθίσταται από ένορκη βεβαίωση του ενδιαφερόμενου ή, στα κράτη – μέλη όπου δεν προβλέπεται η ένορκη βεβαίωση, από υπεύθυνη δήλωση ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, συμβολαιογράφου ή αρμόδιου επαγγελματικού οργανισμού του κράτους καταγωγής ή προέλευσης.
 
Άρθρο 69
Αδεια άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας (άρθρο 46 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Είναι δυνατόν να ζητείται από κάθε οικονομικό φορέα που επιθυμεί να συμμετάσχει σε δημόσια σύμβαση να αποδεικνύει την εγγραφή του σε επαγγελματικό ή εμπορικό μητρώο ή να προσκομίζει ανάλογη ένορκη βεβαίωση ή πιστοποιητικό, όπως προσδιορίζονται στο Παράρτημα ΙΧ Α’ του Προσαρτήματος Α’ για τις δημόσιες συμβάσεις έργων, στο Παράρτημα ΙΧ Β’ του Προσαρτήματος Α’ για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και στο Παράρτημα ΙΧ Γ’ του Προσαρτήματος Α’ για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, και σύμφωνα με τους προβλεπόμενους όρους στο κράτος – μέλος εγκατάστασής του. Ειδικώς, προκειμένου για τις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, όταν οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες πρέπει να διαθέτουν ειδική έγκριση ή να είναι μέλη συγκεκριμένου οργανισμού για να είναι σε θέση να παράσχουν τη σχετική υπηρεσία στη χώρα καταγωγής τους, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να τους ζητάει να αποδείξουν ότι διαθέτουν την έγκριση αυτή ή ότι είναι μέλη του εν λόγω οργανισμού.
 
Άρθρο 70
Οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια (άρθρο 47 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Η οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια του οικονομικού φορέα αποδεικνύεται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
α) Κατάλληλες τραπεζικές βεβαιώσεις ή πιστοποιητικό ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων.
β) Ισολογισμούς ή αποσπάσματα ισολογισμών, στην περίπτωση που η δημοσίευση των ισολογισμών απαιτείται από τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ο οικονομικός φορέας.
γ) Δήλωση περί του συνολικού ύψους του κύκλου εργασιών και, ενδεχομένως, του κύκλου εργασιών στον τομέα δραστηριοτήτων που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, για τις τρεις (3) τελευταίες οικονομικές χρήσεις κατ’ ανώτατο όριο, σε συνάρτηση προς την ημερομηνία δημιουργίας του οικονομικού φορέα ή την έναρξη των δραστηριοτήτων του, εφόσον είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες για τον εν λόγω κύκλο εργασιών.
 
2. Ένας οικονομικός φορέας μπορεί, εφόσον παραστεί ανάγκη και για συγκεκριμένη σύμβαση, να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων, ασχέτως της νομικής φύσης των δεσμών του με αυτές. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει στη διάθεσή του τους αναγκαίους πόρους, παραδείγματος χάριν, με την προσκόμιση της σχετικής δέσμευσης των φορέων αυτών. Τα ειδικότερα αποδεικτικά έγγραφα ορίζονται με την προκήρυξη του διαγωνισμού.
 
3. Υπό τις ίδιες συνθήκες, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 33 του παρόντος νόμου μπορεί να στηρίζεται στις δυνατότητες των μετεχόντων στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.
 
4. Οι αναθέτουσες αρχές υποδεικνύουν, στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, ποιο ή ποια από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 δικαιολογητικά επέλεξαν, καθώς και ποια άλλα δικαιολογητικά πρέπει να προσκομισθούν.
 
5. Αν ο οικονομικός φορέας, για σοβαρό λόγο, δεν είναι σε θέση να προσκομίσει τα δικαιολογητικά που ζητεί η αναθέτουσα αρχή, μπορεί να αποδεικνύει την οικονομική και χρηματοοικονομική του επάρκεια με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, το οποίο η αναθέτουσα αρχή κρίνει αιτιολογημένα ως πρόσφορο.
 
Άρθρο 71
Τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες (άρθρο 48 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες των οικονομικών φορέων αξιολογούνται και ελέγχονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού.
 
2. Οι τεχνικές ικανότητες των οικονομικών φορέων αποδεικνύονται με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους, ανάλογα με τη φύση, την ποσότητα ή τη σπουδαιότητα και τη χρήση των έργων, των προμηθειών ή των υπηρεσιών:
α) i) Υποβολή καταλόγου των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί κατά την προηγούμενη πενταετία, συνοδευόμενο από πιστοποιητικά ορθής εκτέλεσης των σημαντικότερων εργασιών. Τα πιστοποιητικά αυτά αναφέρουν το ποσό, τον χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των εργασιών και προσδιορίζουν εάν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και εάν περατώθηκαν κανονικά. Η αρμόδια αρχή μπορεί να διαβιβάζει τα πιστοποιητικά αυτά απευθείας στην αναθέτουσα αρχή.
α) ii) Υποβολή καταλόγου των κυριότερων παραδόσεων ή υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν κατά την προηγούμενη τριετία, με αναφορά του αντίστοιχου ποσού, της ημερομηνίας και του δημόσιου ή ιδιωτικού παραλήπτη. Οι παραδόσεις και οι παροχές υπηρεσιών αποδεικνύονται εάν μεν ο αποδέκτης είναι αναθέτουσα αρχή, με πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί ή θεωρηθεί από την αρμόδια αρχή, εάν δε (ο αποδέκτης) είναι ιδιωτικός φορέας, με βεβαίωση του αγοραστή ή, εφόσον τούτο δεν είναι δυνατόν, με απλή δήλωση του οικονομικού φορέα.
β) Αναφορά του τεχνικού προσωπικού ή των τεχνικών υπηρεσιών είτε ανήκουν απευθείας στην επιχείρηση του οικονομικού φορέα είτε όχι, ιδίως των υπευθύνων για τον έλεγχο της ποιότητας και, όταν πρόκειται για δημόσιες συμβάσεις έργων, εκείνων που θα έχει στη διάθεσή του ο εργολήπτης για την εκτέλεση του έργου.
γ) Περιγραφή του τεχνικού εξοπλισμού, των μέτρων που λαμβάνει ο προμηθευτής ή ο πάροχος υπηρεσιών για την εξασφάλιση της ποιότητας και του εξοπλισμού μελέτης και έρευνας της επιχείρησής του.
δ) εάν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που παρέχονται είναι σύνθετα ή κατ’ εξαίρεση, πρέπει να ανταποκρίνονται σε κάποιον ιδιαίτερο σκοπό, απαιτείται έλεγχος διενεργούμενος από την αναθέτουσα αρχή ή εξ ονόματός της, από αρμόδιο επίσημο οργανισμό της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ο προμηθευτής ή ο πάροχος υπηρεσιών, με την επιφύλαξη της συναίνεσης του οργανισμού αυτού. Ο έλεγχος αυτός αφορά στο παραγωγικό δυναμικό του προμηθευτή ή στις τεχνικές ικανότητες του παρόχου υπηρεσιών και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, στα μέσα μελέτης και έρευνας που αυτός διαθέτει, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνει για τον έλεγχο της ποιότητας.
ε) Αναφορά τίτλων σπουδών και επαγγελματικών προσόντων του παρόχου υπηρεσιών ή του εργολήπτη ή/και των διευθυντικών στελεχών της επιχείρησης, ιδίως δε του ή των υπευθύνων για την παροχή των υπηρεσιών, ή την εκτέλεση των εργασιών.
στ) Προκειμένου για τις δημόσιες συμβάσεις έργων και υπηρεσιών και μόνο στις ενδεδειγμένες περιπτώσεις, αναφορά των μέτρων περιβαλλοντικής διαχείρισης που μπορεί να εφαρμόζει ο οικονομικός φορέας κατά την εκτέλεση της σύμβασης.
ζ) Δήλωση σχετικά με το μέσο ετήσιο εργατοϋπαλληλικό δυναμικό του παρόχου υπηρεσιών ή του εργολήπτη και τον αριθμό των στελεχών της επιχείρησης κατά την τελευταία τριετία.
η) Δήλωση σχετικά με τα μηχανήματα, τις εγκαταστάσεις και τον τεχνικό εξοπλισμό που διαθέτει ο πάροχος υπηρεσιών ή ο εργολήπτης για την εκτέλεση της σύμβασης.
θ) Αναφορά του τμήματος της σύμβασης, το οποίο ο πάροχος υπηρεσιών προτίθεται, ενδεχομένως, να αναθέσει σε τρίτους υπό μορφή υπεργολαβίας.
ι) Όσον αφορά στα προϊόντα που παρέχονται:
i) Δείγματα, περιγραφή ή/και φωτογραφίες, η αυθεντικότητα των οποίων πρέπει να μπορεί να βεβαιώνεται κατόπιν αιτήσεως της αναθέτουσας αρχής.
ii) Πιστοποιητικά εκδιδόμενα από επίσημα ινστιτούτα ή επίσημες υπηρεσίες ελέγχου της ποιότητας, που έχουν σχετική αρμοδιότητα, με τα οποία βεβαιώνεται η καταλληλότητα των προϊόντων, επαληθευόμενη με παραπομπές σε ορισμένες προδιαγραφές ή πρότυπα.
 
3. Ένας οικονομικός φορέας μπορεί, εφόσον παραστεί ανάγκη και για μια συγκεκριμένη σύμβαση, να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων, ασχέτως της νομικής φύσης των δεσμών του με αυτούς. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι, για την εκτέλεση της σύμβασης, θα έχει στη διάθεσή του τους αναγκαίους πόρους, παραδείγματος χάριν με την προσκόμιση της δέσμευσης των φορέων αυτών να θέσουν στη διάθεση του οικονομικού φορέα τους αναγκαίους πόρους.
 
4. Υπό τις ίδιες συνθήκες, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 33 του παρόντος νόμου, μπορεί να στηρίζεται στις δυνατότητες των μετεχόντων στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.
 
5. Στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων που έχουν ως αντικείμενο προμήθειες, για τις οποίες απαιτούνται εργασίες τοποθέτησης ή εγκατάστασης, ή την παροχή υπηρεσιών ή και την εκτέλεση έργων, η ικανότητα των οικονομικών φορέων να παράσχουν αυτή την υπηρεσία ή να εκτελέσουν την εγκατάσταση μπορεί να αξιολογείται ιδίως βάσει της τεχνογνωσίας, της αποτελεσματικότητας, της πείρας και της αξιοπιστίας τους.
 
6. Η αναθέτουσα αρχή διευκρινίζει στην προκήρυξη ή στην πρόσκληση υποβολής προσφορών ποια δικαιολογητικά από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 πρέπει να προσκομισθούν.
 
Άρθρο 72
Πρότυπα εξασφάλισης της ποιότητας (άρθρο 49 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Οι αναθέτουσες αρχές, όταν απαιτούν την προσκόμιση πιστοποιητικών που εκδίδονται από ανεξάρτητους οργανισμούς, και τα οποία βεβαιώνουν την τήρηση εκ μέρους του οικονομικού φορέα ορισμένων προτύπων εξασφάλισης της ποιότητας, πρέπει να παραπέμπουν σε συστήματα εξασφάλισης της ποιότητας που βασίζονται στη σχετική σειρά ευρωπαϊκών προτύπων και πιστοποιούνται από οργανισμούς που εφαρμόζουν τη σειρά ευρωπαϊκών προτύπων για την πιστοποίηση. Οι αναθέτουσες αρχές αναγνωρίζουν τα ισοδύναμα πιστοποιητικά από οργανισμούς εδρεύοντες σε άλλα κράτη – μέλη. Επίσης, οι αναθέτουσες αρχές αποδέχονται και άλλα αποδεικτικά στοιχεία για ισοδύναμα μέτρα εξασφάλισης της ποιότητας, τα οποία προσκομίζονται από τους οικονομικούς φορείς.
 
Άρθρο 73
Πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης (άρθρο 50 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Όταν οι αναθέτουσες αρχές, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71 παράγραφος 2 σημείο στ’ του παρόντος νόμου, ζητούν την υποβολή πιστοποιητικών εκδιδόμενων από ανεξάρτητους οργανισμούς, με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο οικονομικός φορέας συμμορφώνεται με συγκεκριμένα πρότυπα όσον αφορά στην περιβαλλοντική διαχείριση, παραπέμπουν στο κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και ελέγχου [EMAS Κανονισμός 761/2001 (EE L 114)] ή σε πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης που βασίζονται σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα πιστοποιούμενα από όργανα λειτουργούντα βάσει του κοινοτικού δικαίου, ή στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές ή διεθνείς προδιαγραφές όσον αφορά στην πιστοποίηση. Οι αναθέτουσες αρχές αναγνωρίζουν τα ισοδύναμα πιστοποιητικά από οργανισμούς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη – μέλη. Επίσης, αποδέχονται και άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά στοιχεία για μέτρα περιβαλλοντικής διαχείρισης, τα οποία προσκομίζονται από τους οικονομικούς φορείς.
 
Άρθρο 74
Συμπληρωματική τεκμηρίωση και πληροφορίες (άρθρο 51 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να καλεί τους οικονομικούς φορείς να συμπληρώνουν ή να διευκρινίζουν τα πιστοποιητικά και τα έγγραφα που υπέβαλαν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 68 έως 73.
 
2. Για τη συμπλήρωση ή διευκρίνιση της παραγράφου 1 εφαρμόζεται το άρθρο 160.
 
Άρθρο 75
Επίσημοι κατάλογοι εγκεκριμένων οικονομικών φορέων. Πιστοποίηση από οργανισμούς δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 52 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι προϋποθέσεις εγγραφής στους επίσημους καταλόγους εγκεκριμένων εργοληπτών, προμηθευτών ή παρόχων υπηρεσιών πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στα άρθρα 68 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 σημεία α’ έως 5′ και ζ’, 69, 70 παράγραφοι 1, 4 και 5, 71 παράγραφοι 1, 2, 5 και 6, 72 και 73.
Αιτήσεις εγγραφής μπορούν να υποβάλουν και οικονομικοί φορείς που ανήκουν σε όμιλο και επικαλούνται πόρους που τους 5ιαθέτουν άλλες επιχειρήσεις του ομίλου. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να αποδεικνύουν στην αρχή που συντάσσει τον επίσημο κατάλογο ότι διαθέτουν αυτούς τους πόρους καθ’ όλη τη διάρκεια της ισχύος του πιστοποιητικού που πιστοποιεί την εγγραφή τους στον επίσημο κατάλογο και ότι συνεχίζουν να πληρούν κατά το ίδιο διάστημα τις απαιτήσεις ποιοτικής επιλογής που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος για την εγγραφή τους.
Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται μετά από πρόταση των κατά περίπτωση αρμοδίων Υπουργών, ρυθμίζονται θέματα για την κατάρτιση και λειτουργία επίσημων καταλόγων εγκεκριμένων οικονομικών φορέων, όπως ιδίως η αρμόδια υπηρεσία τήρησής τους, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, τα κριτήρια και οι διατυπώσεις εγγραφής και κατάταξης των οικονομικών φορέων σε αυτούς, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων δικαιολογητικών, η διαδικασία τήρησης και ενημέρωσής τους και οι περιπτώσεις διαγραφής από αυτούς, ο χρόνος έναρξης της λειτουργίας τους, είτε συνολικά είτε ανά κλάδο ή κατηγορία, καθώς και κάθε άλλο συναφές θέμα. Στα ίδια διατάγματα μπορούν να εξειδικεύονται οι όροι ίδρυσης και η λειτουργία είτε εναλλακτικών επίσημων καταλόγων εγκεκριμένων οικονομικών φορέων είτε συστημάτων πιστοποίησης από οργανισμούς δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και να ρυθμίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.
 
2. Οι οικονομικοί φορείς που είναι εγγεγραμμένοι σε επίσημους καταλόγους ή διαθέτουν πιστοποιητικό μπορούν, για την εκάστοτε σύμβαση, να προσκομίζουν στις αναθέτουσες αρχές πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή ή το πιστοποιητικό που εκδίδεται από τον αρμόδιο οργανισμό πιστοποίησης. Στα πιστοποιητικά αυτά μνημονεύονται τα δικαιολογητικά, βάσει των οποίων έγινε η εγγραφή στον κατάλογο / η πιστοποίηση, καθώς και η σχετική κατάταξη.
 
3. Η εγγραφή στους επίσημους καταλόγους, πιστοποιούμενη από τους αρμόδιους οργανισμούς, ή το πιστοποιητικό που εκδίδεται από τον οργανισμό πιστοποίησης συνιστά, για τις αναθέτουσες αρχές των άλλων κρατών -μελών, τεκμήριο καταλληλότητας μόνο σε σχέση με τα οριζόμενα στα άρθρα 68 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 σημεία α έως δ και ζ, 69, 70 παράγραφοι 1, 4 και 5, 71 παράγραφος 2 σημεία α’ i, β’, ε’, ζ’ και η’ για τους εργολήπτες, παράγραφος 2 σημεία α’ ii, β’, γ’, δ’ και ι’ για τους προμηθευτές και παράγραφος 2 σημεία α, ii και γ έως θ για τους παρόχους υπηρεσιών.
 
4. Οι πληροφορίες που συνάγονται από την εγγραφή σε επίσημους καταλόγους ή από την πιστοποίηση δεν είναι δυνατόν να τίθενται υπό αμφισβήτηση χωρίς αιτιολόγηση. Όσον αφορά στην καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και των φόρων και τελών, είναι δυνατόν να ζητείται, για την εκάστοτε σύμβαση, πρόσθετο πιστοποιητικό από κάθε οικονομικό φορέα. Οι αναθέτουσες αρχές των άλλων κρατών – μελών εφαρμόζουν την παράγραφο 3 και το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου μόνον προς όφελος των οικονομικών φορέων που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος – μέλος, το οποίο έχει καταρτίσει τον επίσημο κατάλογο.
 
5. Για την εγγραφή των οικονομικών φορέων άλλων κρατών – μελών σε επίσημο κατάλογο ή για την πιστοποίησή τους από τους οργανισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δεν είναι δυνατόν να ζητούνται άλλες αποδείξεις και δηλώσεις εκτός από εκείνες που ζητούνται από τους οικονομικούς φορείς που έχουν την ιθαγένεια του οικείου κράτους και, σε κάθε περίπτωση, όχι άλλες από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 68 έως 72 του παρόντος νόμου.
Εντούτοις, η εν λόγω εγγραφή ή πιστοποίηση δεν μπορεί να επιβάλλεται στους οικονομικούς φορείς των άλλων κρατών – μελών για τη συμμετοχή τους σε δημόσια σύμβαση. Οι αναθέτουσες αρχές αναγνωρίζουν τα ισοδύναμα πιστοποιητικά από οργανισμούς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη – μέλη. Οι αναθέτουσες αρχές αποδέχονται επίσης και άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.
 
6. Οι οικονομικοί φορείς μπορούν να ζητούν, ανά πάσα στιγμή, την εγγραφή τους στον επίσημο κατάλογο ή την έκδοση του πιστοποιητικού, πρέπει δε να ενημερώνονται σε σύντομο χρονικό διάστημα για την απόφαση της αρχής που συντάσσει τον κατάλογο ή του αρμόδιου οργανισμού πιστοποίησης.
 
7. Οι οργανισμοί πιστοποίησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, είναι οργανισμοί που ανταποκρίνονται στα ευρωπαϊκά πρότυπα για την πιστοποίηση.
 
ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
 
Άρθρο76
Γενικές διατάξεις (άρθρο 66 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι κανόνες σχετικά με τη διοργάνωση ενός διαγωνισμού μελετών θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 76 έως 84 του παρόντος νόμου και τίθενται στη διάθεση όλων όσων ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό μελετών.
 
2. Το δικαίωμα συμμετοχής στους διαγωνισμούς μελετών δεν περιορίζεται:
α) Στην Ελληνική Επικράτεια ή σε τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας.
β) Από την ιδιότητα των συμμετεχόντων ως φυσικών ή νομικών προσώπων.
 
Άρθρο 77
Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 67 οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι διαγωνισμοί μελετών οργανώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Τμήματος:
α) Από τις αναθέτουσες αρχές που είναι κεντρικές κυβερνητικές αρχές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV του Προσαρτήματος Α’, με βάση ένα κατώτατο όριο που ισούται με ή υπερβαίνει το ποσό των εκατόν τριάντα τεσσάρων χιλιάδων (134.000) ευρώ.
β) Από τις αναθέτουσες αρχές, πλην εκείνων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV του Προσαρτήματος Α’, με βάση ένα κατώτατο όριο που ισούται με ή υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων επτά χιλιάδων (207.000) ευρώ.
γ) Από όλες τις αναθέτουσες αρχές, με βάση ένα κατώτατο όριο που ισούται με ή υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων επτά χιλιάδων (207.000) ευρώ, όταν οι διαγωνισμοί μελετών αφορούν υπηρεσίες της κατηγορίας 8 του Παραρτήματος ΙΙ Α του Προσαρτήματος Α’, υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών της κατηγορίας 5, των οποίων οι θέσεις στο CPV είναι ισοδύναμες με τους αριθμούς αναφοράς CPC 7524, 7525 και 7526, και/ή υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ Β του Προσαρτήματος Α’ .
 
2. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται:
α) Στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης υπηρεσιών.
β) Στους διαγωνισμούς μελετών με βραβεία συμμετοχής ή/και καταβολή χρηματικού ποσού στους συμμετέχοντες.
Στις περιπτώσεις του σημείου α’, ως κατώτατο όριο νοείται η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ της δημόσιας σύμβασης υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ενδεχόμενων βραβείων συμμετοχής ή/και πληρωμής χρηματικού ποσού στους συμμετέχοντες.
Στις περιπτώσεις του σημείου β’, ως κατώτατο όριο νοείται το συνολικό ύψος των εν λόγω βραβείων και ποσών, συμπεριλαμβανομένης της εκτιμώμενης αξίας εκτός ΦΠΑ της δημόσιας σύμβασης υπηρεσιών που μπορεί να ανατεθεί αργότερα δυνάμει του άρθρου 51 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου, εφόσον η αναθέτουσα αρχή δεν έχει αποκλείσει μια τέτοιου είδους ανάθεση στην προκήρυξη διαγωνισμού μελετών.
 
Άρθρο 78
Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 68 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Το παρόν Τμήμα δεν εφαρμόζεται:
α) Στους διαγωνισμούς μελετών στον τομέα των υπηρεσιών, που διοργανώνονται από αναθέτοντες φορείς 97 έως 101 του Τρίτου Μέρους, και έχουν σκοπό τη συνέχιση των δραστηριοτήτων αυτών, ούτε στους διαγωνισμούς μελετών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Τρίτου Μέρους.
β) Στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται υπό τις ίδιες συνθήκες με εκείνες που προβλέπονται στα άρθρα 26, 27 παράγραφοι 1 και 4 του παρόντος για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών.
 
Άρθρο 79
Προκηρύξεις (άρθρο 69 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να διοργανώσουν ένα διαγωνισμό μελετών, γνωστοποιούν την πρόθεσή τους αυτή μέσω σχετικής προκήρυξης.
 
2. Οι αναθέτουσες αρχές που έχουν διοργανώσει ένα διαγωνισμό μελετών αποστέλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημερωτική έκθεση με τα αποτελέσματα του διαγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 56 του παρόντος νόμου και πρέπει να είναι σε θέση να αποδεικνύουν την ημερομηνία αποστολής.
Εάν η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή των κείμενων διατάξεων, να είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον ή μπορεί να βλάψει τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων ή τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών, οι πληροφορίες σχετικά με την κατακύρωση του διαγωνισμού μελετών, είναι δυνατόν να μη δημοσιεύονται.
 
3. Το άρθρο 57 του παρόντος νόμου που αφορά στη δημοσίευση των προκηρύξεων διαγωνισμού εφαρμόζεται και για τους διαγωνισμούς μελετών.
 
Άρθρο 80
Σύνταξη και λεπτομέρειες δημοσίευσης των προκηρύξεων για τους διαγωνισμούς μελετών (άρθρο 70 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι προκηρύξεις και οι ενημερωτικές εκθέσεις του άρθρου 79 του παρόντος νόμου περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα VII Δ του Προσαρτήματος Α’ , χρησιμοποιώντας τα τυποποιημένα έντυπα που εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 77 παράγραφος 2, της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
 
2. Οι ενημερωτικές αυτές εκθέσεις δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφοι 2 έως 8.
 
Άρθρο 81
Μέσα επικοινωνίας (άρθρο 71 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Το άρθρο 36 παράγραφοι 1, 2 και 4 εφαρμόζεται για όλες τις μορφές επικοινωνίας σχετικά με τους διαγωνισμούς μελετών.
 
2. Οι κοινοποιήσεις, οι ανταλλαγές και η αποθήκευση πληροφοριών πραγματοποιούνται κατά τρόπο που να εξασφαλίζει ότι δεν θίγεται η ακεραιότητα και η εμπιστευτικότητα του συνόλου των πληροφοριών που διαβιβάζονται από τους συμμετέχοντες σε διαγωνισμούς μελετών και ότι η κριτική επιτροπή λαμβάνει γνώση του περιεχομένου των μελετών και σχεδίων μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή τους.
 
3. Για τα συστήματα ηλεκτρονικής παραλαβής των μελετών και σχεδίων εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
 
α) Οι πληροφορίες σχετικά με τις αναγκαίες προδιαγραφές για την παρουσίαση των μελετών και σχεδίων με ηλεκτρονικό τρόπο, καθώς και την κρυπτογράφηση, πρέπει να τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερομένων μερών. Επιπλέον, τα συστήματα ηλεκτρονικής παραλαβής των μελετών και σχεδίων πρέπει να συνάδουν με τις απαιτήσεις του Παραρτήματος Χ του Προσαρτήματος Α’.
β) Το Ελληνικό Κράτος μπορεί να καθιερώνει μηχανισμούς εκούσιας πιστοποίησης με σκοπό τη βελτίωση του επιπέδου της υπηρεσίας πιστοποίησης που παρέχεται για τα συστήματα αυτά.
 
Άρθρο 82
Επιλογή των ανταγωνιζομένων (άρθρο 72 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Όταν οι διαγωνισμοί μελετών συγκεντρώνουν περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων, οι αναθέτουσες αρχές θεσπίζουν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια επιλογής. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο αριθμός των υποψηφίων που καλούνται να συμμετάσχουν στους διαγωνισμούς μελετών λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης πραγματικού ανταγωνισμού.
 
Άρθρο 83
Σύνθεση της κριτικής επιτροπής (άρθρο 73 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Η κριτική επιτροπή απαρτίζεται αποκλειστικά από φυσικά πρόσωπα μη συνδεόμενα με τους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό μελετών. Όταν απαιτείται από τους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό να διαθέτουν ένα συγκεκριμένο επαγγελματικό προσόν, το ένα τρίτο (1/3) των μελών της κριτικής επιτροπής τουλάχιστον πρέπει να διαθέτει το προσόν αυτό ή άλλο ισοδύναμο προσόν.
 
Άρθρο 84
Αποφάσεις της κριτικής επιτροπής (άρθρο 74 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Η κριτική επιτροπή είναι αδέσμευτη κατά τη λήψη αποφάσεως ή κατά τη διατύπωση της γνώμης της.
 
2. Η επιτροπή εξετάζει τις μελέτες και τα σχέδια που υποβάλλουν οι υποψήφιοι με τρόπο ανώνυμο και βασιζόμενη αποκλειστικά στα κριτήρια που προβλέπονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού μελετών.
 
3. Η επιτροπή καταχωρίζει, σε πρακτικό, που υπογράφεται από τα μέλη της, τις επιλογές στις οποίες προβαίνει, ανάλογα με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα κάθε μελέτης, καθώς και τις παρατηρήσεις της ως προς τα σημεία που χρήζουν αποσαφήνισης.
 
4. Η ανωνυμία τηρείται μέχρι τη γνωμοδότηση από την κριτική επιτροπή.
 
5. Οι υποψήφιοι μπορούν να καλούνται, ενδεχομένως, να απαντήσουν στις ερωτήσεις τις οποίες έχει καταχωρίσει στο πρακτικό της η κριτική επιτροπή, προς διευκρίνιση οποιουδήποτε στοιχείου της μελέτης. Στην περίπτωση αυτή τηρούνται πλήρη πρακτικά, όπου καταχωρίζονται όσα διημείφθησαν μεταξύ των μελών της κριτικής επιτροπής και των υποψηφίων.
 
ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ
 
Άρθρο 85
Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 56 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ. 3 του Κανονισμού 1336/2013)
 
Το παρόν Κεφάλαιο εφαρμόζεται σε όλες τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων που συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές, όταν η αξία των συμβάσεων αυτών ισούται με ή είναι ανώτερη από το χρηματικό όριο της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 23 του παρόντος νόμου. Η αξία αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τις συμβάσεις δημοσίων έργων που ορίζονται στο άρθρο 25 του παρόντος νόμου.
 
Άρθρο 86
Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 57 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων, οι οποίες:
α) Εμπίπτουν στις δημόσιες συμβάσεις έργων στις περιπτώσεις των άρθρων 26 και 27 παράγραφος 1 και 4 του παρόντος νόμου.
β) Ανατίθενται από τις αναθέτουσες αρχές κατά την άσκηση μιας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 97 έως 101 του Τρίτου Μέρους, όταν οι παραχωρήσεις αυτές γίνονται για την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων.
 
Άρθρο 87
Δημοσίευση της προκήρυξης στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων (άρθρο 58 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να προσφύγουν σε σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων, γνωστοποιούν την πρόθεσή τους αυτή με σχετική προκήρυξη.
 
2. Οι προκηρύξεις για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα VII B του Προσαρτήματος Α’ και, ενδεχομένως, κάθε άλλη πληροφορία που κρίνεται αναγκαία από την αναθέτουσα αρχή, χρησιμοποιώντας τα τυποποιημένα έντυπα που εγκρίνει η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 77 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
 
3. Το άρθρο 58 του παρόντος νόμου που αφορά στην προαιρετική δημοσίευση των προκηρύξεων, εφαρμόζεται επίσης και για τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων.
 
Άρθρο 88 (άρθρο 59 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
Προθεσμία
 
Στην περίπτωση που οι αναθέτουσες αρχές προσφεύγουν στη διαδικασία παραχώρησης δημοσίων έργων, η προθεσμία για την υποβολή των υποψηφιοτήτων για τη σύμβαση παραχώρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πενήντα δύο (52) ημερών από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης, εκτός από την περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 59 παράγραφος 5 του παρόντος νόμου. Εφαρμόζεται επίσης το άρθρο 60 παράγραφος 7 του παρόντος νόμου.
 
Άρθρο 89
Υπεργολαβία (άρθρο 60 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Η αναθέτουσα αρχή μπορεί:
α) Είτε να επιβάλει στον ανάδοχο σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων να αναθέσει σε τρίτους συμβάσεις που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 30% της συνολικής αξίας των έργων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης παραχώρησης έργων, προβλέποντας ταυτόχρονα ότι οι υποψήφιοι θα έχουν το δικαίωμα να αυξήσουν το εν λόγω ποσοστό. Το ελάχιστο αυτό ποσοστό πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση παραχώρησης δημόσιου έργου.
β) Είτε να καλεί τους υποψηφίους αναδόχους σύμβασης παραχώρησης να υποδείξουν οι ίδιοι, με τις προσφορές τους, το ποσοστό της συνολικής αξίας του έργου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο παραχώρησης και που προτίθενται να αναθέσουν σε τρίτους.
 
Άρθρο 90
Ανάθεση συμπληρωματικών έργων στον ανάδοχο (άρθρο 61 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στις συμπληρωματικές εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στο αρχικά προβλεπόμενο σχέδιο της παραχώρησης, ούτε στην αρχική σύμβαση, και οι οποίες, λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, κατέστησαν αναγκαίες για την εκτέλεση του έργου, όπως περιγράφεται στην αρχική σύμβαση, το οποίο η αναθέτουσα αρχή έχει αναθέσει στον ανάδοχο, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση γίνεται στον οικονομικό φορέα που εκτελεί το έργο αυτό:
α. όταν αυτές οι συμπληρωματικές εργασίες δεν μπορούν, από τεχνική ή οικονομική άποψη, να διαχωρισθούν από την αρχική σύμβαση, χωρίς να δημιουργηθούν μείζονα προβλήματα για τις αναθέτουσες αρχές, ή
β. όταν αυτές οι εργασίες, μολονότι μπορούν να διαχωρισθούν από την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης, είναι απόλυτα αναγκαίες για την ολοκλήρωσή της.
Το συνολικό ποσό των συναπτόμενων συμβάσεων συμπληρωματικών εργασιών δεν πρέπει να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού έργου που αποτελεί το αντικείμενο της παραχώρησης.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΠΤΟΥΝ ΟΙ ΑΝΑΔΟΧΟΙ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΘΕΤΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ
 
Άρθρο 91
Εφαρμοστέοι κανόνες (άρθρο 62 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Όταν ο ανάδοχος σύμβασης παραχώρησης είναι ο ίδιος αναθέτουσα αρχή, κατά την έννοια του άρθρου 18 του παρόντος νόμου, υποχρεούται, για τα έργα τα οποία θα εκτελεσθούν από τρίτους, να τηρεί τις διατάξεις που προβλέπει ο παρών νόμος, όσον αφορά στη σύναψη των συμβάσεων δημοσίων έργων.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΠΤΟΥΝ ΟΙ ΑΝΑΔΟΧΟΙ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΘΕΤΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ
 
Άρθρο 92
Κανόνες δημοσιότητας: κατώτατο όριο και εξαιρέσεις (άρθρο 63 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 2 παρ. 4 του Κανονισμού 2083/2005)
 
1. Οι ανάδοχοι σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων που δεν είναι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να εφαρμόζουν τους κανόνες δημοσιότητας που ορίζονται στο επόμενο άρθρο, κατά τη σύναψη των συμβάσεων έργων με τρίτους, όταν η αξία αυτών των συμβάσεων ανέρχεται σε ποσό ίσο με ή μεγαλύτερο των πέντε εκατομμυρίων εκατόν ογδόντα έξι χιλιάδων (5.186.000) ευρώ.
Εφόσον πάντως μια σύμβαση έργων πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 51 του παρόντος νόμου, δεν απαιτείται δημοσιότητα.
Η αξία των συμβάσεων υπολογίζεται σύμφωνα με τους εφαρμοζόμενους για τις δημόσιες συμβάσεις έργων κανόνες που καθορίζονται στο άρθρο 25 του παρόντος νόμου.
 
2. Δεν θεωρούνται τρίτοι οι επιχειρήσεις οι οποίες συνιστούν κοινοπραξία για να αναλάβουν τη σύμβαση παραχώρησης, ούτε οι επιχειρήσεις που συνδέονται με τις επιχειρήσεις αυτές.
Ως «συνδεδεμένη επιχείρηση», νοείται κάθε επιχείρηση στην οποία ο ανάδοχος σύμβασης παραχώρησης μπορεί να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, κυρίαρχη επιρροή ή κάθε επιχείρηση η οποία μπορεί να ασκεί κυρίαρχη επιρροή στον ανάδοχο σύμβασης παραχώρησης ή η οποία, όπως και ο ανάδοχος σύμβασης παραχώρησης, υπόκειται στην κυρίαρχη επιρροή μιας άλλης επιχείρησης λόγω ιδιοκτησιακού καθεστώτος, χρηματοδοτικής συμμετοχής ή των κανόνων που τη διέπουν. Η κυρίαρχη επιρροή τεκμαίρεται όταν μια επιχείρηση έναντι μιας άλλης επιχείρησης, άμεσα ή έμμεσα:
α) Κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του καταβεβλημένου κεφαλαίου της επιχείρησης ή,
β) διαθέτει την πλειονότητα των ψήφων οι οποίες αντιστοιχούν στους τίτλους που έχει εκδώσει η επιχείρηση,
ή
γ) μπορεί να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του οργάνου διοίκησης, διεύθυνσης ή εποπτείας της επιχείρησης.
Ο εξαντλητικός κατάλογος των εν λόγω επιχειρήσεων επισυνάπτεται στην αίτηση υποψηφιότητας για τη σύμβαση παραχώρησης. Ο κατάλογος αυτός ενημερώνεται σε συνάρτηση με τις μεταγενέστερες μεταβολές που σημειώνονται στους δεσμούς που υπάρχουν μεταξύ των επιχειρήσεων.
 
Άρθρο 93
Δημοσίευση της προκήρυξης (άρθρο 64 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Οι ανάδοχοι σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων που δεν είναι αναθέτουσες αρχές, και οι οποίοι επιθυμούν να συνάψουν σύμβαση έργων με τρίτους, γνωστοποιούν την πρόθεσή τους μέσω προκήρυξης.
 
2. Οι προκηρύξεις περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα VII Γ του Προσαρτήματος Α’ και, ενδεχομένως, κάθε άλλο πληροφοριακό στοιχείο που κρίνεται αναγκαίο από τον ανάδοχο σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων, χρησιμοποιώντας τα τυποποιημένα έντυπα που εγκρίνει η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 77 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
 
3. Η προκήρυξη δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 2 έως 8 του παρόντος νόμου.
 
4. Το άρθρο 58 του παρόντος νόμου που αφορά στην εκούσια δημοσίευση των προκηρύξεων εφαρμόζεται επίσης.
 
Άρθρο 94
Προθεσμίες για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής και την παραλαβή των προσφορών (άρθρο 65 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
Στις συμβάσεις έργων που συνάπτονται από τους αναδόχους σύμβασης παραχώρησης δημοσίων έργων, οι οποίοι δεν είναι αναθέτουσες αρχές, οι ανάδοχοι παραχώρησης ορίζουν την προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριάντα επτά (37) ημερών από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης διαγωνισμού ή της πρόσκλησης για την υποβολή των προσφορών.
Εφαρμόζεται το άρθρο 59 παράγραφοι 5, 6 και 7 του παρόντος νόμου.
 
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ
ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
 
Άρθρο 95
Στατιστικά στοιχεία συμβάσεων που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές (άρθρα 75, 76 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ)
 
1. Η Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15 διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το αργότερο μέχρι τις 31 Οκτωβρίου κάθε έτους, χωριστή στατιστική κατάσταση, καταρτισμένη σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών υψηλής αξίας, αντίστοιχα, που έχουν συνάψει οι αναθέτουσες αρχές κατά το προηγούμενο έτος. Οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να αποστέλλουν τις σχετικές καταστάσεις των έργων, υπηρεσιών και προμηθειών που ανέθεσαν κατά το προηγούμενο έτος, μέχρι την 31η Μαΐου κάθε έτους, στην ανωτέρω Αρχή.
 
2. Για κάθε αναθέτουσα αρχή που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV του Προσαρτήματος Α’, η στατιστική κατάσταση περιλαμβάνει:
α) Τον αριθμό και την αξία των καλυπτόμενων από το παρόν συμβάσεων που συνήφθησαν.
β) Τον αριθμό και τη συνολική αξία των συμβάσεων που συνήφθησαν δυνάμει παρεκκλίσεων από τη Συμφωνία.
Στο μέτρο του δυνατού, τα στοιχεία που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, σημείο α’ , κατανέμονται ανάλογα με:
α) Τις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων που χρησιμοποιήθηκαν,
β) και για καθεμία από τις διαδικασίες αυτές, τα έργα που περιέχονται στο Παράρτημα I του Προσαρτήματος Α’, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που περιέχονται στο Παράρτημα II του ίδιου Προσαρτήματος και προσδιορίζονται ανά κατηγορία της ονοματολογίας CPV
γ) Την ιθαγένεια του οικονομικού φορέα στον οποίον ανατέθηκε η σύμβαση.
Στην περίπτωση που οι συμβάσεις συνήφθησαν μέσω διαδικασίας με διαπραγμάτευση, τα στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σημείο α’ , κατανέμονται επιπλέον ανάλογα με τις οριζόμενες στα άρθρα 50 και 51 περιστάσεις και διευκρινίζουν τον αριθμό και την αξία των συμβάσεων που ανατέθηκαν ανά κράτος – μέλος και τρίτη χώρα προέλευσης των αναδόχων.
 
3. Για κάθε κατηγορία αναθετουσών αρχών, πλην εκείνων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV του Προσαρτήματος Α’, η στατιστική κατάσταση προσδιορίζει τουλάχιστον:
α) τον αριθμό και την αξία των δημοσίων συμβάσεων που συνήφθησαν, κατανεμημένων σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, και
β) τη συνολική αξία των συμβάσεων που συνήφθησαν δυνάμει των παρεκκλίσεων από τη Συμφωνία.
 
4. Η στατιστική κατάσταση προσδιορίζει κάθε άλλη πληροφορία που απαιτείται βάσει της Συμφωνίας.
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο προσδιορίζονται σύμφωνα με την διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 77, παράγραφος 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
 
5. Με απόφαση της Αρχής της παραγράφου 20 του άρθρου 15 καθορίζονται τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν ιδίως τον τρόπο και το χρόνο υποβολής των σχετικών στοιχείων των προηγούμενων παραγράφων εκ μέρους των αναθετουσών αρχών.
 
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΠΤΟΥΝ ΑΝΑΘΕΤΟΝΤΕΣ ΦΟΡΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ, ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, ΤΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
 
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
 
Άρθρο 96
Πεδίο εφαρμογής
 
1. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται από αναθέτοντες φορείς του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, κατά την σύναψη συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, για τις ανάγκες εκτέλεσης των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στα άρθρα 97 έως 101 του παρόντος νόμου.
 
2. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτουν ή στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνουν οι αναθέτοντες φορείς για ανάγκες διαφορετικές από τις ανάγκες εκτέλεσης των δραστηριοτήτων που ορίζονται στα άρθρα 97 έως 101 του παρόντος νόμου. Οι εν λόγω συμβάσεις συνάπτονται σύμφωνα με τους κανόνες του Δεύτερου Μέρους.
 
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ
 
Άρθρο 97
Αέριο, θερμότητα και ηλεκτρισμός (άρθρο 3 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Όσον αφορά στο αέριο και τη θερμότητα, το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες:
α) Διάθεση ή εκμετάλλευση σταθερών δικτύων σχεδιασμένων για να παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες στον τομέα της παραγωγής, της μεταφοράς ή της διανομής αερίου ή θερμότητας, ή
β) τροφοδότηση των δικτύων αυτών με αέριο ή θερμότητα.
 
2. Η τροφοδότηση με αέριο ή θερμότητα δικτύων που προορίζονται να παρέχουν υπηρεσίες στο κοινό από αναθέτοντα φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή, δεν θεωρείται δραστηριότητα κατά την έννοια της παραγράφου 1, όταν:
α) Η παραγωγή αερίου ή θερμότητας από τον ενδιαφερόμενο φορέα αποτελεί αναπόφευκτο αποτέλεσμα της άσκησης δραστηριότητας που δεν αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 3 του παρόντος άρθρου ή στα άρθρα 98 έως 101 του παρόντος νόμου και,
β) η τροφοδότηση του δημόσιου δικτύου αποβλέπει μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση της παραγωγής αυτής και αντιστοιχεί το πολύ στο 20 % του κύκλου εργασιών του φορέα, με βάση το μέσο όρο των τριών τελευταίων ετών, συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος έτους.
 
3. Όσον αφορά στον ηλεκτρισμό, το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες:
α) Διάθεση ή εκμετάλλευση σταθερών δικτύων σχεδιασμένων για να παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες στον τομέα της παραγωγής, της μεταφοράς ή της διανομής ηλεκτρισμού ή
β) τροφοδότηση των εν λόγω δικτύων με ηλεκτρισμό.
 
4. Η τροφοδότηση με ηλεκτρισμό δικτύων που προορίζονται να παράσχουν υπηρεσίες στο κοινό από αναθέτοντα φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή δεν θεωρείται δραστηριότητα κατά την έννοια της παραγράφου 3, όταν:
α) Η παραγωγή ηλεκτρισμού από τον ενδιαφερόμενο φορέα γίνεται διότι η κατανάλωσή του είναι αναγκαία για την άσκηση δραστηριότητας που δεν αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 3 του παρόντος άρθρου ή στα άρθρα 98 έως 101 του παρόντος νόμου και
β) η τροφοδότηση του δημόσιου δικτύου εξαρτάται μόνον από την ιδιοκατανάλωση του φορέα και δεν υπερβαίνει το 30 % της συνολικής παραγωγής ενέργειας του φορέα, με βάση το μέσο όρο των τριών (3) τελευταίων ετών, συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος έτους.
 
Άρθρο 98
Ύδωρ
(άρθρο 4 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες:
α) Διάθεση ή εκμετάλλευση σταθερών δικτύων σχεδιασμένων για να παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες στον τομέα της παραγωγής, της μεταφοράς ή της διανομής πόσιμου ύδατος ή
β) τροφοδότηση των εν λόγω δικτύων με πόσιμο ύδωρ.
 
2. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται επίσης στις συμβάσεις που συνάπτονται ή στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται από τους φορείς που ασκούν δραστηριότητα οριζόμενη στην παράγραφο 1, και τα οποία:
α) Συνδέονται με έργα υδραυλικής μηχανικής, αρδευτικών ή αποστραγγιστικών έργων, εφόσον ο όγκος του ύδατος που προορίζεται για εφοδιασμό με πόσιμο ύδωρ υπερβαίνει το 20% του συνολικού όγκου ύδατος που διατίθεται για τα εν λόγω σχέδια ή εγκαταστάσεις άρδευσης ή αποστράγγισης ή
β) συνδέονται με την αποχέτευση ή την επεξεργασία λυμάτων.
 
3. Η τροφοδότηση με πόσιμο ύδωρ δικτύων που προορίζονται να παράσχουν υπηρεσίες στο κοινό από αναθέτοντα φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή δεν θεωρείται ως δραστηριότητα κατά την έννοια της παραγράφου 1, όταν:
α) Η παραγωγή πόσιμου ύδατος από τον ενδιαφερόμενο φορέα γίνεται, διότι η κατανάλωσή του είναι αναγκαία για την άσκηση δραστηριότητας που δεν αναφέρεται στα άρθρα 97 έως 101 του παρόντος νόμου και
β) η τροφοδότηση του δημόσιου δικτύου εξαρτάται μόνον από την ιδιοκατανάλωση του φορέα και δεν υπερβαίνει το 30% της συνολικής παραγωγής πόσιμου ύδατος του φορέα, με βάση το μέσο όρο των τριών (3) προηγουμένων ετών, συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος έτους.
 
Άρθρο 99
Υπηρεσίες μεταφορών (άρθρο 5 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις δραστηριότητες που αποσκοπούν στη διάθεση ή την εκμετάλλευση δικτύων που παρέχουν υπηρεσίες στο κοινό στους τομείς των μεταφορών με σιδηρόδρομο, αυτόματα συστήματα, τραμ, τρόλεϊ, λεωφορεία ή καλώδιο.
Όσον αφορά στις υπηρεσίες μεταφορών, θεωρείται ότι υφίσταται δίκτυο όταν η υπηρεσία παρέχεται με τους όρους που ορίζονται από την αρμόδια αρχή, όπως εκείνοι που αφορούν τις ακολουθητέες διαδρομές, τη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα ή τη συχνότητα παροχής της υπηρεσίας.
 
2. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται στους φορείς που παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες μεταφορών με λεωφορείο, οι οποίοι είχαν αποκλεισθεί από το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 57/2000 (Α’45), δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 5 αυτού, με το οποίο μεταφέρθηκε η οδηγία 93/38/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ.4 αυτής ) στο ελληνικό δίκαιο.
 
Άρθρο 100
Ταχυδρομικές υπηρεσίες (άρθρο 6 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις δραστηριότητες που αποσκοπούν στην παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών ή με βάση τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 στοιχείο γ’ του παρόντος άρθρου, άλλων υπηρεσιών πλην των ταχυδρομικών.
 
2. Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρος, και με την επιφύλαξη του ν. 2668/1998 (Α’ 282), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, νοούνται ως:
α) «ταχυδρομικό αντικείμενο»: αντικείμενο με συγκεκριμένο παραλήπτη, αποστελλόμενο υπό την τελική του μορφή, ανεξάρτητα από το βάρος του. Τα αντικείμενα αυτά περιλαμβάνουν, π.χ., πέραν των αντικειμένων αλληλογραφίας, βιβλία, καταλόγους, εφημερίδες, περιοδικά και ταχυδρομικά δέματα που περιέχουν αντικείμενα με ή χωρίς εμπορική αξία, ανεξάρτητα από το βάρος τους.
β) «ταχυδρομικές υπηρεσίες»: υπηρεσίες που συνίστανται στη συλλογή, διαλογή, μεταφορά και διανομή ταχυδρομικών αντικειμένων. Στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται οι εξής:
– «ανατιθέμενες κατ’ αποκλειστικότητα ταχυδρομικές υπηρεσίες»: ταχυδρομικές υπηρεσίες που ανατίθενται ή μπορούν να ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 97/67/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε με το ν. 2668/1998 (Α’ 282), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3185/2003 (Α’229).
– «άλλες ταχυδρομικές υπηρεσίες»: ταχυδρομικές υπηρεσίες που δεν επιτρέπεται να ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 97/67/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε με το ν. 2668/1998 (Α’ 282), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3185/2003 (Α’ 229) και,
γ) «άλλες υπηρεσίες πλην των ταχυδρομικών»: υπηρεσίες παρεχόμενες στους ακόλουθους τομείς:
– υπηρεσίες διαχείρισης της αλληλογραφίας (τόσο προγενέστερες όσο και μεταγενέστερες της αποστολής, όπως «mailroom management services»),
– υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας που συνδέονται με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και παρέχονται εξ ολοκλήρου με ηλεκτρονικά μέσα (περιλαμβανομένης της ασφαλούς διαβίβασης κωδικοποιημένων εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα, της διαχείρισης διευθύνσεων και της διαβίβασης συστημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου),
– υπηρεσίες συνδεόμενες με ταχυδρομικά αντικείμενα που δεν περιλαμβάνονται στο στοιχείο α’, όπως το διαφημιστικό ταχυδρομείο χωρίς συγκεκριμένο παραλήπτη,
– χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, όπως ορίζονται στην κατηγορία 6 του Παραρτήματος XVII A του Προσαρτήματος Β’, και στο άρθρο 27 παράγραφος 3 στοιχείο δ’ του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των ταχυδρομικών ενταλμάτων πληρωμής και των ταχυδρομικών μεταφορών πιστώσεων,
– φιλοτελικές υπηρεσίες και,
– υπηρεσίες εφοδιαστικής διαχείρισης (υπηρεσίες που συνδυάζουν τη φυσική παράδοση και/ ή την εναποθήκευση με άλλα μη ταχυδρομικά καθήκοντα), εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από φορέα, ο οποίος παρέχει επίσης ταχυδρομικές υπηρεσίες κατά την έννοια του στοιχείου β’ πρώτη και δεύτερη περίπτωση, και εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 104 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου, όσον αφορά στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται σε αυτές τις περιπτώσεις.
 
Άρθρο 101
Αναζήτηση, εξόρυξη και συλλογή πετρελαίου, αερίου, άνθρακα και άλλων στερεών καυσίμων -Διάθεση λιμένων και αερολιμένων σε μεταφορείς (άρθρο 7 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις δραστηριότητες εκμετάλλευσης μιας γεωγραφικής περιοχής με σκοπό:
α) Την αναζήτηση, εξόρυξη και συλλογή πετρελαίου, αερίου, άνθρακα ή άλλων στερεών καυσίμων ή
β) τη διάθεση αερολιμένων, θαλάσσιων λιμένων ή λιμένων εσωτερικής ναυσιπλοΐας ή άλλων τερματικών σταθμών μεταφορικών μέσων, σε αεροπορικούς, θαλάσσιους ή ποτάμιους μεταφορείς.
 
Άρθρο 102
Συμβάσεις που αφορούν διάφορες δραστηριότητες (άρθρο 9 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Σύμβαση για τη διεξαγωγή περισσότερων δραστηριοτήτων ακολουθεί τους κανόνες που ισχύουν για τη δραστηριότητα για την οποία προορίζεται κυρίως. Η επιλογή μεταξύ της σύναψης μιας μόνο σύμβασης και (της σύναψης) πολλών χωριστών συμβάσεων δεν μπορεί να έχει ως στόχο την καταστρατήγηση της εφαρμογής του παρόντος Μέρους, όσο και των λοιπών διατάξεων του παρόντος νόμου.
 
2. Εάν μία από τις δραστηριότητες που αποτελούν αντικείμενο της συμβάσεως, εμπίπτει στο παρόν Μέρος και η άλλη εμπίπτει στο Δεύτερο Μέρος και είναι αντικειμενικώς αδύνατον να προσδιορισθεί για ποια δραστηριότητα προορίζεται κυρίως η σύμβαση, η σύμβαση ανατίθεται σύμφωνα με τους κανόνες του Δεύτερου Μέρους.
 
3. Εάν μία από τις δραστηριότητες, για τις οποίες προορίζεται η σύμβαση, εμπίπτει στο παρόν Μέρος και η άλλη δεν εμπίπτει στο παρόν Μέρος ή το Δεύτερο Μέρος του παρόντος νόμου και είναι αντικειμενικώς αδύνατον να προσδιορισθεί για ποια δραστηριότητα προορίζεται κυρίως η σύμβαση, η σύμβαση ανατίθεται σύμφωνα με τους κανόνες του παρόντος Μέρους.
 
Άρθρο103
Συμβάσεις μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων ή κοινοπραξιών (άρθρα 23 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις:
α) Τις οποίες συνάπτει αναθέτων φορέας με συνδεδεμένη επιχείρηση ή
β) τις οποίες συνάπτει κοινοπραξία, η οποία έχει συσταθεί αποκλειστικά από διάφορους αναθέτοντες φορείς, με σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων, κατά την έννοια των άρθρων 97 έως 101 του παρόντος νόμου, με επιχείρηση συνδεδεμένη με έναν από αυτούς τους αναθέτοντες φορείς.
 
2. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, ως «συνδεδεμένη επιχείρηση» νοείται κάθε επιχείρηση, της οποίας οι ετήσιοι λογαριασμοί έχουν ενοποιηθεί με τους λογαριασμούς του αναθέτοντος φορέα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της υπ’ αριθμ. 83/349/ΕΟΚ έβδομης οδηγίας του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 44 παράγραφος 2 περίπτωση ζ’ της Συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (L 193), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 283), οι οποίες ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 (Α’ 37), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 33 του π.δ. 409/1986 (Α’ 191), και όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 3460/2006 (Α’ 102) ή στην περίπτωση που οι φορείς δεν εμπίπτουν στον παρόντα νόμο, κάθε επιχείρηση επί της οποίας ο αναθέτων φορέας μπορεί να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, κυρίαρχη επιρροή, κατά την έννοια του άρθρου 19 παράγραφος 2 ή η οποία μπορεί να ασκεί κυρίαρχη επιρροή επί του αναθέτοντος φορέα ή η οποία υπόκειται, από κοινού με τον αναθέτοντα φορέα, στην κυρίαρχη επιρροή μιας άλλης επιχείρησης λόγω της ιδιοκτησίας, χρηματοδοτικής συμμετοχής ή των κανόνων που τη διέπουν.
 
3. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται:
α) Στις συμβάσεις υπηρεσιών, εφόσον το 80% τουλάχιστον του μέσου κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την τελευταία τριετία στον τομέα των υπηρεσιών προέρχεται από την παροχή αυτών των υπηρεσιών στις επιχειρήσεις, με τις οποίες συνδέεται.
β) Στις συμβάσεις προμηθειών, εφόσον το 80% τουλάχιστον του μέσου κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την τελευταία τριετία στον τομέα των προμηθειών προέρχεται από την παροχή αυτών των προμηθειών στις επιχειρήσεις με τις οποίες συνδέεται.
γ) Στις συμβάσεις έργων, εφόσον το 80% τουλάχιστον του μέσου κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την τελευταία τριετία στον τομέα των έργων προέρχεται από την παροχή αυτών των έργων στις επιχειρήσεις με τις οποίες συνδέεται.
Όταν, σε συνάρτηση με την ημερομηνία δημιουργίας της συνδεδεμένης επιχείρησης ή έναρξης των δραστηριοτήτων της, δεν είναι διαθέσιμος ο κύκλος εργασιών για την τελευταία τριετία, η επιχείρηση αρκεί να αποδεικνύει ότι η πραγματοποίηση του κύκλου εργασιών που αναφέρεται στα στοιχεία α’, β’ ή γ’, είναι πιθανή, ιδίως με προβολή δραστηριοτήτων.
Όταν η ίδια ή παρόμοιες υπηρεσίες, προμήθειες ή έργα παρέχονται από περισσότερες από μία επιχειρήσεις συνδεδεμένες με τον αναθέτοντα φορέα, για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων ποσοστών λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός κύκλος εργασιών που προκύπτει αντιστοίχως από την παροχή υπηρεσιών, προμηθειών ή έργων εκ μέρους των συνδεδεμένων επιχειρήσεων.
 
4. Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις:
α) Τις οποίες συνάπτει κοινοπραξία, η οποία έχει συσταθεί αποκλειστικά από διάφορους αναθέτοντες φορείς, με σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων κατά την έννοια των άρθρων 97 έως 100, με έναν από αυτούς τους αναθέτοντες φορείς, ή
β) τις οποίες συνάπτει αναθέτων φορέας με μια τέτοια κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει, με την προϋπόθεση ότι η κοινοπραξία έχει συσταθεί με σκοπό την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας επί περίοδο τουλάχιστον τριών (3) ετών και ότι η συστατική πράξη της κοινοπραξίας ορίζει ότι οι αναθέτοντες φορείς, που τη συγκροτούν, συμμετέχουν σε αυτήν τουλάχιστον για την εν λόγω περίοδο.
 
5. Οι αναθέτοντες φορείς κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των παραγράφων 1, 3 και 4:
α) Τις επωνυμίες των επιχειρήσεων ή των κοινοπραξιών για τις οποίες πρόκειται.
β) Τη φύση και την αξία των οριζόμενων συμβάσεων.
γ) Τα στοιχεία που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρίνει απαραίτητα για να αποδείξει ότι οι σχέσεις μεταξύ του αναθέτοντος φορέα και της επιχείρησης ή της κοινοπραξίας, στην οποία ανατίθενται οι συμβάσεις, ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.
 
Άρθρο104
Διαδικασία για τον προσδιορισμό του κατά πόσον δεδομένη δραστηριότητα είναι απευθείας εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό (άρθρο 30 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι συμβάσεις με αντικείμενο την άσκηση δραστηριότητας οριζόμενης στα άρθρα 97 έως 101 δεν υπόκεινται στον παρόντα νόμο, εάν η δραστηριότητα, στην Ελλάδα, είναι απευθείας εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό, σε αγορές στις οποίες η πρόσβαση δεν είναι περιορισμένη.
 
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, προκειμένου να καθορισθεί εάν μια δραστηριότητα είναι απευθείας εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό, αποφασίζεται κατόπιν κριτηρίων τα οποία είναι σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΕ, όπως τα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών, η ύπαρξη εναλλακτικών αγαθών ή υπηρεσιών, οι τιμές και η πραγματική ή δυνητική παρουσία περισσότερων του ενός προμηθευτών των εν λόγω αγαθών ή παρόχων των εν λόγω υπηρεσιών.
 
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η πρόσβαση σε μια αγορά θεωρείται ότι δεν περιορίζεται εάν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας που αναφέρονται στο Παράρτημα ΧΙ του Προσαρτήματος Β.
Όταν δεν είναι δυνατόν να συναχθεί το τεκμήριο ότι υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση σε δεδομένη αγορά, βάσει του πρώτου εδαφίου, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η πρόσβαση στην εν λόγω αγορά είναι ελεύθερη εκ των πραγμάτων και εκ του νόμου.
 
4. Όταν το αρμόδιο Υπουργείο κρίνει ότι, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, η παράγραφος 1 έχει εφαρμογή σε δεδομένη δραστηριότητα, απευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της γνωστοποιεί όλα τα συναφή περιστατικά, και, ιδίως, κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη ή συμφωνία που αφορά στη συμμόρφωση με τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνοδευόμενα, ενδεχομένως, από τη θέση που έλαβε ανεξάρτητη εθνική αρχή, η οποία είναι αρμόδια για την εν λόγω δραστηριότητα. Αντίγραφο του φακέλου που υποβάλλεται στην Επιτροπή, κοινοποιείται στην Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15. Οι συμβάσεις με αντικείμενο την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας δεν υπόκεινται πλέον στον παρόντα νόμο:
1. Εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδώσει απόφαση σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 1, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 30 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ, και εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή ή δεν εκδώσει απόφαση σχετικά με αυτή τη δυνατότητα εφαρμογής εντός της προθεσμίας αυτής.
2. Στις περιπτώσεις που η ελεύθερη πρόσβαση σε συγκεκριμένη αγορά τεκμαίρεται με βάση το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του παρόντος, και όπου μια ανεξάρτητη εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη σχετική δραστηριότητα έχει προσδιορίσει τη δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 1, οι συμβάσεις που προορίζονται για την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας δεν υπόκεινται πλέον στον παρόντα νόμο, εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει καταλήξει στην αδυναμία εφαρμογής της παραγράφου 1, με απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 30 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ, και εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή.
 
5. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προσδιορίσει ότι, σε δεδομένη δραστηριότητα έχει εφαρμογή η παράγραφος 1, με απόφαση βάσει της παραγράφου 6 του άρθρου 30 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την ενδιαφερόμενη αρχή. Το αρμόδιο Υπουργείο ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τηρουμένων των παραγράφων 2 και 3, για όλα τα συναφή περιστατικά, και, ιδίως, για κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη ή συμφωνία που αφορά στη συμμόρφωση με τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνοδευόμενα ενδεχομένως, από τη θέση που έλαβε η ανεξάρτητη εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη σχετική δραστηριότητα. Εάν, μετά το πέρας της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 30 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει εκδώσει απόφαση σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 1 σε δεδομένη δραστηριότητα, η παράγραφος 1 τεκμαίρεται εφαρμοστέα.
 
6. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος, καθώς και της παραγράφου 6 του άρθρου 30 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ καθορίζονται στην απόφαση της Επιτροπής της 7ης Ιανουαρίου 2005/15/ΕΚ (L 7), όπως κάθε φορά ισχύει.
 
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΝΑΘΕΣΗΣ
 
ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΑΝΑΘΕΣΗΣ
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΟΡΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΚΤΗ Η ΚΛΕΙΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Ή ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ
 
Άρθρο 105
Χρησιμοποίηση ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας ή διαδικασίας διαπραγμάτευσης με ή χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού (άρθρο 40 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών, οι αναθέτοντες φορείς εφαρμόζουν τις διαδικασίες που είναι προσαρμοσμένες στους σκοπούς του παρόντος νόμου.
 
2. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να επιλέγουν οποιαδήποτε από τις διαδικασίες που περιγράφονται στα στοιχεία α’, β’ ή δ’ της παραγράφου 13 του άρθρου 15, εφόσον, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3, έχει προκηρυχθεί διαγωνισμός, δυνάμει του άρθρου 109 του παρόντος νόμου.
 
3. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να χρησιμοποιούν μια διαδικασία, χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Αν, ύστερα από διαδικασία με προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού, δεν υποβλήθηκε καμία προσφορά ή καμία από τις υποβληθείσες προσφορές δεν είναι κατάλληλη ή αν δεν υπάρχει κανείς υποψήφιος, εφόσον δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιαστικά οι αρχικοί όροι της σύμβασης.
β) Εάν η σύναψη της σύμβασης γίνεται αποκλειστικά για λόγους έρευνας, δοκιμών, μελέτης ή ανάπτυξης, και όχι με σκοπό την εξασφάλιση κέρδους ή την ανάκτηση των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης, και στο βαθμό που η σύναψη μιας τέτοιας σύμβασης δε θίγει την προκήρυξη διαγωνισμού για τις επόμενες συμβάσεις που θα επιδιώκουν, ιδίως, αυτούς τους σκοπούς.
γ) Αν, για λόγους τεχνικούς ή καλλιτεχνικούς ή σχετικούς με την προστασία αποκλειστικών δικαιωμάτων, η σύμβαση μπορεί να ανατεθεί μόνο σε ορισμένο οικονομικό φορέα.
δ) Στο βαθμό που είναι απολύτως απαραίτητος, αν, λόγω κατεπείγουσας ανάγκης που οφείλεται σε γεγονότα απρόβλεπτα για τους αναθέτοντες φορείς, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται για τις ανοικτές ή κλειστές διαδικασίες ή τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση.
ε) Στην περίπτωση των συμβάσεων προμηθειών για συμπληρωματικές παραδόσεις εκ μέρους του αρχικού προμηθευτή, οι οποίες προορίζονται είτε για τη μερική ανανέωση προμηθειών ή εγκαταστάσεων τρέχουσας χρήσης είτε για την επέκταση υφισταμένων προμηθειών ή εγκαταστάσεων, εφόσον η αλλαγή προμηθευτή θα υποχρέωνε τον αναθέτοντα φορέα να προμηθευθεί υλικό με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ασυμβατότητα ή σε δυσανάλογες τεχνικές δυσχέρειες ως προς τη χρήση ή τη συντήρηση.
στ) Για συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονται στην αρχικά κατακυρωθείσα μελέτη ούτε στην αρχικά συναφθείσα σύμβαση, αλλά τα οποία, λόγω περιστάσεων που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, έχουν καταστεί απαραίτητα για την εκτέλεση αυτής της σύμβασης, με την προϋπόθεση ότι ανατίθενται στον εργολήπτη ή τον πάροχο υπηρεσιών που εκτελεί την αρχική σύμβαση, όταν τα εν λόγω συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες δεν μπορούν να διαχωρισθούν, τεχνικά ή οικονομικά, από την κύρια σύμβαση, χωρίς να δημιουργηθούν μείζονα προβλήματα στους αναθέτοντες φορείς ή όταν τα εν λόγω συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες, αν και μπορούν να διαχωρισθούν από την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης, είναι απολύτως απαραίτητα για την ολοκλήρωσή της.
ζ) Στην περίπτωση των συμβάσεων έργων, για νέα έργα που συνίστανται στην επανάληψη παρόμοιων εργασιών και ανατίθενται στον εργολήπτη, στον οποίο οι ίδιοι αναθέτοντες φορείς έχουν αναθέσει προηγούμενη σύμβαση, με την προϋπόθεση ότι τα έργα αυτά είναι σύμφωνα με μια βασική μελέτη και ότι για τη μελέτη αυτή έχει συναφθεί μια πρώτη σύμβαση έπειτα από προκήρυξη διαγωνισμού. Στην προκήρυξη του διαγωνισμού για την πρώτη μελέτη, πρέπει να επισημαίνεται ότι υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής στην εν λόγω διαδικασία, το δε ποσό του συνολικού προϋπολογισμού για τη συνέχιση των έργων λαμβάνεται υπόψη από τους αναθέτοντες φορείς για την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΙ της παραγράφου 2 του άρθρου 23 και του άρθρου 25.
η) Αν πρόκειται για προμήθειες που είναι εισηγμένες και αγοράζονται σε χρηματιστήριο εμπορευμάτων.
θ) Για τις συμβάσεις που συνάπτονται βάσει συμφωνίας-πλαισίου, εφόσον πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 2 του άρθρου 108.
ι) Για τις αγορές ευκαιρίας, όταν, με την αξιοποίηση μιας ιδιαίτερα ευνοϊκής ευκαιρίας που παρουσιάζεται για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μπορούν να αποκτηθούν προμήθειες σε τιμή πολύ χαμηλότερη από τις τιμές που επικρατούν συνήθως στην αγορά.
ια) Για την αγορά προμηθειών, υπό όρους ιδιαίτερα ευνοϊκούς, είτε από προμηθευτή που παύει οριστικά την εμπορική δραστηριότητά του είτε από το σύνδικο ή τον εκκαθαριστή πτώχευσης, δικαστικού συμβιβασμού, αναγκαστικής εκκαθάρισης ή άλλης ανάλογης διαδικασίας.
ιβ) Όταν η σχετική σύμβαση υπηρεσιών ακολουθεί διαγωνισμό μελετών που έχει διεξαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και πρέπει, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, να ανατεθεί αυτή στον νικητή ή σε ένα από τους νικητές του εν λόγω διαγωνισμού. Στην τελευταία περίπτωση, όλοι οι νικητές του διαγωνισμού καλούνται να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις.
 
Άρθρο 106
Ανακοίνωση των τεχνικών προδιαγραφών (άρθρο 35 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς ανακοινώνουν στους οικονομικούς φορείς που ενδιαφέρονται για την ανάληψη σύμβασης, κατόπιν αιτήσεώς τους, τις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται συστηματικά στις συμβάσεις προμηθειών, έργων ή υπηρεσιών, τις οποίες οι φορείς αναθέτουν ή τις τεχνικές προδιαγραφές, στις οποίες προτίθενται να παραπέμψουν, για τις συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 111.
 
2. Όταν αυτές οι τεχνικές προδιαγραφές καθορίζονται στα έγγραφα που τίθενται στη διάθεση των οικονομικών φορέων που ενδιαφέρονται, αρκεί η παραπομπή στα εν λόγω έγγραφα.
 
Άρθρο 107
Εναλλακτικές προσφορές (άρθρο 36 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Όταν η ανάθεση της σύμβασης γίνεται με βάση το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις εναλλακτικές προσφορές που υποβάλλουν οι προσφέροντες, εφόσον οι προσφορές αυτές ανταποκρίνονται στις ελάχιστες απαιτήσεις που έχουν ορίσει οι εν λόγω αναθέτοντες φορείς.
Στην προκήρυξη ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, οι αναθέτοντες φορείς αναφέρουν αν επιτρέπουν ή όχι τις εναλλακτικές προσφορές και, εφόσον τις επιτρέπουν, αναφέρουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι εναλλακτικές προσφορές, καθώς και τις ειδικές απαιτήσεις για την παρουσίασή τους.
 
2. Στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων προμηθειών ή υπηρεσιών, οι αναθέτοντες φορείς που έχουν επιτρέψει εναλλακτικές προσφορές δυνάμει της παραγράφου 1, δεν μπορούν να απορρίπτουν εναλλακτική προσφορά για το μόνο λόγο ότι, αν αυτή επιλεγεί, θα οδηγήσει αντίστοιχα είτε στη σύναψη σύμβασης υπηρεσιών και όχι σύμβασης προμηθειών, είτε στη σύναψη σύμβασης προμηθειών και όχι σύμβασης υπηρεσιών.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ-ΠΛΑΙΣΙΑ
 
Άρθρο 108
Συμφωνίες-πλαίσιο (άρθρο 14 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να θεωρούν συμφωνία-πλαίσιο ως σύμβαση, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 15, και να εφαρμόζουν για την ανάθεσή της τον παρόντα νόμο.
 
2. Όταν οι αναθέτοντες φορείς έχουν συνάψει συμφωνία-πλαίσιο, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, μπορούν να εφαρμόζουν την περίπτωση θ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 105, όταν συνάπτουν συμβάσεις που βασίζονται στη συμφωνία αυτή.
 
3. Όταν μια συμφωνία-πλαίσιο δεν έχει συναφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να εφαρμόζουν την περίπτωση θ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 105.
 
4. Οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να προσφεύγουν στις συμφωνίες-πλαίσιο καταχρηστικά, κατά τρόπο που να εμποδίζει, να περιορίζει ή να νοθεύει τον ανταγωνισμό.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
 
Άρθρο 109
Προκηρύξεις που χρησιμοποιούνται ως μέσο έναρξης διαγωνισμού (άρθρο 42 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Στην περίπτωση συμβάσεων προμηθειών, έργων ή υπηρεσιών, ο διαγωνισμός αρχίζει με την έκδοση:
α) Περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης, όπως αναφέρεται στο παράρτημα XV Α του Προσαρτήματος Β ή
β) προκήρυξης για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής, όπως αναφέρεται στο παράρτημα XIV του Προσαρτήματος Β, ή
γ) Προκήρυξης σύμβασης, όπως αναφέρεται στο παράρτημα XIII του Προσαρτήματος Β, μέρος A, B ή Γ.
 
2. Στην περίπτωση των δυναμικών συστημάτων αγορών, ο διαγωνισμός για το σύστημα αρχίζει με την έκδοση της προκήρυξης που αναφέρεται στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 1, ενώ ο διαγωνισμός για τις συμβάσεις που βασίζονται σε τέτοια συστήματα αρχίζει μέσω της απλουστευμένης προκήρυξης που αναφέρεται στο παράρτημα ΧΙΙΙ του Προσαρτήματος Β, μέρος Δ.
 
3. Όταν ο διαγωνισμός αρχίζει μέσω περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης:
α) Η προκήρυξη πρέπει να αναφέρει ειδικά τα έργα, τις προμήθειες ή τις υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης που πρόκειται να συναφθεί.
β) Η προκήρυξη πρέπει να αναφέρει ότι η σύμβαση αυτή θα συναφθεί με κλειστή διαδικασία ή διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς εκ των υστέρων δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, και να καλεί τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς να εκδηλώσουν γραπτώς το ενδιαφέρον τους και
γ) Πρέπει να έχει δημοσιευθεί, σύμφωνα με το παράρτημα ΧΧ του Προσαρτήματος Β, το πολύ δώδεκα (12) μήνες πριν από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 115. Ο αναθέτων φορέας τηρεί τις προθεσμίες του άρθρου 113 του νόμου αυτού.
 
Άρθρο 110
Σύνταξη και λεπτομέρειες δημοσίευσης των προκηρύξεων και γνωστοποιήσεων (άρθρο 44 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα παραρτήματα ΧΙII, XIV, XV Α, XV Β και XVI του Προσαρτήματος Β και, ενδεχομένως, κάθε επί πλέον πληροφορία που κρίνεται χρήσιμη από τον αναθέτοντα φορέα, σύμφωνα με τα τυποποιημένα έντυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την προβλεπόμενη στο άρθρο 68 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ διαδικασία.
 
2. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις που αποστέλλονται από τους αναθέτοντες φορείς στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διαβιβάζονται είτε με ηλεκτρονικά μέσα, στη μορφή και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες διαβίβασης του Παραρτήματος ΧΧ του Προσαρτήματος Β, σημείο 3 είτε με άλλα μέσα. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις που αναφέρονται στα άρθρα109, 111 και 112 δημοσιεύονται σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά δημοσίευσης του παραρτήματος ΧΧ του Προσαρτήματος Β, σημείο 1 στοιχεία α’ και β’.
 
3. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις που καταρτίζονται και αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης του παραρτήματος ΧΧ σημείο 3 του Προσαρτήματος Β, δημοσιεύονται το πολύ πέντε (5) ημέρες από την αποστολή τους.
Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις, οι οποίες δεν αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που αναφέρονται στο παράρτημα ΧΧ του Προσαρτήματος Β σημείο 3, δημοσιεύονται εντός δώδεκα (12) ημερών το αργότερο μετά την αποστολή τους. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και μετά από αίτηση του αναθέτοντος φορέα, οι προκηρύξεις διαγωνισμού που προβλέπονται στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 109 δημοσιεύονται εντός πέντε (5) ημερών, αν η προκήρυξη έχει αποσταλεί με τηλεομοιοτυπία.
 
4. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις δημοσιεύονται αναλυτικά στην ελληνική γλώσσα και αυθεντικό θεωρείται μόνο το πρωτότυπο κείμενο που δημοσιεύεται στη γλώσσα αυτή. Μια περίληψη των σημαντικότερων στοιχείων κάθε προκήρυξης ή γνωστοποίησης δημοσιεύεται και στις λοιπές επίσημες γλώσσες της Ε. Ε.. Η δαπάνη της δημοσίευσης των προκηρύξεων και γνωστοποιήσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βαρύνει την Ευρωπαϊκή Ενωση.
 
5. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις και το περιεχόμενό τους δεν μπορούν να δημοσιοποιούνται πριν από την ημερομηνία αποστολής τους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις που δημοσιεύονται σε εθνικό επίπεδο δεν πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες άλλες από εκείνες που περιέχονται στις προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις που αποστέλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή δημοσιεύονται στο «προφίλ αγοραστή», σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 111, και, πρέπει να αναφέρουν την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης ή γνωστοποίησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή της δημοσίευσης στο «προφίλ αγοραστή». Οι ενδεικτικές περιοδικές προκηρύξεις δεν μπορούν να δημοσιεύονται στο «προφίλ αγοραστή» πριν να αποσταλεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η γνωστοποίηση που ανακοινώνει τη δημοσίευσή τους με τη μορφή αυτή και πρέπει να αναφέρουν την ημερομηνία της εν λόγω αποστολής.
 
6. Οι αναθέτοντες φορείς πρέπει να εξασφαλίζουν ότι είναι σε θέση να αποδείξουν την ημερομηνία αποστολής των προκηρύξεων και γνωστοποιήσεων.
 
7. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορηγεί στον αναθέτοντα φορέα βεβαίωση της δημοσίευσης των πληροφοριών που της διαβίβασε, αναφέροντας την ημερομηνία της εν λόγω δημοσίευσης. Η βεβαίωση αυτή συνιστά απόδειξη της δημοσίευσης.
 
8. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να δημοσιεύουν σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 7, προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις για τις οποίες δεν ισχύει η υποχρέωση δημοσίευσης βάσει του παρόντος νόμου.
 
Άρθρο 111
Περιοδικές ενδεικτικές προκηρύξεις και προκηρύξεις για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής (άρθρο 41 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο, μέσω περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης, η οποία αναφέρεται στο παράρτημα XVA του Προσαρτήματος Β, και δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από τους ίδιους τους αναθέτοντες φορείς στο «προφίλ αγοραστή», όπως ορίζεται στο παράρτημα ΧΧ του Προσαρτήματος Β σημείο 2 στοιχείο β’:
α) Όταν πρόκειται για προμήθειες, την εκτιμώμενη συνολική αξία των συμβάσεων ή των συμφωνιών – πλαισίων ανά ομάδες προϊόντων, τις οποίες προτίθενται να συνάψουν κατά τους δώδεκα (12) επόμενους μήνες, εφόσον η συνολική εκτιμώμενη αξία, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΙ της παραγράφου 2 του άρθρου 23 και του άρθρου 25 του παρόντος νόμου, ισούται με ή υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.
Οι ομάδες των προϊόντων καθορίζονται από τους αναθέτοντες φορείς με παραπομπή στην ονοματολογία CPV.
β) Όταν πρόκειται για υπηρεσίες, την εκτιμώμενη συνολική αξία των συμβάσεων ή των συμφωνιών-πλαισίων για καθεμία από τις απαριθμούμενες στο Παράρτημα XVII A του Προσαρτήματος Β κατηγορίες υπηρεσιών, τις οποίες προτίθενται να συνάψουν κατά τους δώδεκα (12) επόμενους μήνες, εφόσον η εν λόγω εκτιμώμενη συνολική αξία, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΙ της παραγράφου 2 του άρθρου 23 και του άρθρου 25 του παρόντος νόμου, ισούται με ή υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.
γ) Όταν πρόκειται για έργα, τα κύρια χαρακτηριστικά των συμβάσεων έργων ή των συμφωνιών-πλαισίων που οι αναθέτοντες φορείς προτίθενται να αναθέσουν κατά τους δώδεκα (12) επόμενους μήνες, η εκτιμώμενη αξία των οποίων ισούται με ή υπερβαίνει το κατώτατο όριο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο ΙΙ της παραγράφου 2 του άρθρου 23, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 25 του παρόντος νόμου. Οι προκηρύξεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’ και β’ αποστέλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή δημοσιεύονται στο «προφίλ αγοραστή», το ταχύτερο δυνατό, μετά την έναρξη του οικονομικού έτους. Η προκήρυξη που αναφέρεται στην περίπτωση γ’ αποστέλλεται στην Επιτροπή ή δημοσιεύεται στο «προφίλ αγοραστή», το ταχύτερο, μετά την έγκριση του προγράμματος εργασιών στο οποίο εντάσσονται οι συμβάσεις έργων ή οι συμφωνίες-πλαίσιο, τις οποίες οι αναθέτοντες φορείς προτίθενται να συνάψουν. Οι αναθέτοντες φορείς που δημοσιεύουν την περιοδική ενδεικτική προκήρυξη στο «προφίλ αγοραστή» τους, διαβιβάζουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με ηλεκτρονικό τρόπο, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που προβλέπονται στο παράρτημα ΧΧ, σημείο 3 του Προσαρτήματος Β, γνωστοποίηση με την οποία ανακοινώνουν τη δημοσίευση περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης στο «προφίλ αγοραστή». Η δημοσίευση των προκηρύξεων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’ , β’ και γ’ είναι υποχρεωτική μόνον εφόσον οι αναθέτοντες φορείς έχουν επιλέξει τις συντετμημένες προθεσμίες παραλαβής των προσφορών, σύμφωνα με το άρθρο 113 παράγραφος 4 του παρόντος νόμου. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού.
 
2. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν, ιδίως, να δημοσιεύουν ή να αναθέτουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη δημοσίευση περιοδικών ενδεικτικών προκηρύξεων με αντικείμενο σημαντικά έργα, χωρίς να επαναλαμβάνουν τις πληροφορίες που έχουν ήδη περιληφθεί σε προηγούμενη περιοδική ενδεικτική προκήρυξη, εφόσον αναφέρεται ευκρινώς ότι οι προκηρύξεις αυτές είναι συμπληρωματικές.
 
3. Όταν οι αναθέτοντες φορείς επιλέγουν να εφαρμόσουν σύστημα προεπιλογής, σύμφωνα με το άρθρο 120 του παρόντος νόμου, συντάσσεται προκήρυξη, σύμφωνα με το τυποποιημένο υπόδειγμα προκήρυξης, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΧΙV του Προσαρτήματος Β, η οποία αναφέρει τον σκοπό, τον οποίο εξυπηρετεί το σύστημα προεπιλογής, και τις λεπτομέρειες της πρόσβασης στους κανόνες που το διέπουν. Όταν το σύστημα έχει διάρκεια άνω των τριών (3) ετών, η προκήρυξη πρέπει να δημοσιεύεται ετησίως. Όταν το σύστημα έχει μικρότερη διάρκεια, αρκεί η αρχική προκήρυξη.
 
Άρθρο 112
Γνωστοποιήσεις για συμβάσεις που έχουν συναφθεί (άρθρο 43 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι έχουν συνάψει σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο, αποστέλλουν τη γνωστοποίηση που αφορά στις συναφθείσες συμβάσεις, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα XV! του Προσαρτήματος Β. Η γνωστοποίηση αυτή αποστέλλεται υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 67 της με αριθμό 2004/17/ΕΚ οδηγίας, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ανάθεση της σύμβασης ή τη σύναψη της συμφωνίας- πλαισίου. Στην περίπτωση συμφωνιών-πλαισίων που συνάπτονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 108, οι αναθέτοντες φορείς απαλλάσσονται από την αποστολή γνωστοποίησης των αποτελεσμάτων της ανάθεσης για κάθε σύμβαση που βασίζεται στη συμφωνία-πλαίσιο. Οι αναθέτοντες φορείς αποστέλλουν τη γνωστοποίηση με τα αποτελέσματα της σύναψης των συμβάσεων που βασίζονται σε δυναμικό σύστημα αγορών, το αργότερο δύο (2) μήνες μετά τη σύναψη κάθε σύμβασης. Μπορούν, ωστόσο, να συγκεντρώνουν τις προκηρύξεις αυτές σε τριμηνιαία βάση. Σε αυτή την περίπτωση, αποστέλλουν τις συγκεντρωμένες γνωστοποιήσεις εντός δύο (2) μηνών το αργότερο μετά τη λήξη εκάστου τριμήνου.
 
2. Οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα XVI του Προσαρτήματος Β και προορίζονται να δημοσιευθούν, δημοσιεύονται σύμφωνα με το παράρτημα ΧΧ του Προσαρτήματος Β. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σέβεται τον ευαίσθητο εμπορικό χαρακτήρα που τυχόν επικαλούνται οι αναθέτοντες φορείς κατά τη διαβίβαση αυτών των πληροφοριών σχετικά με τον αριθμό των υποβληθεισών προσφορών, την ταυτότητα των οικονομικών φορέων και τις τιμές.
 
3. Όταν οι αναθέτοντες φορείς συνάπτουν σύμβαση υπηρεσιών έρευνας και ανάπτυξης (Σύμβαση Ερ. και Αν.) με διαδικασία χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 105, μπορούν να περιορίζουν τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα XVI του Προσαρτήματος Β, σχετικά με τη φύση και την ποσότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών στην ένδειξη «υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης». Όταν οι αναθέτοντες φορείς συνάπτουν σύμβαση έρευνας και ανάπτυξης, η οποία δεν μπορεί να συναφθεί με διαδικασία χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 105, μπορούν να περιορίζουν τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα XVI του Προσαρτήματος Β, σχετικά με τη φύση και την ποσότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για λόγους εμπορικού απορρήτου. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αναθέτοντες φορείς μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες που δημοσιεύονται σχετικά με αυτή την παράγραφο να είναι τουλάχιστον εξίσου λεπτομερείς με εκείνες που περιλαμβάνονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, η οποία έχει δημοσιευθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 110. Όταν εφαρμόζουν σύστημα προεπιλογής, οι αναθέτοντες φορείς μεριμνούν, στις περιπτώσεις αυτές, ώστε οι εν λόγω πληροφορίες να είναι τουλάχιστον εξίσου λεπτομερείς με την κατηγορία που ορίζεται στο μητρώο των προεπιλεγμένων παρόχων υπηρεσιών, το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 120 του παρόντος νόμου.
 
4. Στις περιπτώσεις των συμβάσεων που συνάπτονται για υπηρεσίες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα XVII B του Προσαρτήματος Β, οι αναθέτοντες φορείς αναφέρουν στην προκήρυξη εάν δέχονται τη δημοσίευσή τους.
 
5. Οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα XVI του Προσαρτήματος Β, και δηλώνονται ως μη δημοσιεύσιμες, δημοσιεύονται μόνο σε απλουστευμένη μορφή, και σύμφωνα με το παράρτημα ΧΧ του Προσαρτήματος Β για στατιστικούς λόγους.
 
Άρθρο 113
Προθεσμίες παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής και παραλαβής των προσφορών (άρθρο 45 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Κατά τον καθορισμό των προθεσμιών παραλαβής των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής, οι αναθέτοντες φορείς λαμβάνουν υπόψη ιδίως το πολύπλοκο της σύμβασης και το χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία των προσφορών, με την επιφύλαξη των ελάχιστων προθεσμιών που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.
 
2. Στις ανοικτές διαδικασίες, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών είναι πενήντα δύο (52) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης.
 
3. Στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση έπειτα από προκήρυξη διαγωνισμού, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α) Η προθεσμία για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής, έπειτα από προκήρυξη που δημοσιεύθηκε δυνάμει της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 109 ή πρόσκληση από αναθέτοντα φορέα, δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 115 του παρόντος νόμου, ορίζεται, κατά γενικό κανόνα, σε τριάντα επτά (37) τουλάχιστον ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης ή της πρόσκλησης και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από είκοσι δύο (22) ημέρες, αν η προκήρυξη αποστέλλεται για δημοσίευση με άλλα μέσα, εκτός των ηλεκτρονικών ή της τηλεομοιοτυπίας και σε δεκαπέντε (15) ημέρες τουλάχιστον, αν η προκήρυξη αποστέλλεται με αυτά τα μέσα.
β) Η προθεσμία παραλαβής των προσφορών μπορεί να ορίζεται με κοινή συμφωνία μεταξύ του αναθέτοντος φορέα και των υποψηφίων που έχουν επιλεγεί, εφόσον παρέχεται σε όλους τους υποψηφίους ίσος χρόνος για την κατάρτιση και την υποβολή των προσφορών τους.
γ) Όταν δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με την προθεσμία παραλαβής των προσφορών, ο αναθέτων φορέας ορίζει προθεσμία η οποία, κατά γενικό κανόνα, ανέρχεται σε είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ημέρες, σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες, από την ημερομηνία της πρόσκλησης για υποβολή προσφοράς.
 
4. Αν οι αναθέτοντες φορείς που έχουν δημοσιεύσει περιοδική ενδεικτική προκήρυξη, όπως ορίζει η παράγραφος 1 του άρθρου 111, που αναφέρεται στο παράρτημα ΧΧ του Προσαρτήματος Β, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών στις ανοικτές διαδικασίες είναι, κατά γενικό κανόνα, τριάντα έξι (36) ημέρες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από είκοσι δύο (22) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης. Οι συντετμημένες αυτές προθεσμίες είναι αποδεκτές, υπό την προϋπόθεση ότι η περιοδική ενδεικτική προκήρυξη περιλαμβάνει, εκτός από τις πληροφορίες που απαιτεί το παράρτημα XV A μέρος Ι του Προσαρτήματος Β, όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται από το παράρτημα XV Α μέρος ΙΙ του Προσαρτήματος Β, εφόσον αυτές υπάρχουν κατά τη δημοσίευση της προκήρυξης, και ότι η προκήρυξη έχει αποσταλεί προς δημοσίευση μεταξύ ενός ελάχιστου διαστήματος πενήντα δύο (52) ημερών και ενός μέγιστου διαστήματος δώδεκα (12) μηνών πριν από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης του διαγωνισμού, που προβλέπεται από την περίπτωση γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 109.
 
5. Όταν οι προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις καταρτίζονται και αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τη μορφή και τις λεπτομέρειες διαβίβασης που αναφέρονται στο παράρτημα ΧΧ σημείο 3 του Προσαρτήματος Β, οι προθεσμίες παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση και παραλαβής των προσφορών στις ανοικτές διαδικασίες, μπορούν να συντέμνονται κατά επτά (7) ημέρες.
 
6. Η προθεσμία μπορεί να συντέμνεται κατά πέντε (5) ακόμη ημέρες για την παραλαβή των προσφορών στις ανοικτές διαδικασίες, τις κλειστές διαδικασίες και τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, εκτός αν έχει ορισθεί προθεσμία με κοινή συμφωνία, βάσει της περίπτωσης β’ της παραγράφου 3, εφόσον ο αναθέτων φορέας παρέχει απρόσκοπτη και πλήρη απευθείας πρόσβαση με ηλεκτρονικά μέσα στη συγγραφή υποχρεώσεων και σε κάθε έγγραφο του διαγωνισμού, ήδη από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης που χρησιμοποιείται ως μέσο έναρξης του διαγωνισμού, σύμφωνα με το παράρτημα ΧΧ του Προσαρτήματος Β. Η προκήρυξη πρέπει να αναφέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση, στην οποία διατίθεται η εν λόγω τεκμηρίωση.
 
7. Στις ανοικτές διαδικασίες, το σωρευτικό αποτέλεσμα των συντμήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 4, 5 και 6, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να καταλήγει σε προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης του διαγωνισμού. Ωστόσο, όταν η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν αποστέλλεται με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικό μέσο, το σωρευτικό αποτέλεσμα των συντμήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 4, 5 και 6, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να καταλήγει σε προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών μικρότερη από είκοσι δύο (22) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης του διαγωνισμού.
 
8. Το σωρευτικό αποτέλεσμα των συντμήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 4, 5 και 6, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να καταλήγει σε προθεσμία, για την παραλαβή της αίτησης συμμετοχής, μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης διαγωνισμού ή της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, έπειτα από προκήρυξη που δημοσιεύθηκε δυνάμει της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 19, ή πρόσκληση των αναθετόντων φορέων δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 115 του παρόντος νόμου. Στις κλειστές διαδικασίες και τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, το σωρευτικό αποτέλεσμα των συντμήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 4, 5 και 6, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, εκτός αν έχει ορισθεί προθεσμία με κοινή συμφωνία βάσει της περίπτωσης β’ της παραγράφου 3 να καταλήγει σε προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών μικρότερη από δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης υποβολής προσφορών.
 
9. Όταν, για οποιοδήποτε λόγο, τα έγγραφα του διαγωνισμού και τα συμπληρωματικά έγγραφα ή πληροφορίες, μολονότι ζητήθηκαν σε εύθετο χρόνο, δεν παρασχέθηκαν εντός των προθεσμιών που ορίζονται στα άρθρα 114 και115 ή αν οι προσφορές δεν μπορούν να καταρτισθούν παρά μόνο έπειτα από επιτόπια επίσκεψη ή επιτόπου εξέταση των εγγράφων που προσαρτώνται στην προκήρυξη ή συγγραφή υποχρεώσεων, η προθεσμία παραλαβής των προσφορών παρατείνεται, εκτός αν πρόκειται για προθεσμία που έχει ορισθεί με κοινή συμφωνία βάσει της περίπτωσης β’ της παραγράφου 3, ώστε όλοι οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς να είναι ενήμεροι όλων των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την κατάρτιση των προσφορών.
 
10. Στο παράρτημα ΧΧΙΙ του Προσαρτήματος Β, παρατίθεται ανακεφαλαιωτικός πίνακας των προθεσμιών που ορίζονται στο παρόν άρθρο.
 
Άρθρο 114
Ανοικτές διαδικασίες: έγγραφα του διαγωνισμού και συμπληρωματικές πληροφορίες (άρθρο 46 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Στις ανοικτές διαδικασίες, όταν οι αναθέτοντες φορείς δεν προσφέρουν, με ηλεκτρονικό μέσο και σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 113, απρόσκοπτη, πλήρη και, άμεση πρόσβαση στο κείμενο της συγγραφής υποχρεώσεων και εν γένει σε όλα τα έγγραφα του διαγωνισμού, αυτά αποστέλλονται στους οικονομικούς φορείς εντός έξι (6) ημερών από την παραλαβή της αίτησης, εφόσον αυτή έχει υποβληθεί εμπροθέσμως πριν από την λήξη της προθεσμίας υποβολής των προσφορών.
 
2. Με την προϋπόθεση ότι έχουν ζητηθεί εμπρόθεσμα, οι συμπληρωματικές πληροφορίες για τη συγγραφή υποχρεώσεων παρέχονται από τους αναθέτοντες φορείς ή τις αρμόδιες υπηρεσίες έξι (6) ημέρες το αργότερο πριν από τη λήξη της προθεσμίας παραλαβής των προσφορών.
 
Άρθρο 115
Προσκλήσεις υποβολής προσφορών ή διαπραγμάτευσης (άρθρο 47 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης, οι αναθέτοντες φορείς καλούν ταυτοχρόνως και εγγράφως τους επιλεγέντες υποψηφίους να υποβάλλουν τις προσφορές τους ή να συμμετάσχουν σε διαπραγμάτευση. Η πρόσκληση προς τους υποψηφίους περιλαμβάνει είτε ένα αντίτυπο της συγγραφής υποχρεώσεων και εν γένει όλων των εγγράφων του διαγωνισμού είτε αναφορά στον τρόπο πρόσβασης στα έγγραφα που αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση, όταν τίθενται σε άμεση διάθεση με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 113 του παρόντος νόμου.
 
2. Όταν φορέας άλλος από τον αναθέτοντα που είναι υπεύθυνος για τη διαδικασία ανάθεσης έχει στη διάθεσή του τη συγγραφή υποχρεώσεων ή/και τυχόν συμπληρωματικά έγγραφα, η πρόσκληση διευκρινίζει τη διεύθυνση της υπηρεσίας, από την οποία μπορούν να ζητούνται η συγγραφή υποχρεώσεων και τα εν λόγω έγγραφα και, ενδεχομένως, την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της αίτησης αυτής, καθώς και το ύψος και τους τρόπους πληρωμής του ποσού που πρέπει να καταβληθεί για την απόκτηση των εν λόγω εγγράφων. Οι αρμόδιες υπηρεσίες αποστέλλουν τα έγγραφα αυτά στους οικονομικούς φορείς αμέσως μετά την παραλαβή της αίτησής τους.
 
3. Οι συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τη συγγραφή υποχρεώσεων ή τα συμπληρωματικά έγγραφα, γνωστοποιούνται από τους αναθέτοντες φορείς ή τις αρμόδιες υπηρεσίες, το αργότερο έξι (6) ημέρες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που έχει ορισθεί για την παραλαβή των προσφορών, εφόσον έχουν ζητηθεί εμπρόθεσμα.
 
4. Επιπλέον, η πρόσκληση περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:
α) Κατά περίπτωση, τη λήξη της προθεσμίας για την αίτηση συμπληρωματικών εγγράφων, καθώς και το ποσό και τον τρόπο πληρωμής του ποσού που πρέπει, ενδεχομένως, να καταβληθεί για τη λήψη των εγγράφων.
β) Την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας παραλαβής των προσφορών, τη διεύθυνση στην οποία πρέπει να διαβιβασθούν και τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες πρέπει να συνταχθούν.
γ) Τα στοιχεία κάθε προκήρυξης διαγωνισμού που έχει δημοσιευθεί ήδη.
δ) Μνεία των εγγράφων που πρέπει ενδεχομένως να επισυναφθούν.
ε) Τα κριτήρια ανάθεσης της σύμβασης, όταν δεν περιλαμβάνονται στην προκήρυξη για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής που χρησιμεύει ως μέσο έναρξης διαγωνισμού.
στ) Τη βαρύτητα (σχετική στάθμιση) των κριτηρίων ανάθεσης της σύμβασης ή, ενδεχομένως, τη φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας αυτών των κριτηρίων, σε περίπτωση που δεν περιλαμβάνονται στην προκήρυξη διαγωνισμού, στην προκήρυξη για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής ή στη συγγραφή υποχρεώσεων.
 
3. Όταν η έναρξη διαγωνισμού πραγματοποιείται με περιοδική ενδεικτική προκήρυξη, οι αναθέτοντες φορείς καλούν εκ των υστέρων όλους τους υποψηφίους να επιβεβαιώσουν το ενδιαφέρον τους βάσει λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με την εν λόγω σύμβαση, πριν να αρχίσει η επιλογή των προσφερόντων ή των συμμετεχόντων σε διαπραγμάτευση.
Η πρόσκληση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) Φύση και ποσότητα, συμπεριλαμβανομένων όλων των δικαιωμάτων προαιρέσεως για συμπληρωματικές συμβάσεις και, εφόσον αυτό είναι δυνατό, την εκτιμώμενη προθεσμία που τάσσεται για την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων προαιρέσεως. Αν πρόκειται για ανανεώσιμες συμβάσεις, φύση και ποσότητα, και, εφόσον αυτό είναι δυνατό, την κατά προσέγγιση προθεσμία δημοσίευσης μεταγενέστερων προκηρύξεων διαγωνισμών για έργα, προμήθειες ή υπηρεσίες που προκηρύσσονται.
β) Χαρακτήρα της διαδικασίας: κλειστή ή με διαπραγμάτευση.
γ) Ενδεχομένως, ημερομηνία έναρξης ή ολοκλήρωσης της παράδοσης των προμηθειών της εκτέλεσης των έργων ή της παροχής των υπηρεσιών.
δ) Διεύθυνση και ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για την κατάθεση των αιτήσεων των ενδιαφερομένων να λάβουν πρόσκληση για υποβολή προσφοράς, καθώς και γλώσσα ή γλώσσες, στις οποίες πρέπει να συντάσσονται.
ε) Διεύθυνση του αναθέτοντος φορέα που πρέπει να συνάψει τη σύμβαση και να παράσχει τις απαιτούμενες πληροφορίες στους ενδιαφερομένους να λάβουν τη συγγραφή υποχρεώσεων και άλλα έγγραφα.
στ) Όρους οικονομικού και τεχνικού χαρακτήρα, χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και πληροφορίες που απαιτούνται από τους οικονομικούς φορείς.
ζ) Ύψος και λεπτομέρειες καταβολής οποιουδήποτε ποσού, το οποίο απαιτείται για τη λήψη των εγγράφων της σύμβασης.
η) Είδος της σύμβασης που αποτελεί αντικείμενο της πρόσκλησης υποβολής προσφορών: αγορά, χρηματοδοτική μίσθωση, μίσθωση ή μίσθωση-πώληση ή συνδυασμό των ανωτέρω συμβάσεων, και
θ) Κριτήρια ανάθεσης της σύμβασης και στάθμιση αυτών ή, ενδεχομένως, τα κριτήρια αυτά κατά σειρά σπουδαιότητας, σε περίπτωση που δεν περιλαμβάνονται στην ενδεικτική προκήρυξη ή στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην πρόσκληση προς υποβολή προσφορών ή προς διαπραγμάτευση.
 
Άρθρο 116
Ενημέρωση των αιτούντων προεπιλογή, των υποψηφίων και των προσφερόντων (άρθρο 49 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς ενημερώνουν, το συντομότερο δυνατό, τους συμμετέχοντες οικονομικούς φορείς σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνουν για τη σύναψη συμφωνίας-πλαισίου ή την ανάθεση της σύμβασης ή την ένταξη σε δυναμικό σύστημα αγορών, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για τους οποίους αποφάσισαν να μη συνάψουν συμφωνία-πλαίσιο ή να μην αναθέσουν σύμβαση, για την οποία υπήρξε διαγωνισμός, ή να αρχίσουν νέα διαδικασία ή να μην εφαρμόσουν δυναμικό σύστημα αγορών. Οι σχετικές πληροφορίες παρέχονται γραπτώς, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση, στους αναθέτοντες φορείς.
 
2. Κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου μέρους, οι αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν, το συντομότερο δυνατό:
α) σε κάθε απορριφθέντα υποψήφιο τους λόγους απόρριψης της υποψηφιότητάς του,
β) σε κάθε απορριφθέντα προσφέροντα τους λόγους απόρριψης της προσφοράς του, στις δε περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 40, αιτιολογούν και την απόφασή τους για τη μη ισοδυναμία ή την απόφασή τους ότι τα έργα, οι προμήθειες ή οι υπηρεσίες δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις περί απόδοσης ή λειτουργίας και
γ) σε κάθε προσφέροντα που έχει υποβάλει παραδεκτή προσφορά, τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, καθώς και το όνομα του αναδόχου ή των συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία-πλαίσιο.
Οι σχετικές προθεσμίες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπερβαίνουν τις δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή της γραπτής αίτησης. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να μη γνωστοποιήσουν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την ανάθεση της σύμβασης ή τη σύναψη της συμφωνίας-πλαισίου ή την ένταξη σε δυναμικό σύστημα αγορών, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφόσον η κοινολόγηση θα αποτελούσε εμπόδιο για την εφαρμογή των κείμενων διατάξεων ή θα ήταν αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον ή θα έθιγε νόμιμα εμπορικά συμφέροντα δημόσιων ή ιδιωτικών οικονομικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του οικονομικού φορέα, στον οποίο ανατέθηκε η σύμβαση ή θα μπορούσε να θίξει τις συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ οικονομικών φορέων.
 
3. Οι αναθέτοντες φορείς που θεσπίζουν και διαχειρίζονται σύστημα προεπιλογής ενημερώνουν τους αιτούντες ως προς την απόφαση που λαμβάνουν σχετικά με την προεπιλογή εντός εύλογης προθεσμίας.
Αν για την απόφαση σχετικά με την προεπιλογή, απαιτείται διάστημα άνω του εξαμήνου από την κατάθεση της αίτησης προεπιλογής, ο αναθέτων φορέας γνωστοποιεί στον αιτούντα, μέσα σε δύο (2) μήνες από την κατάθεση αυτή, τους λόγους που δικαιολογούν την παράταση της προθεσμίας και την ημερομηνία κατά την οποία θα γίνει δεκτή ή θα απορριφθεί η αίτησή του.
 
4. Οι αιτούντες αίτηση προεπιλογής των οποίων απορρίπτεται, ενημερώνονται, το συντομότερο δυνατόν, και, σε κάθε περίπτωση, εντός δεκαπέντε (15) ημερών το αργότερο από την ημερομηνία της απόφασης, ως προς την απόφαση αυτή και ως προς τους λόγους απόρριψης της αίτησής τους. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να βασίζονται στα κριτήρια προεπιλογής, που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 120.
 
5. Οι αναθέτοντες φορείς που θεσπίζουν και διαχειρίζονται σύστημα προεπιλογής περατώνουν τη διαδικασία προεπιλογής ενός οικονομικού φορέα μόνο για λόγους που στηρίζονται στα κριτήρια προεπιλογής, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 120. Η πρόθεση περάτωσης της διαδικασίας προεπιλογής κοινοποιείται εκ των προτέρων γραπτώς στον οικονομικό φορέα, τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από την ημερομηνία που προβλέπεται για την περάτωση της διαδικασίας προεπιλογής, με μνεία του λόγου ή των λόγων που οδήγησαν σε αυτήν.
 
Άρθρο 117
Πληροφορίες που διατηρούνται για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί (άρθρο 50 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς διατηρούν, για κάθε σύμβαση, τις κατάλληλες πληροφορίες που τους επιτρέπουν, σε μεταγενέστερη φάση, να αιτιολογήσουν τις αποφάσεις τους σχετικά με:
 
α) Την προεπιλογή και την επιλογή οικονομικών φορέων και την ανάθεση των συμβάσεων.
β) Την εφαρμογή διαδικασιών, χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 105.
γ) Τη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 32,105 έως 107 και 109 έως 116, δυνάμει των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 96 έως 102, την υποπαράγραφο II της παραγράφου 2 του άρθρου 23, στα άρθρα 25 έως 28 και104.
Οι αναθέτοντες φορείς λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την τεκμηρίωση της διεξαγωγής των διαδικασιών ανάθεσης που διεξάγονται με ηλεκτρονικά μέσα.
 
2. Οι πληροφορίες αυτές διατηρούνται επί τέσσερα (4) τουλάχιστον έτη από την ημερομηνία ανάθεσης της σύμβασης, ώστε, κατά την περίοδο αυτή, ο αναθέτων φορέας να είναι σε θέση να παρέχει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή την Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15, κατόπιν αιτήσεώς τους, τις απαραίτητες πληροφορίες.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
 
Άρθρο 118
Γενικές διατάξεις (άρθρο 51 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Για τους σκοπούς της επιλογής των συμμετεχόντων στις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων:
α) Οι αναθέτοντες φορείς που έχουν θεσπίσει κανόνες και κριτήρια αποκλεισμού των προσφερόντων ή των υποψηφίων, σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2, 4 του άρθρου 121, αποκλείουν τους οικονομικούς φορείς που ανταποκρίνονται στους εν λόγω κανόνες και κριτήρια.
β) Επιλέγουν τους προσφέροντες και τους υποψηφίους, σύμφωνα με τους αντικειμενικούς κανόνες και κριτήρια που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 121.
γ) Στις κλειστές και με διαπραγμάτευση διαδικασίες με προκήρυξη διαγωνισμού, περιορίζουν, ενδεχομένως, τον αριθμό των επιλεγέντων δυνάμει των ανωτέρω περιπτώσεων α’ και β’ υποψηφίων, σύμφωνα με το άρθρο 121.
 
2. Όταν η έναρξη του διαγωνισμού πραγματοποιείται με προκήρυξη για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής και ενόψει της επιλογής των συμμετεχόντων σε διαδικασίες σύναψης συμβάσεων για ειδικές συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο της προκήρυξης του διαγωνισμού, οι αναθέτοντες φορείς:
α) Επιλέγουν τους οικονομικούς φορείς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 120.
β) Εφαρμόζουν τις διατάξεις της παραγράφου 1 που αφορούν στις κλειστές ή με διαπραγμάτευση διαδικασίες στους εν λόγω οικονομικούς φορείς.
 
3. Οι αναθέτοντες φορείς ελέγχουν τη συμβατότητα των προσφορών που έχουν υποβάλει οι επιλεγμένοι προσφέροντες προς τους κανόνες και τις απαιτήσεις που ισχύουν για τις προσφορές και αναθέτουν τη σύμβαση βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στα άρθρα 43 και 44.
 
Άρθρο 119
Αμοιβαία αναγνώριση όσον αφορά τους διοικητικούς, τεχνικούς ή χρηματοοικονομικούς όρους, καθώς και τα πιστοποιητικά, τις δοκιμές και τα αποδεικτικά στοιχεία (άρθρο 52 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν, όταν επιλέγουν τους συμμετέχοντες σε μια διαδικασία κλειστή ή με διαπραγμάτευση, κατά τη λήψη της απόφασής τους για την προεπιλογή ή κατά την αναπροσαρμογή των κριτηρίων και των κανόνων προεπιλογής:
α) Να επιβάλουν διοικητικούς, τεχνικούς ή χρηματοοικονομικούς όρους σε ορισμένους οικονομικούς φορείς, εφόσον δεν θα τους επέβαλαν σε άλλους.
β) Να απαιτούν δοκιμές ή αποδεικτικά στοιχεία για θέματα, ως προς τα οποία υπάρχουν ήδη αντικειμενικές αποδείξεις.
 
2. Όταν ζητούν την υποβολή πιστοποιητικών που συντάσσονται από ανεξάρτητους οργανισμούς, με τα οποία βεβαιώνεται ότι ο οικονομικός φορέας τηρεί ορισμένα πρότυπα ποιοτικής εξασφάλισης, οι αναθέτοντες φορείς παραπέμπουν σε συστήματα ποιοτικής εξασφάλισης που βασίζονται στις σχετικές σειρές ευρωπαϊκών προτύπων και πιστοποιούνται από οργανισμούς που ακολουθούν τις σειρές ευρωπαϊκών προτύπων πιστοποίησης. Οι αναθέτοντες φορείς αναγνωρίζουν ισοδύναμα πιστοποιητικά από οργανισμούς που εδρεύουν στα άλλα κράτη – μέλη. Αποδέχονται επίσης και άλλα αποδεικτικά στοιχεία για ισοδύναμα μέτρα διασφάλισης της ποιότητας εκ μέρους των οικονομικών φορέων.
 
3. Για τις συμβάσεις έργων και υπηρεσιών και μόνο σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις, οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να ζητούν, προκειμένου να ελέγχουν την τεχνική ικανότητα του οικονομικού φορέα, την αναφορά μέτρων περιβαλλοντικής διαχείρισης που ενδέχεται να εφαρμόσει ο οικονομικός φορέας κατά την εκτέλεση της σύμβασης. Στις περιπτώσεις αυτές, όταν οι αναθέτοντες φορείς ζητούν την υποβολή πιστοποιητικών που συντάσσονται από ανεξάρτητους οργανισμούς, με τα οποία βεβαιώνεται ότι ο οικονομικός φορέας τηρεί ορισμένα πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης, παραπέμπουν στο EMAS ή στα πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης που βασίζονται στα σχετικά ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα και πιστοποιούνται από οργανισμούς που τηρούν την κοινοτική νομοθεσία ή τα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα τα οποία αφορούν την πιστοποίηση. Οι αναθέτοντες φορείς αναγνωρίζουν ισοδύναμα πιστοποιητικά από οργανισμούς που εδρεύουν σε άλλα κράτη – μέλη. Επίσης, κάνουν δεκτά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία για ισοδύναμα μέτρα περιβαλλοντικής διαχείρισης εκ μέρους των οικονομικών φορέων.
 
Άρθρο 120
Συστήματα προεπιλογής (άρθρο 53 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να θεσπίζουν και να διαχειρίζονται σύστημα προεπιλογής των οικονομικών φορέων. Οι φορείς, οι οποίοι θεσπίζουν ή διαχειρίζονται ένα σύστημα προεπιλογής, εξασφαλίζουν τη δυνατότητα των οικονομικών φορέων να υποβάλλουν, ανά πάσα στιγμή, αίτηση για προεπιλογή.
 
2. Το σύστημα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μπορεί να περιλαμβάνει διάφορα στάδια προεπιλογής. Η διαχείρισή του πρέπει να γίνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και κανόνων προεπιλογής που ορίζονται από τον αναθέτοντα φορέα. Όταν τα εν λόγω κριτήρια και κανόνες περιέχουν τεχνικές προδιαγραφές, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 40 του παρόντος νόμου. Τα κριτήρια και οι κανόνες είναι δυνατό να αναπροσαρμόζονται, αν παρίσταται ανάγκη.
 
3. Τα κριτήρια και κανόνες προεπιλογής που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορούν να περιλαμβάνουν τα κριτήρια αποκλεισμού που απαριθμούνται στο άρθρο 68 για τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σχετικά. Όταν ένας αναθέτων φορέας είναι αναθέτουσα αρχή, κατά την έννοια του άρθρου 18, τα εν λόγω κριτήρια και οι κανόνες περιλαμβάνουν τα κριτήρια αποκλεισμού που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68.
 
4. Όταν τα κριτήρια και οι κανόνες προεπιλογής που αναφέρονται στην παράγραφο 2 περιλαμβάνουν απαιτήσεις σχετικά με τη χρηματοοικονομική ικανότητα του οικονομικού φορέα, τότε αυτός ο οικονομικός φορέας μπορεί, ενδεχομένως, να κάνει χρήση των ικανοτήτων άλλων φορέων, ανεξαρτήτως της νομικής φύσης των υφιστάμενων σχέσεων μεταξύ αυτού και των εν λόγω φορέων. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στον αναθέτοντα φορέα ότι θα διαθέτει τα μέσα αυτά καθ’ όλη την περίοδο ισχύος του συστήματος προεπιλογής, όπως με την παρουσίαση σχετικών εγγυήσεων εκ μέρους των εν λόγω φορέων. Υπό τους ίδιους όρους, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων που αναφέρεται στο άρθρο 33 μπορεί να επικαλείται την ικανότητα των συμμετεχόντων στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.
 
5. Όταν τα κριτήρια και οι κανόνες προεπιλογής που αναφέρονται στην παράγραφο 2 περιλαμβάνουν απαιτήσεις σχετικά με τις τεχνικές και/ή επαγγελματικές ικανότητες του οικονομικού φορέα, αυτός μπορεί, ενδεχομένως, να κάνει χρήση της ικανότητας άλλων φορέων, ανεξαρτήτως της νομικής φύσης των υφιστάμενων σχέσεων μεταξύ αυτού και των εν λόγω φορέων. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στον αναθέτοντα φορέα ότι θα διαθέτει τα μέσα αυτά καθ’ όλη την περίοδο ισχύος του συστήματος προεπιλογής, όπως με την παρουσίαση εγγυήσεων εκ μέρους των εν λόγω φορέων ότι θα διαθέσουν στον οικονομικό φορέα τα απαραίτητα μέσα. Υπό τους ίδιους όρους, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων που αναφέρεται στο άρθρο 33, μπορεί να επικαλείται την ικανότητα των συμμετεχόντων στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.
 
6. Τα κριτήρια και οι κανόνες προεπιλογής που αναφέρονται στην παράγραφο 2 παρέχονται, μετά από αίτησή τους, στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς. Η αναπροσαρμογή αυτών των κριτηρίων και κανόνων ανακοινώνεται στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς. Αν ένας αναθέτων φορέας κρίνει ότι το σύστημα προεπιλογής ορισμένων τρίτων φορέων ή οργανισμών ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του, ανακοινώνει στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς τις επωνυμίες των εν λόγω τρίτων φορέων ή οργανισμών.
 
7. Τηρείται μητρώο των προεπιλεγέντων οικονομικών φορέων. Το μητρώο αυτό μπορεί να χωρίζεται σε κατηγορίες ανάλογα με τα είδη των συμβάσεων για τις οποίες ισχύει η προεπιλογή.
 
8. Οι αναθέτοντες φορείς, όταν θεσπίζουν και διαχειρίζονται σύστημα προεπιλογής, τηρούν ιδίως τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 111 σχετικά με τις προκηρύξεις για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής, των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 116 σχετικά με την ενημέρωση των οικονομικών φορέων που έχουν ζητήσει προεπιλογή, του άρθρου 118 σχετικά με την επιλογή συμμετεχόντων, όταν η προκήρυξη του διαγωνισμού πραγματοποιείται με προκήρυξη για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής και, τις διατάξεις του άρθρου 119 σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση όσον αφορά τους διοικητικούς, τεχνικούς ή χρηματοοικονομικούς όρους, καθώς και τα πιστοποιητικά, τις δοκιμές και τα αποδεικτικά στοιχεία.
 
9. Όταν η έναρξη του διαγωνισμού γίνεται με προκήρυξη για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής, οι προσφέροντες σε κλειστή διαδικασία ή οι συμμετέχοντες σε διαδικασία με διαπραγμάτευση επιλέγονται μεταξύ των υποψηφίων που έχουν προεπιλεγεί βάσει ενός τέτοιου συστήματος.
 
Άρθρο 121
Κριτήρια ποιοτικής επιλογής (άρθρο 54 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς που ορίζουν τα κριτήρια επιλογής σε ανοικτή διαδικασία, ενεργούν σύμφωνα με αντικειμενικούς κανόνες και κριτήρια που είναι στη διάθεση των ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων.
 
2. Οι αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι επιλέγουν τους υποψηφίους για κλειστή διαδικασία ή για διαδικασία με διαπραγμάτευση, προβαίνουν στην επιλογή σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια και τους κανόνες που έχουν ορίσει και τα οποία είναι στη διάθεση των ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων.
 
3. Στις κλειστές διαδικασίες ή στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, τα κριτήρια είναι δυνατόν να βασίζονται στην αντικειμενική ανάγκη του αναθέτοντος φορέα να μειώσει τον αριθμό των υποψηφίων στο επίπεδο που επιβάλλει η εξισορρόπηση μεταξύ των ειδικών χαρακτηριστικών της διαδικασίας σύναψης σύμβασης και των μέσων που απαιτούνται για τη διεξαγωγή της. Ο αριθμός των επιλεγέντων υποψηφίων πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης επαρκούς ανταγωνισμού.
 
4. Τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 μπορούν να περιλαμβάνουν τα κριτήρια αποκλεισμού που απαριθμούνται στο άρθρο 68 για τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σχετικά. Όταν ο αναθέτων φορέας είναι αναθέτουσα αρχή, κατά την έννοια του άρθρου 18, τα κριτήρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος περιλαμβάνουν τα κριτήρια αποκλεισμού που απαριθμούνται στο άρθρο 68.
 
5. Όταν τα κριτήρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 περιλαμβάνουν απαιτήσεις σχετικά με τη χρηματοοικονομική ικανότητα του οικονομικού φορέα, τότε ο οικονομικός φορέας μπορεί, κάθε φορά που αυτό ενδείκνυται και για δεδομένη σύμβαση, να κάνει χρήση της ικανότητας άλλων φορέων, ανεξαρτήτως της νομικής φύσης των υφιστάμενων σχέσεων μεταξύ αυτού και των εν λόγω φορέων. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στον αναθέτοντα φορέα ότι διαθέτει τα απαραίτητα μέσα, όπως με την παρουσίαση σχετικών εγγυήσεων εκ μέρους των εν λόγω φορέων. Υπό τους ίδιους όρους, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων που αναφέρεται στο άρθρο 33, μπορεί να επικαλείται την ικανότητα των συμμετεχόντων στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.
 
6. Όταν τα κριτήρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 περιλαμβάνουν απαιτήσεις σχετικά με τις τεχνικές ή επαγγελματικές ικανότητες του οικονομικού φορέα, τότε ο οικονομικός φορέας μπορεί, κάθε φορά που αυτό ενδείκνυται και για δεδομένη σύμβαση, να κάνει χρήση της ικανότητας άλλων φορέων, ανεξαρτήτως της νομικής φύσης των σχέσεων μεταξύ αυτού και των εν λόγω φορέων. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αποδεικνύει στον αναθέτοντα φορέα ότι διαθέτει, για την εκτέλεση της σύμβασης, τα απαραίτητα μέσα, όπως με την παροχή εγγυήσεων εκ μέρους των εν λόγω φορέων ότι θα διαθέσουν στον οικονομικό φορέα τα απαραίτητα μέσα. Υπό τους ίδιους όρους, μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων που αναφέρεται στο άρθρο 33, μπορεί να επικαλείται την ικανότητα των συμμετεχόντων στις κοινοπραξίες ή άλλων φορέων.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΥΝ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΑΥΤΕΣ
 
Άρθρο 122
Προσφορές που περιέχουν προϊόντα, καταγωγής τρίτων χωρών (άρθρο 58 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Το παρόν άρθρο ισχύει για τις προσφορές που περιέχουν προϊόντα, καταγωγής τρίτων χωρών, με τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει συνάψει, σε πολυμερή ή διμερή πλαίσια, συμφωνία που να εξασφαλίζει αντίστοιχη και ουσιαστική πρόσβαση των κοινοτικών επιχειρήσεων στις αγορές των εν λόγω τρίτων χωρών. Εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ελλάδας έναντι τρίτων χωρών.
 
2. Κάθε προσφορά που υποβάλλεται για την ανάθεση σύμβασης προμηθειών μπορεί να απορρίπτεται, αν το μέρος των προϊόντων, καταγωγής τρίτων χωρών, όπως καθορίζεται από τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 2913/1992 (L 302) του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 1992, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως ισχύει, υπερβαίνει το 50% της συνολικής αξίας των προϊόντων που συνιστούν την εν λόγω προσφορά. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα λογισμικά που χρησιμοποιούνται στον εξοπλισμό των δικτύων τηλεπικοινωνιών θεωρούνται ως προϊόντα.
 
3. Με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου, μεταξύ δύο ή περισσότερων προσφορών που είναι ισοδύναμες, σύμφωνα με τα κριτήρια ανάθεσης που καθορίζονται στο άρθρο 43, προτιμάται η προσφορά που δεν μπορεί να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2. Το ύψος των προσφορών αυτών θεωρείται ισοδύναμο, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εφόσον η διαφορά των τιμών δεν υπερβαίνει το 3%. Δεν προτιμάται προσφορά έναντι άλλης, δυνάμει του πρώτου εδαφίου, όταν η αποδοχή της θα υποχρέωνε τον αναθέτοντα φορέα να αποκτήσει υλικό με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά από εκείνα του ήδη υφισταμένου υλικού, πράγμα που θα οδηγούσε σε ασυμβατότητα ή τεχνικές δυσχέρειες κατά τη χρήση ή τη συντήρηση ή σε δυσανάλογες δαπάνες.
 
4. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, προκειμένου να καθορισθεί η αναλογία προϊόντων, καταγωγής τρίτων χωρών, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, δεν λαμβάνονται υπόψη οι τρίτες χώρες, στις οποίες επεκτείνεται το ευεργέτημα των διατάξεων της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ με απόφαση του Συμβουλίου, σύμφωνα με την παράγραφο 1.
 
Άρθρο 123
Σχέσεις με τρίτες χώρες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (άρθρο 59 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις τυχόν γενικού χαρακτήρα δυσχέρειες που συναντούν και αναφέρουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών σε τρίτες χώρες.
 
2. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις τυχόν δυσχέρειες που συναντούν και αναφέρουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, και οι οποίες οφείλονται στη μη τήρηση των διεθνών διατάξεων εργατικού δικαίου που αναφέρονται στο παράρτημα ΧΧΙΙΙ του Προσαρτήματος Β’ στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την ανάθεση συμβάσεων σε τρίτες χώρες.
 
3. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης έναντι τρίτων χωρών, οι οποίες απορρέουν από διεθνείς συμφωνίες σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις, ιδίως στο πλαίσιο του ΠΟΕ.
 
ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥΣ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
 
Άρθρο 124
Γενική διάταξη (άρθρο 60 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι κανόνες σχετικά με τη διοργάνωση διαγωνισμού μελετών θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 125 και 127 έως 130 και τίθενται στη διάθεση όλων των ενδιαφερομένων να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό μελετών.
 
2. Το δικαίωμα συμμετοχής στους διαγωνισμούς μελετών δεν μπορεί να περιορίζεται:
α) Στην Ελληνική Επικράτεια ή σε τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας.
β) Από την ιδιότητα των συμμετεχόντων ως φυσικών ή νομικών προσώπων.
 
Άρθρο 125
Κατώτατα όρια (άρθρο 61 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται στο πλαίσιο διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεων υπηρεσιών, η εκτιμώμενη αξία των οποίων ισούται με ή υπερβαίνει τις τετρακόσιες δεκατέσσερις χιλιάδες (414.000 ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως κατώτατο όριο νοείται η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ της σύμβασης υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ενδεχόμενων βραβείων συμμετοχής ή πληρωμής ποσών στους συμμετέχοντες.
 
2. Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις διαγωνισμών μελετών, όταν το συνολικό ύψος των χρηματικών βραβείων συμμετοχής στους διαγωνισμούς και των ποσών που καταβάλλονται στους συμμετέχοντες, ισούται με ή υπερβαίνει τις τετρακόσιες δεκατέσσερις χιλιάδες (414.000 ευρώ).
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως «κατώτατο όριο» νοείται το συνολικό ύψος των εν λόγω βραβείων και ποσών, συμπεριλαμβανομένης της εκτιμώμενης αξίας, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ, της σύμβασης υπηρεσιών, η οποία μπορεί να ανατίθεται εκ των υστέρων, δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 105, εφόσον ο αναθέτων φορέας δεν έχει αποκλείσει μία τέτοιου είδους ανάθεση στην προκήρυξη διαγωνισμού.
 
Άρθρο 126
Διαγωνισμοί μελετών που εξαιρούνται (άρθρο 62 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται:
1. Στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται υπό τις ίδιες συνθήκες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 28, στο άρθρο 26 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 27 για τις συμβάσεις υπηρεσιών.
 
2. Στους διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται για την άσκηση μίας δραστηριότητας για την οποία με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει κριθεί εφαρμοστέα η παράγραφος 1 του άρθρου 104 ή θεωρείται ότι αυτή εφαρμόζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 ή το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 4 του εν λόγω άρθρου.
 
Άρθρο 127
Κανόνες δημοσιότητας και διαφάνειας (άρθρο 63 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτοντες φορείς που επιθυμούν να διοργανώσουν διαγωνισμό μελετών, τον διοργανώνουν μέσω προκήρυξης. Οι αναθέτοντες φορείς που έχουν διοργανώσει διαγωνισμό, ανακοινώνουν τα αποτελέσματά του με σχετική γνωστοποίηση. Η προκήρυξη διαγωνισμού περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα XVIII του Προσαρτήματος Β’ και η γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων διαγωνισμού μελετών περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα XIX του Προσαρτήματος Β’, σε σχήμα τυποποιημένου εντύπου που εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 68 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ.
Η γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων διαγωνισμού μελετών διαβιβάζεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη λήξη του διαγωνισμού και υπό τους όρους που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 68 παρ. 2 της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σέβεται τις τυχόν ευαίσθητες εμπορικές πτυχές που ενδέχεται να επισημάνουν οι αναθέτοντες φορείς, όταν διαβιβάζουν τις πληροφορίες αυτές, όσον αφορά στον αριθμό των μελετών ή σχεδίων που έχουν παραληφθεί, την ταυτότητα των οικονομικών φορέων και τις προσφερόμενες τιμές.
Οι παράγραφοι 2 έως 8 του άρθρου 110 εφαρμόζονται και στις προκηρύξεις και γνωστοποιήσεις σχετικά με διαγωνισμούς μελετών.
 
Άρθρο 128
Μέσα επικοινωνίας (άρθρο 64 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Προκειμένου για κάθε μορφής επικοινωνία σχετικά με διαγωνισμούς εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1, 2 και 4 του άρθρου 36.
Οι επικοινωνίες, οι ανταλλαγές και η αποθήκευση πληροφοριών πραγματοποιούνται κατά τρόπο που να εξασφαλίζει ότι δε θίγεται η ακεραιότητα και το απόρρητο του συνόλου των πληροφοριών που διαβιβάζονται από τους συμμετέχοντες σε διαγωνισμούς μελετών. Η κριτική επιτροπή λαμβάνει γνώση του περιεχομένου των σχεδίων και μελετών μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή τους.
 
3. Εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες για τα συστήματα ηλεκτρονικής παραλαβής των σχεδίων και μελετών:
α) Οι πληροφορίες σχετικά με τις αναγκαίες προδιαγραφές για την παρουσίαση των σχεδίων και μελετών με ηλεκτρονικό τρόπο, καθώς και για την κρυπτογράφηση, πρέπει να τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερομένων, ενώ, και τα συστήματα ηλεκτρονικής παραλαβής των σχεδίων και μελετών πρέπει να είναι σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παραρτήματος XXIV του Προσαρτήματος Β’.
β) Μπορεί να καθιερώνονται ή να διατηρούνται μηχανισμοί εθελοντικής πιστοποίησης με σκοπό τη βελτίωση του επιπέδου των υπηρεσιών πιστοποίησης που παρέχονται για αυτά τα συστήματα.
 
Άρθρο129
Διοργάνωση διαγωνισμών μελετών, επιλογή των συμμετεχόντων και κριτική επιτροπή (άρθρο 65 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Για τη διοργάνωση των διαγωνισμών, οι αναθέτοντες φορείς εφαρμόζουν διαδικασίες προσαρμοσμένες στις διατάξεις του παρόντος νόμου.
 
2. Όταν οι διαγωνισμοί μελετών αφορούν περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων, οι αναθέτοντες φορείς θεσπίζουν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια επιλογής. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των υποψηφίων που καλούνται να συμμετάσχουν στους διαγωνισμούς μελετών πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης πραγματικού ανταγωνισμού.
 
3. Η κριτική επιτροπή απαρτίζεται αποκλειστικά από φυσικά πρόσωπα ανεξάρτητα από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό μελετών. Όταν απαιτείται από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό μελετών να διαθέτουν συγκεκριμένο επαγγελματικό προσόν, το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον των μελών της κριτικής επιτροπής πρέπει να διαθέτει το ίδιο ή ισοδύναμο προσόν.
 
Άρθρο 130
Αποφάσεις της κριτικής επιτροπής (άρθρο 66 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Η κριτική επιτροπή είναι αδέσμευτη κατά τη λήψη των αποφάσεών της ή κατά τη διατύπωση των γνωμοδοτήσεών της.
 
2. Η επιτροπή εξετάζει τις μελέτες και τα σχέδια που υποβάλλουν οι υποψήφιοι κατά τρόπο ανώνυμο και αποκλειστικά βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού μελετών.
 
3. Η επιτροπή καταχωρίζει την κατάταξη των μελετών σε πρακτικά, τα οποία υπογράφουν τα μέλη της και στα οποία αναφέρονται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα κάθε μελέτης, τις παρατηρήσεις της και ενδεχόμενα σημεία που πρέπει να διευκρινισθούν.
 
4. Οι υποψήφιοι μπορούν να καλούνται, εφόσον απαιτείται, να απαντήσουν στις ερωτήσεις τις οποίες έχει καταχωρήσει στα πρακτικά της η κριτική επιτροπή, προς διευκρίνιση οποιουδήποτε στοιχείου της μελέτης. Στην περίπτωση αυτή τηρούνται πλήρη πρακτικά του διαλόγου μεταξύ της κριτικής επιτροπής και των υποψηφίων.
 
5. Η ανωνυμία πρέπει να τηρείται μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της κριτικής επιτροπής.
 
ΤΙΤΛΟΣ ΙV
ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
 
Άρθρο 131
Στατιστικά στοιχεία συμβάσεων που συνάπτονται από αναθέτοντες φορείς (άρθρο 67 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Η Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15 διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάθε χρόνο στατιστική κατάσταση σχετικά με το συνολικό ύψος, κατά κατηγορίες δραστηριοτήτων που αναφέρονται στα παραρτήματα Ι έως Χ του Προσαρτήματος Β’, των συναφθεισών συμβάσεων ήσσονος και χαμηλής αξίας.
 
2. Όσον αφορά τις κατηγορίες δραστηριοτήτων, στις οποίες αναφέρονται τα παραρτήματα II, III, V, IX και Χ του Προσαρτήματος Β’, η ανωτέρω Αρχή διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το αργότερο μέχρι τις 31 Οκτωβρίου κάθε έτους, χωριστή στατιστική κατάσταση, καταρτισμένη, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών υψηλής αξίας, αντίστοιχα, που έχουν συνάψει οι αναθέτοντες φορείς κατά το προηγούμενο έτος. Οι αναθέτοντες φορείς αποστέλλουν τις σχετικές καταστάσεις των έργων, υπηρεσιών και προμηθειών που ανέθεσαν κατά το προηγούμενο έτος, μέχρι την 31 η Μαΐου κάθε έτους, στην ως άνω Αρχή.
Στην κατάσταση αυτή, περιλαμβάνονται τα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της συμφωνίας. Τα στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν περιλαμβάνουν τις πληροφορίες σχετικά με συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο τις υπηρεσίες, οι οποίες απαριθμούνται στην κατηγορία 8 του Παραρτήματος XVII Α του Προσαρτήματος Β’, τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, οι οποίες απαριθμούνται στην κατηγορία 5 του Παραρτήματος XVII Α του Προσαρτήματος Β’ των οποίων οι κλάσεις στο CPV είναι αντίστοιχες με αριθμό αναφοράς CPC 7524, 7525 και 7526 ή τις υπηρεσίες οι οποίες απαριθμούνται στο Παράρτημα XVII Β του Προσαρτήματος Β’.
 
3. Με απόφαση της ανωτέρω Αρχής καθορίζονται τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν ιδίως τον τρόπο και το χρόνο υποβολής των σχετικών στοιχείων των προηγούμενων παραγράφων από τους αναθέτοντες φορείς. Με όμοια απόφαση της ίδιας Αρχής καθορίζονται λεπτομέρειες για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι: α) για λόγους διοικητικής απλούστευσης μπορούν να εξαιρούνται οι συμβάσεις χαμηλής αξίας με καθορισμό συγκεκριμένου χρηματικού ορίου, εφόσον δεν θίγεται η χρησιμότητα των στατιστικών και β) τηρείται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των παρεχομένων πληροφοριών.
 
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
 
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
 
Άρθρο 132
Χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών (άρθρο 54 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 56 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να προσφεύγουν σε ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς.
 
2. Στις ανοικτές, κλειστές ή με διαπραγμάτευση διαδικασίες με προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης, σύμφωνα με το άρθρο 50 του παρόντος νόμου, οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να αποφασίζουν ότι, πριν από την ανάθεση μίας δημόσιας σύμβασης, διεξάγεται ηλεκτρονικός πλειστηριασμός, όταν οι προδιαγραφές της σύμβασης μπορούν να καθορισθούν με ακρίβεια.
Υπό τους ίδιους όρους, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός μπορεί να χρησιμοποιείται κατά το νέο διαγωνισμό μεταξύ των μερών μίας συμφωνίας-πλαισίου, όπως προβλέπεται στη 2η περίπτωση του εδαφίου β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54, και τόσο από τις αναθέτουσες αρχές όσο και από τους αναθέτοντες φορείς κατά το διαγωνισμό για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, στο πλαίσιο του δυναμικού συστήματος αγορών που προβλέπει το άρθρο 133 του παρόντος νόμου.
Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός αφορά:
α) Είτε μόνο τις τιμές, εφόσον η σύμβαση ανατίθεται στην κατώτερη τιμή.
β) Είτε τις τιμές ή τις αξίες των στοιχείων των προσφορών που επισημαίνονται στη συγγραφή υποχρεώσεων, εφόσον η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα, από οικονομική άποψη, προσφορά.
 
3. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς που αποφασίζουν να κάνουν χρήση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, το αναφέρουν στην προκήρυξη που χρησιμοποιείται ως μέσο έναρξης διαγωνισμού.
Η συγγραφή υποχρεώσεων περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις εξής πληροφορίες:
α) Τα στοιχεία, οι αξίες των οποίων θα αποτελέσουν αντικείμενο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία είναι προσδιορίσιμα ποσοτικά, κατά τρόπο ώστε να εκφράζονται σε αριθμούς ή ποσοστά,
β) τα ενδεχόμενα όρια των αξιών που μπορούν να υποβάλλονται, όπως αυτά προκύπτουν από τις προδιαγραφές του αντικειμένου της σύμβασης,
γ) τις πληροφορίες που τίθενται στη διάθεση των προ-σφερόντων κατά τη διάρκεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού και τη χρονική στιγμή που ενδεχομένως τίθενται στη διάθεσή τους,
δ) τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη διεξαγωγή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού,
ε) τους όρους, υπό τους οποίους οι προσφέροντες μπορούν να υποβάλουν τις προσφορές τους, ιδίως τις ελάχιστες διαφοροποιήσεις οι οποίες, ενδεχομένως, απαιτούνται για την υποβολή προσφορών και
στ) τις κατάλληλες πληροφορίες για το χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό σύστημα και για τον τρόπο και τις τεχνικές προδιαγραφές της σύνδεσης.
 
4. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς, πριν προβούν στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, διενεργούν μια πρώτη πλήρη αξιολόγηση των προσφορών, σύμφωνα με το επιλεγμένο κριτήριο ή τα επιλεγμένα κριτήρια ανάθεσης και με τη στάθμισή τους, όπως έχουν καθορισθεί.
Όλοι οι προσφέροντες που έχουν υποβάλει παραδεκτές προσφορές καλούνται ταυτόχρονα με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων να υποβάλουν νέες τιμές και/ή νέες αξίες. Η πρόσκληση περιέχει όλες τις κατάλληλες πληροφορίες για τη σύνδεσή τους σε ατομική βάση με το χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό σύστημα και προσδιορίζει την ημερομηνία και την ώρα έναρξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός μπορεί να διεξάγεται σε διάφορες διαδοχικές φάσεις. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να αρχίζει πριν παρέλθουν δύο (2) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία αποστολής των προσκλήσεων.
 
5. Όταν γίνεται η ανάθεση στην πλέον συμφέρουσα, από οικονομική άποψη, προσφορά, η πρόσκληση συνοδεύεται από το αποτέλεσμα της πλήρους αξιολόγησης της προσφοράς του οικείου προσφέροντος, η οποία γίνεται σύμφωνα με τη στάθμιση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 43.
Η πρόσκληση αναφέρει, επίσης, τον μαθηματικό τύπο, βάσει του οποίου καθορίζεται κατά τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό η αυτόματη κατάταξη, σε συνάρτηση με τις νέες υποβαλλόμενες τιμές και/ή τις νέες αξίες. Ο μαθηματικός αυτός τύπος εκφράζει τη βαρύτητα του κάθε κριτηρίου που έχει επιλεγεί για τον καθορισμό της πλέον συμφέρουσας, από οικονομική άποψη, προσφοράς, όπως αυτή αναφέρεται στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων. Προς τούτο, οι ενδεχόμενες διακυμάνσεις («ψαλίδες») πρέπει να εκφράζονται εκ των προτέρων με συγκεκριμένες τιμές.
Αν επιτρέπονται εναλλακτικές προσφορές, προβλέπεται χωριστός μαθηματικός τύπος για κάθε εναλλακτική προσφορά.
 
6. Κατά τη διάρκεια κάθε φάσης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν αμέσως σε όλους τους προσφέροντες τις πληροφορίες εκείνες που τους δίνουν τουλάχιστον τη δυνατότητα να γνωρίζουν, ανά πάσα στιγμή, την αντίστοιχη κατάταξή τους. Μπορούν, επίσης, να γνωστοποιούν και άλλες πληροφορίες σχετικά με άλλες τιμές ή αξίες που υποβάλλονται, υπό τον όρο ότι αυτό επισημαίνεται στη συγγραφή υποχρεώσεων. Μπορούν επίσης, οποτεδήποτε, να ανακοινώνουν τον αριθμό των συμμετεχόντων σε κάθε φάση του πλειστηριασμού. Σε καμία περίπτωση δεν γνωστοποιούν την ταυτότητα των προσφερόντων κατά τη διεξαγωγή των διαφόρων φάσεων του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.
 
7. Οι αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς περατώνουν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους:
α) Με την επισήμανση στην πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό της ημερομηνίας και λήξεως της διαδικασίας που έχει ήδη καθορισθεί.
β) Όταν δεν λαμβάνουν πλέον νέες τιμές ή νέες αξίες που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις σχετικά με τις ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Στην περίπτωση αυτή, οι αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς προσδιορίζουν στην πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό την προθεσμία που θα τηρήσουν μετά την παραλαβή της τελευταίας υποβολής, πριν περατώσουν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό.
γ) Όταν οι φάσεις του πλειστηριασμού, όπως καθορίζονται στην πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό, έχουν πραγματοποιηθεί στο σύνολό τους.
Όταν οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς αποφασίζουν να περατώσουν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, σύμφωνα με την περίπτωση γ’, ενδεχομένως σε συνδυασμό με την περίπτωση β’, η πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό προσδιορίζει το χρονοδιάγραμμα κάθε φάσης του πλειστηριασμού.
 
8. Μετά την περάτωση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οι αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς αναθέτουν τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο, βάσει των αποτελεσμάτων του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.
 
9. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό καταχρηστικά ή κατά τρόπο που να εμποδίζει, περιορίζει ή στρεβλώνει τον ανταγωνισμό ή τροποποιεί το αντικείμενο της σύμβασης, όπως αυτό καθορίσθηκε στην προκήρυξη του διαγωνισμού και διευκρινίστηκε στη συγγραφή υποχρεώσεων.
 
Άρθρο 133
Δυναμικά συστήματα αγορών (άρθρο 33 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρο 15 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ)
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να προσφεύγουν σε δυναμικά συστήματα αγορών.
 
2. Για την εφαρμογή ενός δυναμικού συστήματος αγορών, οι αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς ακολουθούν τους κανόνες της ανοικτής διαδικασίας σε όλες τις φάσεις της μέχρι την ανάθεση των συμβάσεων στο πλαίσιο αυτού του συστήματος. Γίνονται δεκτοί στο σύστημα όλοι οι προσφέροντες, οι οποίοι πληρούν τα κριτήρια επιλογής και έχουν υποβάλει ενδεικτική προσφορά σύμφωνη προς τη συγγραφή υποχρεώσεων και τα ενδεχόμενα συμπληρωματικά έγγραφα. Οι ενδεικτικές προσφορές μπορούν να βελτιώνονται οποιαδήποτε στιγμή, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να συνάδουν προς τη συγγραφή υποχρεώσεων. Για την εφαρμογή του συστήματος και τη σύναψη των συμβάσεων στο πλαίσιο του συστήματος, οι αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς χρησιμοποιούν, αποκλειστικά, ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 36.
 
3. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του δυναμικού συστήματος αγορών, οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς:
α) Δημοσιεύουν προκήρυξη διαγωνισμού, στην οποία διευκρινίζουν ότι πρόκειται για δυναμικό σύστημα αγορών.
β) Διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, στη συγγραφή υποχρεώσεων τη φύση των προβλεπόμενων αγορών που αποτελούν αντικείμενο αυτού του συστήματος, καθώς και όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που αφορούν στο σύστημα αγορών, στο χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό εξοπλισμό και τις τεχνικές διευθετήσεις και προδιαγραφές της σύνδεσης.
γ) Προσφέρουν ελεύθερη, άμεση και πλήρη πρόσβαση με ηλεκτρονικά μέσα στη συγγραφή υποχρεώσεων και σε κάθε συμπληρωματικό έγγραφο, ήδη από τη δημοσίευση της προκήρυξης έως τη λήξη του συστήματος, και αναφέρουν στην προκήρυξη τη διεύθυνση στο διαδίκτυο, στην οποία αναρτώνται αυτά τα έγγραφα.
 
4. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς παρέχουν, σε όλη τη διάρκεια του δυναμικού συστήματος αγορών, τη δυνατότητα σε κάθε οικονομικό φορέα να υποβάλει ενδεικτική προσφορά με σκοπό να γίνει δεκτός στο σύστημα, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού. Ολοκληρώνουν την αξιολόγηση εντός μέγιστης προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, η οποία αρχίζει από την υποβολή της ενδεικτικής προσφοράς. Μπορούν ωστόσο να παρατείνουν την περίοδο αξιολόγησης, εφόσον, εν τω μεταξύ, δεν έχει μεσολαβήσει άλλος διαγωνισμός. Η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας ενημερώνει το ταχύτερο δυνατόν τον προσφέροντα, για τον οποίο γίνεται λόγος στο πρώτο εδάφιο, σχετικά με την αποδοχή του στο δυναμικό σύστημα αγορών ή την απόρριψη της ενδεικτικής προσφοράς του.
 
5. Κάθε συγκεκριμένη σύμβαση πρέπει να αποτελεί αντικείμενο διαγωνισμού. Πριν από τον εν λόγω διαγωνισμό, οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς δημοσιεύουν απλουστευμένη προκήρυξη διαγωνισμού, με την οποία καλούν όλους τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς να υποβάλουν ενδεικτική προσφορά, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, εντός προθεσμίας η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της απλουστευμένης προκήρυξης. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς προχωρούν στο διαγωνισμό μόνο μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης όλων των ενδεικτικών προσφορών που έχουν υποβληθεί εντός της εν λόγω προθεσμίας.
 
6. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς καλούν όλους τους προσφέροντες που έχουν γίνει δεκτοί στο σύστημα να υποβάλουν προσφορά για κάθε συγκεκριμένη σύμβαση που πρόκειται να συναφθεί στο πλαίσιο του συστήματος. Για τον σκοπό αυτόν καθορίζουν επαρκή προθεσμία για την υποβολή των προσφορών.
Η ανάθεση της σύμβασης γίνεται στον προσφέροντα, ο οποίος υπέβαλε την καλύτερη προσφορά, σύμφωνα με τα κριτήρια ανάθεσης, τα οποία επισημαίνονται στην προκήρυξη διαγωνισμού για την έναρξη εφαρμογής του δυναμικού συστήματος αγορών. Τα κριτήρια αυτά μπορούν ενδεχομένως να προσδιορίζονται στην προαναφερθείσα πρόσκληση.
 
7. Η διάρκεια ενός δυναμικού συστήματος αγορών δεν μπορεί να υπερβαίνει την τετραετία, εκτός από εξαιρετικές, ειδικά αιτιολογημένες, περιπτώσεις.
Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να προσφεύγουν σε αυτό το σύστημα κατά τρόπο ώστε να εμποδίζουν, περιορίζουν ή στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό.
Οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς ή οι συμμετέχοντες στο σύστημα δεν επιβαρύνονται με έξοδα διεκπεραίωσης.
 
ΤΙΤΛΟΣ II
ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
 
Άρθρο 134
Πεδίο εφαρμογής
 
Οι διατάξεις του παρόντος Τίτλου εφαρμόζονται κατά την ανάθεση και εκτέλεση, με τη χρήση Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών του Μέρους Β’ του παρόντος από αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς. Μπορεί επίσης να εφαρμόζονται στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων και στις συμβάσεις του ν. 3389/2005 (Α’ 232), εφόσον τούτο ορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης.
 
Άρθρο 135
Ορισμοί
 
Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος τίτλου, οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια:
α) «Εθνικό Σύστημα Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων («ΕΣΗΔΗΣ»)»: Ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την υποβολή αιτημάτων, τον προγραμματισμό, την έγκριση, τη διαδικασία προκήρυξης, ανάθεσης, σύναψης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, με τη χρήση και εφαρμογή Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ).
β) «Διαδικτυακή πύλη ΕΣΗΔΗΣ»: Διαδικτυακή πύλη του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, στην οποία λειτουργεί το ΕΣΗΔΗΣ με την ονομασία στο διαδίκτυο «ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ» (και με λατινικούς χαρακτήρες «PROMETHEUS») και με ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.promitheus.gov.gr.
γ) «Χρήστες ΕΣΗΔΗΣ»: Οι αναθέτουσες αρχές του άρθρου 18 του παρόντος νόμου, οι αναθέτοντες φορείς του άρθρου 19, οι οικονομικοί φορείς του άρθρου 33 και οι υπάλληλοι και λειτουργοί των φορέων του Δημόσιου Τομέα, που χρησιμοποιούν το ΕΣΗΔΗΣ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
 
Άρθρο 136
Υποχρέωση χρήσης ΕΣΗΔΗΣ
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς υποχρεούνται να χρησιμοποιούν το ΕΣΗΔΗΣ σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων του παρόντος, από την υποβολή του αιτήματος μέχρι την υπογραφή και την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, με εκτιμώμενη αξία ίση ή ανώτερη των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας ο χρόνος έναρξης υποχρεωτικής εφαρμογής του συνόλου ή μέρους από τις διατάξεις του παρόντος τίτλου μπορεί να μετατίθεται, σε όλες ή ορισμένες κατηγορίες δημοσίων συμβάσεων, για όλες ή για ορισμένες αναθέτουσες αρχές και σε όλες τις αποφάσεις ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων ή σε μέρη αυτών.
 
2. Η κατά τα ανωτέρω σύναψη και εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων του παρόντος από τις αναθέτουσες αρχές/ τους αναθέτοντες φορείς με χρήση του ΕΣΗΔΗΣ γίνεται, σύμφωνα με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, με την οποία καθορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες και διαδικασίες που αφορούν:
α) Τη δημιουργία της ηλεκτρονικής πύλης ΕΣΗΔΗΣ, τη δομή και το περιεχόμενό της, σύμφωνα με τις διατάξεις του Πλαισίου Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΥΑΠ/Φ40.4/1/989/10/4/2012 – Β’ 1301), και εφεξής ΠΗΔ, τη διαβάθμιση των χρηστών, τον τρόπο πρόσβασης και μελέτης των εγγράφων των διαγωνισμών και τη δημιουργία και χορήγηση αντιγράφων με χρήση ΤΠΕ, τα αντίστοιχα αναγνωριστικά και διαπιστευτήρια και τα ειδικότερα θέματα και μεθόδους εγγραφής, αυθεντικοποίησης, την πολιτική ασφάλειας του δικτυακού τόπου και την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων των χρηστών του ΕΣΗΔΗΣ, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 36, του Παραρτήματος X’ του Προσαρτήματος Α’ , και του Παραρτήματος XXIV του Προσαρτήματος Β’ του παρόντος νόμου, καθώς και του ν. 3979/ 2011 (Α’ 138) και του ΠΗΔ.
β) Τον προσδιορισμό του περιεχομένου, των κανόνων και λεπτομερειών χρήσης των επιμέρους εργαλείων του ΕΣΗΔΗΣ, όπως της διαδικτυακής διαχείρισης αιτημάτων και πληροφοριών, της χρήσης προτύπων και υποδειγμάτων, της διαχείρισης του ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου, της ηλεκτρονικής κοινοποίησης, της διαδικασίας ηλεκτρονικής ανάθεσης και διαχείρισης των δημόσιων συμβάσεων που συνάπτονται, των ηλεκτρονικών καταλόγων, των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, των δυναμικών συστημάτων αγορών, των ηλεκτρονικών παραγγελιών, της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, των ηλεκτρονικών πληρωμών.
γ) Τους όρους και τις προϋποθέσεις για την υποβολή, τη γνωστοποίηση, τη διακίνηση εγγράφων μέσω του ΕΣΗΔΗΣ, τον τύπο και το περιεχόμενό τους, τον προσδιορισμό του χρόνου παραλαβής και τον υπολογισμό των προθεσμιών, τυχόν τεκμήρια γνωστοποίησης και απόκτησης πρόσβασης από τον ενδιαφερόμενο οικονομικό φορέα, καθώς και τον τρόπο και την απόδειξη πρόσβασης σε έγγραφα μέσω του ΕΣΗΔΗΣ και χορήγησης αντιγράφων.
δ) Τη διαλειτουργική σύνδεση του ΕΣΗΔΗΣ με την Εθνική Βάση Δεδομένων Δημοσίων Συμβάσεων της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) και τα πληροφοριακά συστήματα του Δημόσιου Τομέα, όπως των αναθετουσών αρχών/αναθετόντων φορέων, των πάσης φύσεως φορέων του δημόσιου τομέα, των Ενιαίων Κέντρων Εξυπηρέτησης, των άλλων αρχών εγγραφής και εντεταλμένων γραφείων, του Γενικού Εμπορικού Μητρώου, του Μητρώου Δεσμεύσεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, του Προγράμματος ΔΙΑΥΓΕΙΑ του ν. 3862/2010 (Α’ 112) όπως ισχύει, όσον αφορά στοιχεία και έγγραφα των δημοσίων συμβάσεων που αφορούν στη διαφάνεια και καταχωρίζονται υποχρεωτικά στο ΚΗΜΔΗΣ, με το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα παρακολούθησης συγχρηματοδοτούμενων έργων και με κάθε άλλο πληροφοριακό σύστημα που κρίνεται απαραίτητο για την παρακολούθηση της πορείας ανάθεσης και εκτέλεσης των δημοσίων συμβάσεων για ελεγκτικούς, δημοσιονομικούς, στατιστικούς και λοιπούς σκοπούς των φορολογικών και ασφαλιστικών Αρχών, των δικαστικών και εισαγγελικών Αρχών, καθώς, επίσης, και με τα πληροφοριακά συστήματα άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
ε) Τον καθορισμό και την εφαρμογή μέτρων εκπαίδευσης των χρηστών, μέσω σχετικών προγραμμάτων και σεμιναρίων εκπαίδευσης και επιμόρφωσης ή της σύνταξης κωδίκων πρακτικής.
στ) Την ακριβή χωροθέτηση του ΕΣΗΔΗΣ, καθώς και τους όρους και προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν, σε τεχνικό επίπεδο, την αδιάλειπτη και ορθή λειτουργία του στο σημείο χωροθέτησης.
 
3. Με το π.δ. 25/2014 (Α’ 44) ρυθμίζεται η κατάρτιση, η τήρηση, η επεξεργασία, η αποθήκευση, η ευρετηρίαση και αναζήτηση των ηλεκτρονικών εγγράφων και αρχείων, που αφορούν στις δημόσιες συμβάσεις του παρόντος νόμου, που ανατίθενται και εκτελούνται μέσω του ΕΣΗΔΗΣ, και ιδίως στις τεχνικές προδιαγραφές, τα μέσα τήρησης, τα τεχνικά πρότυπα ηλεκτρονικής διαχείρισης, αρχειοθέτησης και αναζήτησης εγγράφων και δεδομένων, καθώς και στις κατευθύνσεις για τα μέτρα οργανωτικής και τεχνικής ασφάλειας
 
Άρθρο 137
Υποστήριξη του ΕΣΗΔΗΣ
 
1. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος περί του Οργανισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, η υποστήριξη του ΕΣΗΔΗΣ ανατίθεται στο Τμήμα Προγραμματισμού και Στοιχείων της Διεύθυνσης Πολιτικής Προμηθειών της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας.
 
2. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος περί του Οργανισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, στις αρμοδιότητες του Τμήματος αυτού υπάγονται:
α) η παρακολούθηση, η ενημέρωση, ο εμπλουτισμός, η συντήρηση και η διαχείριση της διαδικτυακής πύλης του ΕΣΗΔΗΣ,
β) ο έλεγχος των προϋποθέσεων εγγραφής και αυθεντικοποίησης των χρηστών,
γ) η εποπτεία της καλής χρήσης και της ασφάλειας του συστήματος του ΕΣΗΔΗΣ,
δ) η μέριμνα για την επικοινωνία, τη διαλειτουργικότητα, και το συντονισμό του ΕΣΗΔΗΣ με τις αναθέτουσες αρχές, τους αναθέτοντες φορείς και άλλους φορείς του Δημόσιου Τομέα, καθώς και με άλλα πληροφοριακά συστήματα της δημόσιας διοίκησης, με αντίστοιχα συστήματα κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή και τρίτων χωρών,
ε) η τήρηση του ηλεκτρονικού αρχείου ΕΣΗΔΗΣ.
 
Άρθρο 138
Λειτουργία και πολιτική ασφάλειας του ΕΣΗΔΗΣ
 
1. Οι χρήστες αποκτούν δικαίωμα χρήσης του ΕΣΗΔΗΣ, εφόσον διαθέτουν τα ανάλογα διαπιστευτήρια που απαιτούνται, σύμφωνα με την πολιτική ασφάλειας του ΕΣΗΔΗΣ.
 
2. Για την πολιτική ασφάλειας του ΕΣΗΔΗΣ ισχύουν τα ακόλουθα:
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, προσδιορίζεται το επίπεδο ασφαλείας που απαιτείται για τη χρήση του ΕΣΗΔΗΣ στα διάφορα στάδια της διαδικασίας ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων και των λοιπών εφαρμογών του συστήματος αυτού. Το επίπεδο ασφαλείας είναι ανάλογο προς τους κινδύνους και πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως του άρθρου 36, του Παραρτήματος X του Προσαρτήματος Α’ και του Παραρτήματος XXIV του Προσαρτήματος Β’ αυτού, του π.δ. 150/2001 (Α’ 125) του ν. 3979/2011 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας νομοθεσίας, ιδίως του Πλαισίου Παροχής Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΠΗΔ), το οποίο κυρώθηκε με τη με αριθμό ΥΑΠ /Φ.40.4/1/989/2012 απόφαση του Υφυπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β’ 1301).
 
3. Οι υπηρεσίες χρονοσήμανσης παρέχονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της με αριθμό ΥΑΠ /Φ.40.4/163/2013 (Β’ 401) απόφασης του Υφυπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, από τρίτους, εθνικούς ή αλλοδαπούς φορείς, πιστοποιημένους από τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών και διασυνδεδεμένους με τον εθνικό χρόνο. Η παροχή των υπηρεσιών χρονοσήμανσης αποδεικνύεται με σχετική ηλεκτρονική επιβεβαίωση λήψης των υπηρεσιών αυτών των φορέων προς τον χρήστη, η οποία διαβιβάζεται στο χρήστη μέσω του ΕΣΗΔΗΣ, με ασφαλή κρυπτογραφημένο τρόπο και η οποία επέχει θέση εγγράφου με βέβαιη χρονολογία. Δεν επιτρέπεται στην αναθέτουσα αρχή/ τον αναθέτοντα φορέα ή στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου ή στο φορέα που έχει αναλάβει την υποστήριξη του ΕΣΗΔΗΣ η παρέμβαση στη διαδικασία χρονοσήμανσης, όπως περιγράφεται ανωτέρω.
 
4. Σε περιπτώσεις τεχνικής αδυναμίας λειτουργίας του ΕΣΗΔΗΣ, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί εντός των ορισμένων χρονικών ορίων, η αναθέτουσα αρχή/ ο αναθέτων φορέας δεν υποχρεούται, συνολικά ή μερικά, να χρησιμοποιήσει το ΕΣΗΔΗΣ. Η ανωτέρω αδυναμία πιστοποιείται από το Τμήμα Προγραμματισμού και Στοιχείων της Διεύθυνσης Πολιτικής Προμηθειών της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, και, στη συνέχεια, μετά από αιτιολογημένη απόφασή τους, η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας δεν χρησιμοποιεί το ΕΣΗΔΗΣ. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαδικασία διαπίστωσης και πιστοποίησης της αδυναμίας λειτουργίας του ΕΣΗΔΗΣ και τη διαδικασία έγκαιρης ενημέρωσης των οικονομικών φορέων και συνέχισης της διαδικασίας χωρίς τη χρήση ή με μερική χρήση ΤΠΕ, καθώς και της πιθανής παράτασης της διεξαγωγής της διαδικασίας σύναψης της δημόσιας σύμβασης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
 
5. Στο ΕΣΗΔΗΣ τηρείται Μητρώο εγγεγραμμένων προμηθευτών και παρόχων υπηρεσιών, το οποίο αποτελεί Επίσημο Κατάλογο Αναγνωρισμένων Οικονομικών Φορέων του άρθρου 75. Το Μητρώο αυτό συνδέεται διαλειτουργικά με το Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ) και τα Μητρώα Μελετητών και Εταιρειών Μελετών που τηρούνται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.
Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, η διαδικασία εγγραφής και διαγραφής στο Μητρώο, ο τρόπος λειτουργίας του με χρήση του ΕΣΗΔΗΣ, η διαλειτουργικότητα του συστήματος με ήδη υπάρχοντα μητρώα φορέων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
 
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ
ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
 
Άρθρο 139
Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων
 
1. Το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων («ΚΗΜΔΗΣ») του άρθρου 11 του ν. 4013/2011 (Α’ 204) το οποίο αποτελεί μέρος του ΕΣΗΔΗΣ έχει ως σκοπό τη συλλογή, την επεξεργασία και τη δημοσιοποίηση στοιχείων, που αφορούν στις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν αναθέτουσες αρχές, αναθέτοντες φορείς και κεντρικές αρχές προμηθειών του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως εκτιμώμενης αξίας και διαδικασίας ανάθεσης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του καθ’ ύλην συναρμόδιου Υπουργού μπορούν να ορίζονται ειδικότερα οι συμβάσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος τίτλου.
 
2. Η λειτουργία του ΚΗΜΔΗΣ τελεί υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2472/1997 (Α’ 50) και του άρθρου 22 του παρόντος. Η πρόσβαση στα στοιχεία του ΚΗΜΔΗΣ πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των διατάξεων για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των κρατικών απορρήτων που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία, των κανόνων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, καθώς και του εταιρικού ή άλλου απορρήτου που προβλέπεται σε ειδικότερες διατάξεις.
 
3. Στο ΚΗΜΔΗΣ καταχωρίζονται από τις αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς και τις κεντρικές αρχές προμηθειών ηλεκτρονικά στοιχεία των ακόλουθων σταδίων για όλες τις δημόσιες συμβάσεις: α) το πρωτογενές αίτημα, β) το εγκεκριμένο αίτημα, ήτοι ανάληψη υποχρέωσης ή/και δέσμευση πίστωσης, γ) οι προκηρύξεις, σύμφωνα με το άρθρο 152 και η διακήρυξη με τα παραρτήματά της, δ) η απόφαση ανάθεσης ή κατακύρωσης, ε) η σύμβαση, στ) κάθε εντολή πληρωμής και ζ) το αποδεικτικό κάθε πληρωμής. Η καταχώριση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα επιμέρους στοιχεία: (1) το όνομα του φορέα, (2) τον ΑΦΜ του, (3) το είδος της σύμβασης, ήτοι προμήθεια, υπηρεσία ή έργο, (4) τον προϋπολογισμό, (5) τον Αριθμό Ανάληψης Υποχρέωσης, εφόσον η δαπάνη υπάγεται στις διατάξεις του π.δ. 113/2010 (Α’ 94), (6) την αξία της σύμβασης, (7) την ιθαγένεια – εθνικότητα του οικονομικού φορέα στον οποίον ανατέθηκε η σύμβαση, (8) τη διαδικασία σύναψης σύμβασης και σε περίπτωση ανάθεσης με διαδικασία διαπραγμάτευσης, αναφορά στη νομική βάση των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, (9) τον αριθμό και την αξία των συμβάσεων που συνήφθησαν, (10) τον κωδικό των αγαθών ή υπηρεσιών κατά το Κοινό Λεξιλόγιο Δημοσίων Συμβάσεων (Common Procurement Vocabulary – CPV) και (11) τη γεωγραφική περιοχή βάσει της Κοινής Ονοματολογίας των
Εδαφικών Στατιστικών Μονάδων (Nomenclature of territorial units for statistics – NUTS) του δημόσιου φορέα.
Τα παραπάνω στοιχεία δεν καταχωρίζονται πρωτογενώς στο «Πρόγραμμα ΔΙΑΥΓΕΙΑ», αλλά αντλούνται αυτόματα από το ΚΗΜΔΗΣ.
γ. Η μη καταχώριση στο ΚΗΜΔΗΣ των στοιχείων της παραπάνω περίπτωσης συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για το όργανο που εξέδωσε την πράξη ή για τον υπάλληλο που έχει την ευθύνη για την καταχώριση.
δ. Η ισχύς της παρούσας παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 5.
 
4. Για λόγους εθνικής ασφάλειας, τα στοιχεία της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που ορίζεται από την υπουργική απόφαση της παραγράφου 5, που αφορούν στις ένοπλες δυνάμεις, καταχωρίζονται σε εσωτερικό διαβαθμισμένο πληροφοριακό υποσύστημα του ΚΗΜΔΗΣ, με την επιφύλαξη της τήρησης των κανονισμών ασφάλειας του Υπουργείου Εθνικής Aμυνας. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εθνικής Aμυνας, ρυθμίζονται ο τρόπος υποβολής των στοιχείων, η πρόσβαση σε αυτά, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.
 
5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα που αφορούν στη λειτουργία και διαχείριση του ΚΗΜΔΗΣ, το δικτυακό τόπο τήρησής του, τη δομή, το περιεχόμενο και την πρόσβαση σε αυτό, και τα τυχόν επίπεδα διαβάθμισης, τη διαδικασία έκδοσης κωδικών ηλεκτρονικής καταχώρισης, τα κατά περίπτωση καταχωριζόμενα στοιχεία, το χρόνο καταχώρισης αυτών, τα κατά περίπτωση υπόχρεα πρόσωπα για την καταχώριση και τα αρμόδια όργανα για τον έλεγχο της προσήκουσας τήρησής του, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με όμοια απόφαση μπορούν να καθορίζονται ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στον καθορισμό του τρόπου, του χρόνου και των επιμέρους διαδικασιών καταχώρισης των στοιχείων των εκκρεμών, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4013/2011 (Α’ 204), δημοσίων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου.
 
6. Οι πράξεις των περιπτώσεων γ’, δ’ και ε’ της παραγράφου 3 που καταχωρίζονται στο ΚΗΜΔΗΣ ισχύουν από την καταχώρισή τους σε αυτό. Οι ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν θίγουν τις σχετικές δικονομικές ρυθμίσεις ως προς την άσκηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, ούτε τις ρυθμίσεις που ισχύουν για τις διοικητικές προσφυγές.
 
7. Η έκδοση ξεχωριστών Αριθμών Διαδικτυακής Ανάρτησης Μητρώου (ΑΔΑΜ) αφορά σε όλα τα έγγραφα που θα καταχωρίζονται στο ΚΗΜΔΗΣ και με βάση αυτούς θα συνδέονται οι σχετικές μεταξύ τους αντίστοιχες πράξεις. Η καταχώριση δημοσίων συμβάσεων στο ΚΗΜΔΗΣ, καθώς και η αναφορά του ΑΔΑΜ, αποτελούν στοιχεία της κανονικότητας της δαπάνης, με την έννοια ότι η ύπαρξη αριθμού ΑΔΑΜ εξομοιώνεται με δικαιολογητικό που απαιτείται και την παράγραφο 2 του άρθρου 26 του ν. 2362/1995 (Α’ 247). Αν υπάρχει διαφορά μεταξύ του κειμένου που καταχωρίστηκε στο ΚΗΜΔΗΣ και του κειμένου της πράξης, ισχύει το κείμενο που καταχωρίστηκε στο ΚΗΜΔΗΣ. Με ευθύνη του προσώπου ή του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη γίνονται αμελλητί οι αναγκαίες διορθώσεις στο κείμενο που έχει αναρτηθεί στο ΚΗΜΔΗΣ. Οι πράξεις που καταχωρίζονται στο ΚΗΜΔΗΣ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 11 του ν. 2690/1999 (Α’ 45), και μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς επικύρωση. Αρκεί η επίκληση του ΑΔΑΜ για την αυτεπάγγελτη αναζήτηση των πράξεων που καταχωρίζονται τόσο κατά τη διεκπεραίωση υποθέσεων των διοικουμένων όσο και κατά την επικοινωνία μεταξύ φορέων του Δημοσίου.
 
8. Η δημοσίευση της προκήρυξης στο ΚΗΜΔΗΣ, σύμφωνα με το άρθρο 152 του παρόντος νόμου, αντικαθιστά την υποχρέωση δημοσίευσης στο Τεύχος Διακηρύξεων Δημοσίων Συμβάσεων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.
 
9. Το ΚΗΜΔΗΣ αποτελεί το επίσημο εθνικό πληροφοριακό σύστημα για την απευθείας ηλεκτρονική υποβολή προκηρύξεων δημοσίων συμβάσεων (eSenders) στο Tenders Electronic Daily (TED).
 
10. Το ΚΗΜΔΗΣ διασυνδέεται υποχρεωτικά και αδιάλειπτα με την Εθνική Βάση Δεδομένων Δημοσίων Συμβάσεων της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.). Για τη διασύνδεση του ΚΗΜΔΗΣ με άλλα πληροφοριακά συστήματα, ισχύουν οι διατάξεις της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 136.
 
11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δύνανται να ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τη διασύνδεση και τη διαλειτουργικότητα του ΚΗΜ-ΔΗΣ με την Εθνική Βάση Δεδομένων της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, με το Μητρώο Δεσμεύσεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το ΕΣΗΔΗΣ, το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα παρακολούθησης συγχρηματοδοτούμενων έργων, καθώς και με κάθε άλλο πληροφοριακό σύστημα που κρίνεται απαραίτητο για την παρακολούθηση από τις υπηρεσίες του Δημοσίου της πορείας ανάθεσης και εκτέλεσης των δημοσίων συμβάσεων για ελεγκτικούς, δημοσιονομικούς στατιστικούς και λοιπούς σκοπούς.
 
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΧΑΜΗΛΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΧΑΜΗΛΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ
 
Άρθρο 140
Πεδίο εφαρμογής
 
1. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται:
α. Στις δημόσιες συμβάσεις χαμηλής αξίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 23 του παρόντος νόμου και
β. στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών χαμηλής προτεραιότητας, ανεξάρτητα από την εκτιμώμενη αξία τους.
 
2. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους μπορούν να μην εφαρμόζονται στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στα έγγραφα της σύμβασης.
 
3. Κατά τα λοιπά, στις συμβάσεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος νόμου, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στα επιμέρους άρθρα αυτού.
 
Άρθρο 141
Διαδικασίες σύναψης συμβάσεων
 
1. Οι συμβάσεις του παρόντος Μέρους συνάπτονται σύμφωνα με τις ακόλουθες διαδικασίες:
α) Την ανοικτή διαδικασία, την κλειστή διαδικασία, τη διαδικασία με διαπραγμάτευση με ή χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, τον ανταγωνιστικό διάλογο,
β) το συνοπτικό διαγωνισμό, σύμφωνα με το άρθρο 143 ή
γ) την απευθείας ανάθεση, σύμφωνα με το άρθρο 144.
 
2. Οι συμβάσεις του παρόντος Μέρους μπορούν να συνάπτονται και μέσω του συστήματος προεπιλογής του άρθρου 120, ανεξάρτητα αν η σύμβαση συνάπτεται από αναθέτουσα αρχή του άρθρου 18 ή αναθέτοντα φορέα του άρθρου 19.
 
Άρθρο 142
Επιλογή διαδικασίας ανάθεσης
 
1. Για σύναψη των συμβάσεων του παρόντος μέρους, οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς επιλέγουν ελεύθερα είτε την ανοικτή ή κλειστή διαδικασία είτε τη διαδικασία διαπραγμάτευσης με προκήρυξη διαγωνισμού είτε τον ανταγωνιστικό διάλογο είτε το σύστημα προεπιλογής του άρθρου 120.
 
2. Για την προσφυγή στη διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 51, όταν συνάπτονται από αναθέτουσα αρχή του άρθρου 18 ή της παραγράφου 3 του άρθρου 105, όταν συνάπτονται από αναθέτοντα φορέα του άρθρου 19.
 
3. Στις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων του παρόντος μέρους, η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας μπορεί να περιορίζει τα έγγραφα της σύμβασης που καθορίζονται στο άρθρο 39 και να μην επιβάλει ελάχιστες απαιτήσεις ως προς την χρηματοοικονομική ή οικονομική επάρκεια και την επαγγελματική ή/και τεχνική ικανότητα των οικονομικών φορέων, παρά μόνον εφόσον αυτό αιτιολογείται ειδικά από τυχόν ιδιαιτερότητες της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.
 
Άρθρο 143
Συνοπτικός διαγωνισμός
 
1. Προσφυγή στη διαδικασία του συνοπτικού διαγωνισμού επιτρέπεται όταν η εκτιμώμενη αξία της σύμβασης είναι ίση ή κατώτερη από το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Επιτρέπεται, επίσης, για την ανάθεση τμήματος ή τμημάτων σύμβασης μεγαλύτερης αξίας, εφόσον η συνολική εκτιμώμενη αξία των συγκεκριμένων τμημάτων δεν υπερβαίνει το ποσό του προηγουμένου εδαφίου ούτε το είκοσι τοις εκατό (20 %) της συνολικής αξίας όλων των τμημάτων της σύμβασης. Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης για τις ανάγκες της εφαρμογής της παρούσας παραγράφου γίνεται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 25. Το ποσό των τμημάτων που έχουν τυχόν ανατεθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 1 του άρθρου 144 συνυπολογίζεται για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
 
2. Για τη διενέργεια συνοπτικού διαγωνισμού, η αναθέτουσα αρχή/ ο αναθέτων φορέας δημοσιεύει απλοποιημένη προκήρυξη, σύμφωνα με το άρθρο 152. Επιπρόσθετα, μπορεί να προσκαλεί επιπλέον και συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς, τρεις (3) τουλάχιστον εφόσον δραστηριοποιούνται τόσοι στη σχετική αγορά.
 
3. Οι προσφορές των οικονομικών φορέων υποβάλλονται εγγράφως. Η υποβολή μόνο μίας προσφοράς, δεν αποτελεί κώλυμα για τη συνέχιση της διαδικασίας του διαγωνισμού και την ανάθεση της σύμβασης.
 
4. Ο συνοπτικός διαγωνισμός διεξάγεται από ειδική τριμελή επιτροπή που συγκροτείται προς το σκοπό αυτό και διενεργεί όλα τα στάδια του διαγωνισμού. Η αποσφράγιση του φακέλου των δικαιολογητικών συμμετοχής, των τεχνικών προσφορών και των οικονομικών προσφορών μπορούν να γίνουν σε μία δημόσια συνεδρίαση, κατά την κρίση της επιτροπής.
 
5. Οι λεπτομέρειες διενέργειας του συνοπτικού διαγωνισμού καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης.
 
Άρθρο 144
Απευθείας ανάθεση
 
1. Προσφυγή στη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης επιτρέπεται όταν η εκτιμώμενη αξία της σύμβασης, χωρίς Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), είναι ίση ή κατώτερη από το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Επιτρέπεται, επίσης, για την ανάθεση τμήματος ή τμημάτων σύμβασης μεγαλύτερης αξίας, εφόσον η συνολική εκτιμώμενη αξία των συγκεκριμένων τμημάτων δεν υπερβαίνει το ποσό του προηγουμένου εδαφίου ούτε το 20 % της συνολικής αξίας όλων των τμημάτων της σύμβασης. Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης για τις ανάγκες της εφαρμογής της παρούσας παραγράφου γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 25.
 
2. Η απευθείας ανάθεση διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της αναθέτουσας αρχής/ του αναθέτοντος φορέα, χωρίς να απαιτείται η συγκρότηση συλλογικού οργάνου για τον σκοπό αυτό.
 
3. Η απευθείας ανάθεση σε συγκεκριμένο οικονομικό φορέα γίνεται με κριτήρια τη δυνατότητα της καλής και έγκαιρης εκτέλεσης της σύμβασης από τον ανάδοχο και την οικονομική του προσφορά.
 
4. Μετά την έκδοση της απόφασης απευθείας ανάθεση, η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας δημοσιεύει αυτή στο ΚΗΜΔΗΣ, σύμφωνα με το άρθρο 152. Η απόφαση ανάθεσης περιέχει κατ’ ελάχιστο:
α) την επωνυμία και τα στοιχεία επικοινωνίας της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα,
β) περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης και της αξίας της,
γ) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του οικονομικού φορέα στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση,
δ) κάθε άλλη πληροφορία που κρίνει απαραίτητη η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας.
 
5. Αν παραβιασθεί η υποχρέωση της παραγράφου 4, η σύμβαση είναι αυτοδίκαια άκυρη.
 
Άρθρο 145
Προθεσμίες
 
1. Στις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων του παρόντος μέρους, τηρούνται οι ακόλουθες προθεσμίες:
α) Στην ανοικτή διαδικασία, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής προσφορών ανέρχεται σε είκοσι δύο (22) ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης της σύμβασης στο ΚΗΜΔΗΣ.
β) Στην κλειστή διαδικασία και στη διαδικασία διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής ανέρχεται σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης της σύμβασης στο ΚΗΜΔΗΣ και η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών των οικονομικών φορέων που έχουν προεπιλεγεί για την υποβολή προσφοράς ανέρχεται σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης υποβολής προσφοράς προς τους προεπιλεγέντες.
γ) Στο συνοπτικό διαγωνισμό, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής προσφορών ανέρχεται σε δώδεκα (12) ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης της σύμβασης στο ΚΗΜΔΗΣ.
 
2. Κατά τον καθορισμό των προθεσμιών παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής και των προσφορών η αναθέτουσα αρχή/ αναθέτων φορέας λαμβάνει υπόψη, ιδίως, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της σύμβασης και το χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία των αιτήσεων συμμετοχής ή προσφορών, με την επιφύλαξη των ελάχιστων προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο αυτό.
 
3. Οι προθεσμίες για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής και των προσφορών πρέπει να καθορίζονται κατά τρόπο, ώστε να προκύπτει η ακριβής ημερομηνία και ώρα υποβολής των αιτήσεων συμμετοχής και των προσφορών.
 
Άρθρο 146
Εξαιρέσεις
 
Στις συμβάσεις που ρυθμίζονται από το μέρος αυτό δεν εφαρμόζονται:
α) Η υποχρέωση διαβίβασης έκθεσης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που προβλέπεται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 51,
β) Τα άρθρα 56, 57, 109, 110 και 111, με την επιφύλαξη του άρθρου 58 και της παραγράφου 8 του άρθρου 110.
γ) Τα άρθρα 59, 60, 61 και 113, 114, 115.
δ) Το άρθρο 192.
ε) Τα άρθρα 95,131.
 
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
 
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
 
Άρθρο 147
Πεδίο εφαρμογής
 
1. Οι διατάξεις του παρόντος μέρους εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις του παρόντος νόμου, ανεξάρτητα από την εκτιμώμενη αξία τους.
 
2. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους μπορούν να μην εφαρμόζονται στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στα έγγραφα της σύμβασης.
 
Άρθρο 148
Προγραμματισμός δημοσίων συμβάσεων
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς προγραμματίζουν τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών, υπηρεσιών και έργων που προτίθενται να συνάψουν στο επόμενο κάθε φορά οικονομικό έτος. Για τον σκοπό αυτό συντάσσουν πίνακα προγραμματισμού, ο οποίος περιλαμβάνει ιδίως τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) Τον αριθμό, το είδος και το αντικείμενο των συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των ενδεικτικών ποσοτήτων, καθώς και των δικαιωμάτων προαίρεσης.
β) Τη συνολική εκτιμώμενη αξία των συμβάσεων και, ενδεχομένως, καθεμίας από αυτές.
γ) Τη διαδικασία ανάθεσης των συμβάσεων.
δ) Την προγραμματισμένη έναρξη της διαδικασίας ανάθεσης των συμβάσεων.
ε) Την προβλεπόμενη διάρκεια των συμβάσεων.
στ) Κάθε άλλη σχετική πληροφορία ή στοιχείο που ήθελε καθοριστεί δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 5 του άρθρου 139.
 
2. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς, μετά την έγκριση του προϋπολογισμού τους, καταχωρίζουν τον πίνακα προγραμματισμού στην Εθνική Βάση Δεδομένων Δημοσίων Συμβάσεων του ν. 4013/2011, και φέρουν την ευθύνη για την ακρίβεια των παρεχόμενων πληροφοριών. Ο πίνακας ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση για τυχόν τροποποιήσεις ή προσθήκες παραμένει αναρτημένος τουλάχιστον μέχρι τις 30 Ιουλίου του επόμενου οικονομικού έτους από αυτό που αφορά στον προγραμματισμό. Με την απόφαση της παραγράφου 5 του άρθρου 139 μπορεί να διαβαθμίζεται η πρόσβαση αρχών ή φορέων του Δημοσίου Τομέα ή οικονομικών φορέων στα στοιχεία του πίνακα προγραμματισμού.
 
3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σχετικά με την ανάρτηση του πίνακα προγραμματισμού δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις που αφορούν, απαιτούν ή περιλαμβάνουν διαβαθμισμένες πληροφορίες. Ως τέτοιες νοούνται οι πληροφορίες εκείνες, η κοινολόγηση των οποίων μπορεί να επιφέρει βλάβη ή ζημία στα συμφέροντα της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα ή να παραβλάψει τυχόν απόρρητα.
 
Άρθρο149
Προκαταρκτικές διαβουλεύσεις με την αγορά
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς, πριν την έναρξη μίας διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης μπορούν να διεξάγουν διαβουλεύσεις με την αγορά, προκειμένου να αξιολογήσουν τη διάρθρωση, την ικανότητα και τη δυναμικότητα της αγοράς και να ενημερώσουν τους οικονομικούς φορείς για τα σχέδια και τις απαιτήσεις των συμβάσεών τους. Η διαβούλευση είναι υποχρεωτική για τις συμβάσεις υψηλής αξίας.
Για τον σκοπό αυτό, οι αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς μπορούν να ζητήσουν ή να δεχτούν τις συμβουλές φορέων του Δημόσιου Τομέα ή ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων ή φορέων της αγοράς, εφόσον οι εν λόγω συμβουλές δεν έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού και δεν καταλήγουν σε παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης, της αποφυγής των διακρίσεων και της διαφάνειας.
 
2. Αν ένας προσφέρων ή υποψήφιος ή μία επιχείρηση που σχετίζεται με προσφέροντα ή υποψήφιο έχει παράσχει συμβουλές στην αναθέτουσα αρχή/ αναθέτοντα φορέα ή έχει εμπλακεί με οποιονδήποτε τρόπο στην προετοιμασία της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει τη μη στρέβλωση του ανταγωνισμού, λόγω της συμμετοχής του εν λόγω προσφέροντος ή υποψηφίου.
 
3. Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν συγκεκριμένα τη γνωστοποίηση στους άλλους προσφέροντες και υποψηφίους τυχόν σχετικών πληροφοριών που ανταλλάχθηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης εμπλοκής του προσφέροντος ή του υποψηφίου στην προετοιμασία της διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεων ή που προέκυψαν από αυτή, καθώς και τον προσδιορισμό επαρκών προθεσμιών για την παραλαβή των προσφορών. Ο ενδιαφερόμενος προσφέρων ή υποψήφιος αποκλείεται από τη διαδικασία μόνο αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με την υποχρέωση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Πριν από οποιονδήποτε τέτοιο αποκλεισμό, παρέχεται η ευκαιρία στους προσφέροντες ή τους υποψηφίους να αποδείξουν ότι η συμμετοχή τους στην προετοιμασία της διαδικασίας ανάθεσης της σύμβασης δεν μπορεί να προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού. Τα μέτρα που λαμβάνονται τεκμηριώνονται στα πρακτικά που συντάσσονται, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 117.
 
Άρθρο 150
Κανόνες για τη διενέργεια προκαταρκτικών διαβουλεύσεων με την αγορά
 
1. Οι διαβουλεύσεις διεξάγονται βάσει ειδικής πρόσκλησης για ανοιχτή, μη δεσμευτική συμμετοχή των ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων, που αναρτάται στην ιστοσελίδα της αναθέτουσας αρχής/ αναθέτοντος φορέα και δημοσιοποιείται με κάθε άλλο πρόσφορο, κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής/ αναθέτοντος φορέα, μέσω του έντυπου ή ηλεκτρονικού τύπου. Η δαπάνη των τυχόν δημοσιεύσεων στον τύπο και κάθε άλλο μέσο δημοσιότητας βαρύνει την αναθέτουσα αρχή/αναθέτοντα φορέα. Σε περίπτωση συμβάσεων για τις οποίες η εφαρμογή της παρούσας διάταξης θα υποχρέωνε τις αναθέτουσες αρχές/ αναθέτοντες φορείς να παράσχουν πληροφορίες, η αποκάλυψη των οποίων είναι αντίθετη προς τα ουσιώδη συμφέροντά τους ή μπορεί να παραβλάψει τυχόν απόρρητα, η ειδική πρόσκληση του προηγούμενου εδαφίου δεν δημοσιοποιείται, αλλά αποστέλλεται με κάθε πρόσφορο τρόπο.
 
2. Η πρόσκληση αναφέρει τα στοιχεία της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα, το αντικείμενο της σύμβασης, τον τρόπο και την προθεσμία υποβολής παρατηρήσεων. Στην πρόσκληση επισυνάπτεται περιγραφικό έγγραφο, στο οποίο περιλαμβάνεται κάθε άλλο πληροφοριακό στοιχείο σχετικά με τη σύμβαση που πρόκειται να συναφθεί.
 
3. Η διαδικασία διαβούλευσης διαρκεί τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες και δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εξήντα (60) ημέρες από την ανάρτηση της σχετικής ανακοίνωσης ή από την αποστολή της σχετικής πρόσκλησης. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται, ιδίως σε περιπτώσεις συμβάσεων μείζονος οικονομικής αξίας ή με ιδιαίτερα σύνθετο αντικείμενο.
Μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται στην πρόσκληση για την ολοκλήρωση της διαβούλευσης, η αναθέτουσα αρχή/ αναθέτων φορέας συγκεντρώνει και επεξεργάζεται τα σχόλια που υποβλήθηκαν.
 
Άρθρο 151
Τεκμηρίωση δημόσιας σύμβασης
 
1. Για την τεκμηρίωση της διαδικασίας ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων του Μέρους Β’ του παρόντος η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας συντάσσει και τηρεί σε ηλεκτρονική μορφή ειδικό «Φάκελο Δημόσιας Σύμβασης». Ο Φάκελος Δημόσιας Σύμβασης συμπληρώνεται και επικαιροποιείται σε όλα τα επιμέρους στάδια ανάθεσης και εκτέλεσης της σύμβασης, την ακολουθεί ως τη λήξη της και περιλαμβάνει ιδίως:
α) την τεκμηρίωση της σκοπιμότητας της σύμβασης, β) την περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης, γ) τα έγγραφα της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 39 και δ) τον προϋπολογισμό της σύμβασης και την τεκμηρίωσή του.
 
2. Το περιεχόμενο, η διαδικασία και κάθε άλλο ζήτημα σχετικά με την συγκρότηση και τήρηση του Φακέλου της παραγράφου 1, μπορούν να καθορίζονται με τα προεδρικά διατάγματα του άρθρου 172.
 
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ
ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
 
Άρθρο 152
Δημοσιότητα σε εθνικό επίπεδο
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς δημοσιεύουν τις προκηρύξεις και διακηρύξεις ή αποφάσεις απευθείας ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, ανεξάρτητα από την εκτιμώμενη αξία τους και τη διαδικασία ανάθεσης, με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 139, στο ΚΗΜΔΗΣ και στην ιστοσελίδα τους, εφόσον διαθέτουν, μέσω διαύλου αυτοματοποιημένης διανομής (RSSFEED). Οι προκηρύξεις περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 39 και γίνεται χρήση των προτύπων που εκδίδονται από την Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15.
 
2. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς δημοσιεύουν προκήρυξη (περίληψη διακήρυξης) δημόσιας σύμβασης στον περιφερειακό και τοπικό τύπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3548/2007 (Α’ 68), καθώς και τις κείμενες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου διατάξεις περί υποχρεωτικής δημοσιοποίησης δια του περιφερειακού και τοπικού τύπου διαγωνισμών δημοσίων συμβάσεων, υπό την έννοια του άρθρου 15 του Μέρους Β’ του παρόντος.
 
3. Οι προκηρύξεις και διακηρύξεις δημοσίων συμβάσεων της παραγράφου 1 πρέπει να φέρουν Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης Μητρώου (ΑΔΑΜ) στο ΚΗΜΔΗΣ, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 139.
 
4. Η δαπάνη των δημοσιεύσεων της παραγράφου 2 βαρύνει την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα.
 
Άρθρο 153
Λόγοι αποκλεισμού
 
1. Οι λόγοι αποκλεισμού του προσφέροντος ή του υποψηφίου καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης.
 
2. Ο προσφέρων ή ο υποψήφιος αποκλείεται της συμμετοχής του στη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης εφόσον:
α) Συντρέχει στο πρόσωπό του κάποιος από τους υποχρεωτικούς λόγους αποκλεισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 είτε κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης του άρθρου 155 είτε κατά το χρόνο της κοινοποίησης της έγγραφης ειδοποίησης της παραγράφου 1 του άρθρου 170.
β) Συντρέχει στο πρόσωπό του κάποιος από τους προαιρετικούς λόγους αποκλεισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 και καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης είτε κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης του άρθρου 155 είτε κατά το χρόνο της κοινοποίησης της έγγραφης ειδοποίησης της παραγράφου 1 του άρθρου 170.
γ) Εχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση για κάποιο από τα αδικήματα της υπεξαίρεσης, της απάτης, της εκβίασης, της πλαστογραφίας, της ψευδορκίας, της δωροδοκίας και της δόλιας χρεωκοπίας είτε κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης του άρθρου 155 είτε κατά το χρόνο της κοινοποίησης της έγγραφης ειδοποίησης της παραγράφου 1 του άρθρου 170.
δ) Συντρέχει στο πρόσωπό του κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με άλλα λιγότερο επαχθή μέτρα.
ε) Η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας διαθέτει επαρκείς εύλογες ενδείξεις ότι ο οικονομικός φορέας συνήψε συμφωνίες με άλλους οικονομικούς φορείς, με σκοπό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού κατά τη διαδικασία ανάθεσης της συγκεκριμένης σύμβασης.
στ) Ο οικονομικός φορέας επιχειρεί να επηρεάσει με αθέμιτο τρόπο τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα, να αποκτήσει εμπιστευτικές πληροφορίες που ενδέχεται να του αποφέρουν αθέμιτο πλεονέκτημα κατά τη διαδικασία ανάθεσης ή να παράσχει εξ αμελείας παραπλανητικές πληροφορίες που ενδέχεται να επηρεάσουν ουσιωδώς τις αποφάσεις που αφορούν στον αποκλεισμό ή στην ποιοτική επιλογή οικονομικών φορέων ή στην ανάθεση της σύμβασης.
ζ) Από την προηγούμενη συμμετοχή του οικονομικού φορέα στο στάδιο της προπαρασκευής της διαδικασίας ανάθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 149, προκύπτει στρέβλωση του ανταγωνισμού, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με άλλα λιγότερο επαχθή μέτρα.
η) Συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 4 και της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3310/2005 (Α’ 30), όπως ισχύουν, εφόσον η υπό ανάθεση σύμβαση υπάγεται βάσει της προεκτιμώμενης αξίας της στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3310/2005.
 
3. Αποκλείεται από τη συμμετοχή κατά τη διαδικασία ανάθεσης της δημόσιας σύμβασης ο προσφέρων ή ο υποψήφιος που είναι κοινοπραξία οικονομικών φορέων κατά την έννοια του άρθρου 33, αποκλείεται από τη συμμετοχή κατά τη διαδικασία ανάθεσης της δημόσιας σύμβασης όταν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 στο πρόσωπο ενός από τα μέλη της κοινοπραξίας.
 
4. Ο προσφέρων ή ο υποψήφιος αποκλείεται, επίσης, όταν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 στο πρόσωπο τρίτων φορέων που παρέχουν προς τον προσφέροντα ή τον υποψήφιο οικονομική, χρηματοοικονομική ή τεχνική ικανότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 70 παρ. 2, 71 παρ. 3, 120 παράγραφοι 4 και 5, και 121 παράγραφοι 5 και 6.
 
5. Ο οικονομικός φορέας που τελεί σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορεί να προσκομίζει στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι τα μέτρα που έλαβε επαρκούν για να αποδείξουν την αξιοπιστία του. Ειδικότερα, ο οικονομικός φορέας μπορεί να αποδεικνύει ότι έχει καταβάλει ή έχει δεσμευθεί να καταβάλει τυχόν επιβληθέντα πρόστιμα ή άλλες χρηματικές; κυρώσεις ή αποζημίωση για τυχόν ζημίες που προκλήθηκαν από το ποινικό αδίκημα ή το παράπτωμα, ότι έχει διευκρινίσει τα γεγονότα και τις περιστάσεις με ολοκληρωμένο τρόπο, μέσω ενεργού συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές, και έχει λάβει συγκεκριμένα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, καθώς και μέτρια σε επίπεδο προσωπικού, κατάλληλα για την αποφυγή περαιτέρω ποινικών αδικημάτων ή παραπτωμάτων Τα μέτρα που λαμβάνονται από τους οικονομικούς φορείς αξιολογούνται σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του ποινικού αδικήματος ή του παραπτώματος. Αν τα στοιχεία κριθούν επαρκή, ο εν λόγω οικονομικός φορέας δεν αποκλείεται από τη διαδικασία ανάθεσης. Σε περίπτωση που τα μέτρα κριθούν ανεπαρκή, γνωστοποιείται στον οικονομικό φορέα το σκεπτικό της κρίσης.
 
Άρθρο 154
Έλεγχος καταλληλότητας των προσφερόντων ή υποψηφίων
 
1. Με την επιφύλαξη της τήρησης των γενικών αρχών του άρθρου 16 η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας καθορίζει τα ελάχιστα προσόντα και ικανότητες που οφείλουν να διαθέτουν οι προσφέροντες/ υποψήφιοι για να συμμετέχουν στις διαδικασίες ανάθεσης.
 
2. Για τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες ανάθεσης οι προσφέροντες ή οι υποψήφιοι υποβάλλουν δικαιολογητικά, προκειμένου να αποδείξουν ιδίως:
α) τη νομιμοποίησή τους,
β) την προσωπική κατάσταση και επαγγελματική τους επάρκεια,
γ) την οικονομική, χρηματοοικονομική επάρκεια και τεχνική ικανότητά τους,
δ) την επίκληση της χρηματοοικονομικής ή τεχνικής ικανότητας τρίτων,
ε) την ύπαρξη συστήματος διασφάλισης ποιότητας ή περιβαλλοντικής διαχείρισης,
στ) κάθε άλλη απαίτηση ή στοιχείο πρόσφορο για τη διενέργεια του ελέγχου καταλληλότητας.
 
3. Τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, καθώς και τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν ότι αυτά πληρούνται, εξειδικεύονται στα έγγραφα της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 155.
 
4. Για τις ανάγκες του ελέγχου της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας των προσφερόντων ή υποψηφίων, οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να έχουν κατάλληλη οικονομική και χρηματοπιστωτική ικανότητα. Για το σκοπό αυτό, μπορούν να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να έχουν έναν ορισμένο ελάχιστο ετήσιο κύκλο εργασιών, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ένας ορισμένος ελάχιστος κύκλος εργασιών στον τομέα δραστηριοτήτων που καλύπτεται από τη σύμβαση. Επιπρόσθετα, οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς πληροφορίες σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς τους, από τις οποίες προκύπτουν στοιχεία, όπως ο λόγος μεταξύ ενεργητικού και παθητικού. Μπορούν, επίσης, να ζητούν από τους οικονομικούς φορείς να διαθέτουν ικανοποιητική ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.
 
5. Ο απαιτούμενος ελάχιστος ετήσιος κύκλος εργασιών δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις που αφορούν τους ειδικούς κινδύνους που σχετίζονται με τη φύση των έργων, των υπηρεσιών ή των προμηθειών. Η αναθέτουσα αρχή αναφέρει τις εν λόγω εξαιρετικές περιστάσεις στα έγγραφα της δημόσιας σύμβασης.
 
6. Ο λόγος μεταξύ ενεργητικού και παθητικού μπορεί να εκτιμάται, εφόσον οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς εξειδικεύουν στα έγγραφα της σύμβασης τις μεθόδους και τα κριτήρια για την συνεκτίμησή του.
Τα κριτήρια αυτά είναι αντικειμενικά και σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης.
 
7. Όταν μία σύμβαση διαιρείται σε τμήματα, οι παράγραφοι 3 έως 5 εφαρμόζονται σε σχέση με κάθε επιμέρους τμήμα. Αν ανατεθούν στον ανάδοχο περισσότερα τμήματα που πρέπει να εκτελεστούν ταυτόχρονα, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να καθορίζει τον ελάχιστο ετήσιο κύκλο εργασιών ανά ομάδες τμημάτων.
 
8. Αν οι συμβάσεις βάσει συμφωνίας-πλαισίου πρόκειται να ανατεθούν μετά από προκήρυξη νέου διαγωνισμού, η μέγιστη απαίτηση ετήσιου κύκλου εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υπολογίζεται βάσει του αναμενόμενου μέγιστου μεγέθους των εκτελεστικών συμβάσεων που θα εκτελεστούν ταυτόχρονα, ή, αν αυτό δεν είναι γνωστό, βάσει της εκτιμώμενης αξίας της συμφωνίας-πλαισίου. Στην περίπτωση των δυναμικών συστημάτων αγορών, η μέγιστη απαίτηση ετήσιου κύκλου εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υπολογίζεται με βάση το αναμενόμενο μέγιστο μέγεθος των επιμέρους συμβάσεων που θα συναφθούν μέσω του δυναμικού συστήματος αγορών.
 
9. Για τον έλεγχο της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας των προσφερόντων ή των υποψηφίων, η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας μπορεί να ζητά με τη διακήρυξη ένα ή περισσότερα δικαιολογητικά ανάλογα με τις απαιτήσεις της κατά περίπτωση σύμβασης, τις δυνατότητες της συγκεκριμένης αγοράς, στην οποία απευθύνεται, και την ανάγκη εξασφάλισης συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού.
 
10. Η τεχνική και επαγγελματική ικανότητα των προσφερόντων ή των υποψηφίων μπορεί να ελέγχεται με βάση, ιδίως την τεχνογνωσία τους, την αποτελεσματικότητα, την εμπειρία και την αξιοπιστία τους. Για τον έλεγχο της ικανότητας αυτής η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας προσδιορίζει στη διακήρυξη τα αναγκαία στοιχεία ανάλογα με το είδος και το φυσικό ή οικονομικό αντικείμενο της υπό ανάθεση σύμβασης.
 
Άρθρο 155
Δικαιολογητικά ποιοτικής επιλογής
 
1. Κατά την υποβολή των αιτήσεων συμμετοχής ή προσφορών, ο προσφέρων ή ο υποψήφιος οικονομικός φορέας υποβάλλει δήλωση στην οποία αναγράφεται:
α) Ότι δεν βρίσκεται σε καμία από τις καταστάσεις που αποτελούν λόγο αποκλεισμού, σύμφωνα με το άρθρο 153. Επίσης, δηλώνει τους φορείς προς τους οποίους είναι υπόχρεος καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
β) Ότι πληροί τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, σύμφωνα με το άρθρο 154 και τα έγγραφα της σύμβασης.
γ) Ότι, ανάλογα με την περίπτωση, ικανοποιεί τους αντικειμενικούς κανόνες και τα κριτήρια επιλογής που έχουν καθοριστεί, σύμφωνα με τα άρθρα 67 παράγραφοι 2 και 3 και 120.
δ) Ότι ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 159, και στη δεύτερη περίπτωση της παραγράφου 4 του άρθρου 45.
ε) Ότι έλαβε υπόψη του τις υποχρεώσεις σχετικά με τις διατάξεις περί προστασίας του περιβάλλοντος και των συνθηκών εργασίας που ισχύουν στον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεσθεί η σύμβαση.
στ) Ότι θα είναι σε θέση, εφόσον του ζητηθεί και χωρίς καθυστέρηση, να παράσχει κάθε δικαιολογητικό ή έγγραφο που αποδεικνύει τις πληροφορίες και δηλώσεις που περιλαμβάνει στη δήλωσή του.
Αν ο προσφέρων ή ο υποψήφιος επικαλείται τις χρηματοοικονομικές, τεχνικές ή επαγγελματικές δυνατότητες άλλων φορέων, σύμφωνα με τα άρθρα 70 παρ. 2, 71 παρ. 3, 120 παράγραφοι 4 και 5, 121 παράγραφοι 5 και 6, θα πρέπει να προσκομίζει δηλώσεις των εν λόγω φορέων με το περιεχόμενο των περιπτώσεων α’ έως και στ’.
Οι δηλώσεις υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν.1599/1986 (Α’ 75), χωρίς να απαιτείται η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής που προσώπου που υποβάλλει τη δήλωση. Η ως άνω δήλωση, ανεξάρτητα από την αναγραφόμενη σε αυτήν ημερομηνία, αποκτά βεβαία χρονολογία με την υποβολή της προσφοράς ή της αιτήσεως συμμετοχής τις οποίες συνοδεύει.
 
2. Η αναθέτουσα αρχή/ ο αναθέτων φορέας μπορεί να ζητεί ανά πάσα στιγμή από τους προσφέροντες ή τους υποψηφίους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και πριν την ολοκλήρωσή της, να υποβάλουν το σύνολο ή τμήμα των δικαιολογητικών εγγράφων που αποδεικνύουν τις πληροφορίες και δηλώσεις που περιλαμβάνει στη δήλωσή του ο προσφέρων/ υποψήφιος, αν, κατά την άποψή τους, είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της ομαλής διενέργειας της διαδικασίας.
 
3. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, στα έγγραφα της σύμβασης μπορεί να προβλέπεται ότι οι οικονομικοί φορείς δεν υποχρεούνται να υποβάλουν δικαιολογητικά έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, εφόσον και στο βαθμό που η αναθέτουσα αρχή/ ο αναθέτων φορέας έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει τα πιστοποιητικά ή τις σχετικές πληροφορίες απευθείας με πρόσβαση σε βάση δεδομένων που τηρείται σε οποιοδήποτε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και διατίθεται δωρεάν. Η δήλωση της παραγράφου 1 περιέχει, επίσης, τις πληροφορίες που απαιτούνται για την απευθείας αναζήτηση δικαιολογητικών συμμετοχής, όπως τη διαδικτυακή διεύθυνση της βάσης δεδομένων, στοιχεία ταυτοποίησης και, κατά περίπτωση, την απαραίτητη δήλωση συναίνεσης.
 
4. Αν ο υποψήφιος ή ο προσφέρων αποτελεί κοινοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 33, υποβάλλει τη δήλωση της παραγράφου 1, τα έγγραφα ή τα δικαιολογητικά της παραγράφου 3 για κάθε μέλος της κοινοπραξίας.
 
5. Όταν υποβάλλεται αίτηση συμμετοχής ή προσφορά από υποψήφιο ή προσφέροντα που δηλώνει ότι θα χρησιμοποιήσει τη χρηματοοικονομική ή οικονομική επάρκεια ή επαγγελματική ή τεχνική ικανότητα τρίτων οικονομικών προσώπων ή υπεργολάβων για την εκτέλεση της σύμβασης, στην περίπτωση που ανακηρυχθεί ανάδοχος, προσκομίζονται από τον υποψήφιο για κάθε τρίτο οικονομικό φορέα ή υπεργολάβο τα δικαιολογητικά ποιοτικής επιλογής που προβλέπονται στις παραγράφους 1 ή 2, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στη διακήρυξη.
 
6. Με απόφαση της Αρχής της παραγράφου 20 του άρθρου 15 εκδίδεται πρότυπο δήλωσης της παραγράφου 1 και καθορίζεται ο τύπος και το ειδικότερο περιεχόμενο αυτής.
 
Άρθρο 156
Επίκληση ικανοτήτων τρίτων φορέων
 
1. Όταν ο προσφέρων ή ο υποψήφιος επικαλείται για την απόδειξη των κριτηρίων ποιοτικής επιλογής που αφορούν είτε στην οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια ή στην τεχνική και επαγγελματική ικανότητα, που ορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης, τις ικανότητες τρίτων φορέων, σύμφωνα με τα άρθρα 70 παρ. 2, 71 παρ. 3, 120 παράγραφοι 4 και 5, 121 παράγραφοι 5 και 6, εφαρμόζονται επιπλέον οι παράγραφοι 2 και 3.
 
2. Όσον αφορά στα κριτήρια που σχετίζονται με τους τίτλους σπουδών και τα επαγγελματικά προσόντα ή με τη σχετική επαγγελματική εμπειρία, οι υποψήφιοι ή προσφέροντες μπορούν να βασίζονται στις ικανότητες τρίτων φορέων, μόνο αυτοί θα εκτελέσουν τις εργασίες ή τις υπηρεσίες για τις οποίες απαιτούνται οι συγκεκριμένες ικανότητες.
 
3. Εφόσον ο προσφέρων ή ο υποψήφιος στηρίζεται στις ικανότητες τρίτων οικονομικών φορέων, όσον αφορά στα κριτήρια που σχετίζονται με την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια, η αναθέτουσα αρχή/ ο αναθέτων φορέας μπορεί να επιβάλει στον προσφέροντα ή στον υποψήφιο και στον τρίτο φορέα να είναι από κοινού υπεύθυνοι για την εκτέλεση της σύμβασης.
 
4. Αν ο προσφέρων ή ο υποψήφιος επιθυμεί να στηριχθεί στις ικανότητες τρίτων φορέων, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, οφείλει να αποδεικνύει με κάθε πρόσφορο μέσο στην αναθέτουσα αρχή/ στον αναθέτοντα φορέα ότι θα έχει στη διάθεσή του τους αναγκαίους πόρους, ιδίως, με την προσκόμιση, κατά την υποβολή των αιτήσεων συμμετοχής ή προσφορών, της σχετικής δέσμευσης των φορέων αυτών. Ο ειδικότερος τρόπος και τα μέσα απόδειξης της διάθεσης στον προσφέροντα ή στον υποψήφιο των εν λόγω πόρων, μπορεί να διευκρινίζονται περαιτέρω με τα προεδρικά διατάγματα του άρθρου 172.
 
5. Η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας εξετάζει εάν οι τρίτο οικονομικοί φορείς, στις ικανότητες των οποίων ο προσφέρων ή ο υποψήφιος προτίθεται να στηριχθεί, πληρούν τα σχετικά κριτήρια ποιοτικής επιλογής, σύμφωνα με το άρθρο 154, ή αν συντρέχουν στο πρόσω-πό τους λόγοι αποκλεισμού, σύμφωνα με το άρθρο 153. Η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας μπορεί να απαιτεί από τον προσφέροντα/υποψήφιο να αντικαταστήσει έναν τρίτο οικονομικό φορέα που δεν πληροί σχετικό κριτήριο επιλογής ή για τον οποίο συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού που καθορίζουν τα έγγραφα της σύμβασης και ο προσφέρων/ υποψήφιος υποχρεούται να το πράξει.
 
6. Με τους ιδίους όρους, μία κοινοπραξία οικονομικών φορέων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 33, μπορεί να στηρίζεται στις ικανότητες των μελών της κοινοπραξίας ή άλλων φορέων.
 
Άρθρο 157
Εγγυήσεις
 
1. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς ζητούν από τους προσφέροντες να παράσχουν, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα είδη εγγυήσεων:
α) «Εγγύηση συμμετοχής», το ύψος της οποίας καθορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, αριθμητικώς και ολογράφως σε Ευρώ, και δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2% της προεκτιμώμενης αξίας της σύμβασης εκτός ΦΠΑ. Η εγγύηση συμμετοχής πρέπει να ισχύει τουλάχιστον για τριάντα (30) ημέρες μετά τη λήξη του χρόνου ισχύος της προσφοράς που καθορίζουν τα έγγραφα της σύμβασης. Σε περίπτωση που η διάρκεια ισχύος της προσφοράς λήγει, η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας μπορεί, πριν τη λήξη της, να ζητά από τον προσφέροντα να παρατείνει, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, τη διάρκεια ισχύος της προσφοράς και της εγγύησης συμμετοχής.
Δεν απαιτείται εγγύηση συμμετοχής για τη συμμετοχή σε διαδικασίες ανάθεσης συμφωνιών-πλαίσιο ή σε συνοπτικό διαγωνισμό του άρθρου 143.
Η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει αν ο προσφέρων αποσύρει την προσφορά του κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής, παρέχει ψευδή στοιχεία ή πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 153 έως 156, δεν προσκομίσει εγκαίρως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 168 δικαιολογητικά κατακύρωσης, δεν προσέλθει εγκαίρως για υπογραφή της σύμβασης.
Η εγγύηση συμμετοχής επιστρέφεται στον ανάδοχο με την προσκόμιση της εγγύησης καλής εκτέλεσης και στους λοιπούς προσφέροντες εντός τεσσάρων (4) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτούς είτε της οριστικής απόφασης περί απόρριψης της προσφοράς τους από τα επόμενα στάδια της διαδικασίας ανάθεσης είτε της οριστικής απόφασης κατακύρωσης της σύμβασης.
β) «Εγγύηση καλής εκτέλεσης», το ύψος της οποίας καθορίζεται σε ποσοστό έως 5% επί της αξίας της σύμβασης χωρίς να υπολογίζεται ο ΦΠΑ. Η εγγύηση καλής εκτέλεσης καταπίπτει στην περίπτωση παράβασης των όρων της σύμβασης, όπως αυτή ειδικότερα ορίζει.
γ) «Εγγύηση καλής εκτέλεσης συμφωνίας-πλαίσιο», το ύψος της οποίας ανέρχεται σε ποσοστό έως 0,5% επί της συνολικής αξίας της συμφωνίας-πλαίσιο ή του τμήματος της συμφωνίας πλαίσιο, η οποία θα αποδεσμεύεται ισόποσα και αναλογικά, κατ’ έτος, σε σχέση με το χρόνο συνολικής διάρκειας της συμφωνίας-πλαίσιο. Προκειμένου να υπογραφεί η εκτελεστική σύμβαση, ο οικονομικός φορέας μπορεί να υποχρεωθεί να καταθέσει εγγύηση καλής εκτέλεσης της σύμβασης αυτής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση β’.
δ) « Εγγύηση προκαταβολής» στην περίπτωση χορήγησης προκαταβολής, ισόποση με την προκαταβολή. Όταν, σύμφωνα με τα έγγραφα της σύμβασης, προσκομίζεται και εγγύηση καλής εκτέλεσης, η τελευταία καλύπτει και την παροχή ισόποσης προκαταβολής προς τον ανάδοχο, χωρίς να απαιτείται η κατάθεση εγγύησης προκαταβολής. Αν από τα έγγραφα της σύμβασης προβλέπεται μεγαλύτερο ύψος προκαταβολής, αυτή λαμβάνεται με την κατάθεση από τον ανάδοχο εγγύησης προκαταβολής που θα καλύπτει τη διαφορά μεταξύ του ποσού της εγγύησης καλής εκτέλεσης και του ποσού της καταβαλλομένης προκαταβολής. Η απόσβεση της προκαταβολής και η επιστροφή της εγγύησης καλής εκτέλεσης πραγματοποιούνται, σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων της σύμβασης. Η προκαταβολή και η εγγύηση προκαταβολής μπορεί να χορηγείται τμηματικά εφόσον τούτο ορίζεται στους όρους της διακήρυξης και στα έγγραφα της σύμβασης.
 
2. Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να ζητούν από τους προσφέροντες να παράσχουν:
α) « Εγγύηση καλής λειτουργίας» για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων που ανακύπτουν ή των ζημιών που προκαλούνται από δυσλειτουργία των έργων ή των αγαθών κατά την περίοδο εγγύησης καλής λειτουργίας, εφόσον από τα έγγραφα της σύμβασης προβλέπεται η προσκόμιση τέτοιας εγγύησης. Το ύψος της εγγύησης καλής λειτουργίας καθορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό.
β) «Ασφάλιση κατά παντός κινδύνου και αστικής ευθύνης», η οποία καλύπτει την αποκατάσταση ζημιών που προκαλούνται από τον ανάδοχο της σύμβασης κατά την εκτέλεσή της. Η ασφάλιση αυτή ζητείται υποχρεωτικά στις δημόσιες συμβάσεις έργων.
 
3. Τα έγγραφα της σύμβασης ορίζουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τις απαιτούμενες εγγυήσεις, τον τύπο, το ακριβές ποσό, τη διαδικασία κατάπτωσης, επιστροφής ή αποδέσμευσης, και τους ειδικότερους όρους αυτών.
 
4. Οι εγγυήσεις των παραγράφων 1 έως 3 εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν νόμιμα στα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, ή στα κράτη-μέρη της Συμφωνίας Δημοσίων Συμβάσεων του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, που κυρώθηκε με το ν. 2513/1997 (Α’ 139) και έχουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, το δικαίωμα αυτό. Μπορούν, επίσης, να εκδίδονται από το Ε.Τ.Α.Α. – Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. ή να παρέχονται με γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων με παρακατάθεση σε αυτό του αντίστοιχου χρηματικού ποσού.
 
Άρθρο 158
Χρόνος και τρόπος υποβολής προσφορών ή αιτήσεων συμμετοχής
 
1. Όσοι επιθυμούν να λάβουν μέρος σε διαδικασία ανάθεσης πρέπει να καταθέσουν αίτηση συμμετοχής ή προσφορά εντός της προθεσμίας που ορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης.
 
2. Οι προσφορές ή αιτήσεις συμμετοχής υποβάλλονται ή αποστέλλονται στην αναθέτουσα αρχή/στον αναθέτοντα φορέα με οποιοδήποτε, από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του νόμου αυτού, μέσα και παραλαμβάνονται από το αρμόδιο όργανο επί αποδείξει.
 
3. Προσφορές ή αιτήσεις συμμετοχής που περιέρχονται στην αναθέτουσα αρχή/στον αναθέτοντα φορέα με οποιονδήποτε τρόπο, πριν από τη διενέργεια του διαγωνισμού, δεν αποσφραγίζονται αλλά παραδίδονται στα αρμόδια όργανα διενέργειας της διαδικασίας ανάθεσης, προκειμένου να αποσφραγιστούν μαζί με τις άλλες που κατατέθηκαν με τη διαδικασία των άρθρων 164 έως 167. Προσφορές ή αιτήσεις συ μμετοχής που υποβάλλονται ή περιέρχονται στην αναθέτουσα αρχή/στον αναθέτοντα φορέα εκπρόθεσμα, επιστρέφονται στους προσφέροντες χωρίς να αποσφραγιστούν.
 
4. Οι προσφορές, οι αιτήσεις συμμετοχής και τα δικαιολογητικά συμμετοχής, εν γένει, που κατατίθενται στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάθεσης υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 159.
 
5. Πριν τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των προσφορών ή αιτήσεων συμμετοχής, ο προσφέρων ή ο υποψήφιος μπορεί να τροποποιήσει, συμπληρώσει ή αποσύρει την προσφορά του ή την αίτηση συμμετοχής του.
 
Άρθρο 159
Περιεχόμενο των προσφορών και αιτήσεων συμμετοχής
 
1. Στην ανοικτή διαδικασία οι προσφέροντες υποβάλλουν με την προσφορά τους τα ακόλουθα:
 
α) Ξεχωριστό σφραγισμένο φάκελο, με την ένδειξη «Δικαιολογητικά Συμμετοχής», ο οποίος περιέχει:
αα. Εγγύηση συμμετοχής στο διαγωνισμό, κατ’ άρθρο 157, εφόσον απαιτείται.
ββ. Τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1, 4 και 5 του άρθρου 155 και στα έγγραφα της σύμβασης δικαιολογητικά ποιοτικής επιλογής, σχετικά με την προσωπική τους κατάσταση και την οικονομική ή χρηματοοικονομική επάρκεια και την επαγγελματική ή την τεχνική ικανότητά τους.
γγ. Τα αποδεικτικά έγγραφα νομιμοποίησης του προσφέροντος ή του υποψήφιου νομικού προσώπου.
β) Ξεχωριστό σφραγισμένο φάκελο, με την ένδειξη «Τεχνική Προσφορά», ο οποίος περιέχει τα τεχνικά στοιχεία της προσφοράς. Αν τα τεχνικά στοιχεία της προσφοράς δεν είναι δυνατόν, λόγω μεγάλου όγκου, να τοποθετηθούν στον κυρίως φάκελο, τότε αυτά συσκευάζονται χωριστά και ακολουθούν τον κυρίως φάκελο με την ένδειξη «Παράρτημα Τεχνικής Προσφοράς» και τις λοιπές ενδείξεις του κυρίως φακέλου.
γ) Ξεχωριστό σφραγισμένο φάκελο, με την ένδειξη «Οικονομική Προσφορά», ο οποίος περιέχει τα οικονομικά στοιχεία της προσφοράς.
δ) Νόμιμη εξουσιοδότηση για την υποβολή της προσφοράς ή της αίτησης συμμετοχής, εφόσον υποβάλλεται από τρίτο.
 
2. Στην κλειστή διαδικασία και στη διαδικασία με διαπραγμάτευση:
α) Όλοι οι υποψήφιοι υποβάλλουν κατά το στάδιο προεπιλογής τα δικαιολογητικά συμμετοχής της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1.
β) Οι προεπιλεγέντες υποψήφιοι υποβάλλουν την τεχνική και οικονομική προσφορά τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις περιπτώσεις β’ και γ’ της παραγράφου 1.
Τα δικαιολογητικά συμμετοχής, εκτός από την εγγύηση και τις δηλώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 155.
 
3. Τα Δικαιολογητικά Συμμετοχής, πλην της εγγύησης και των δηλώσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 155, μπορούν να υποβάλλονται σε απλά φωτοαντίγραφα. Στην περίπτωση αυτή, στη δήλωση της παραγράφου 1 του άρθρου 155 δηλώνεται ρητά ότι τα φωτοαντίγραφα αποτελούν ακριβή αντίγραφα των πρωτοτύπων.
 
4. Εφόσον τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που υποβάλλονται με την προσφορά ή την αίτηση συμμετοχής δεν είναι συνταγμένα στην ελληνική γλώσσα, συνυποβάλλεται επίσημη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα.
 
5. Στα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα και δικαιολογητικά εφαρμόζεται η Συνθήκη της Χάγης της 5.10.1961, που κυρώθηκε με το ν. 1497/1984 (Α’ 188).
 
6. Στα έγγραφα της σύμβασης μπορεί να ορίζεται ότι ενημερωτικά και τεχνικά φυλλάδια και άλλα έντυπα – εταιρικά ή μη – με ειδικό τεχνικό περιεχόμενο μπορούν να υποβάλλονται σε άλλη γλώσσα, χωρίς να συνοδεύονται από μετάφραση στην ελληνική.
 
7. Αν στην προσφορά ή στην αίτηση συμμετοχής υπάρχει οποιαδήποτε προσθήκη ή διόρθωση, αυτή πρέπει να είναι καθαρογραμμένη και μονογραμμένη από τον συντάκτη, το δε αρμόδιο όργανο παραλαβής και αποσφράγισης των προσφορών και αιτήσεων συμμετοχής, κατά τον έλεγχο, μονογράφει και σφραγίζει την τυχόν διόρθωση ή προσθήκη.
 
Άρθρο 160
Πληρότητα και νομιμότητα δικαιολογητικών – Διευκρινίσεις
 
1. Κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των προσφορών ή αιτήσεων συμμετοχής, η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας μπορεί να καλεί εγγράφως τους προσφέροντες ή τους υποψηφίους να διευκρινίζουν ή να συμπληρώνουν τα έγγραφα ή τα δικαιολογητικά της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 και της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 159, που έχουν υποβάλει, μέσα σε εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από επτά (7) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής σε αυτούς της σχετικής πρόσκλησης. Οποιαδήποτε διευκρίνιση ή συμπλήρωση υποβάλλεται από τους προσφέροντες ή υποψηφίους χωρίς να έχει ζητηθεί από την αναθέτουσα αρχή/αναθέτοντα φορέα δεν λαμβάνεται υπόψη.
 
2. Η πιο πάνω διευκρίνιση ή η συμπλήρωση αφορά μόνο στις ασάφειες, επουσιώδεις πλημμέλειες ή πρόδηλα τυπικά σφάλματα που επιδέχονται διόρθωση ή συμπλήρωση, όπως ιδίως παράλειψη μονογραφών, διακεκομμένη αρίθμηση, ελαττώματα συσκευασίας και σήμανσης του φακέλου και των υποφακέλων των προσφορών ή αιτήσεων συμμετοχής, λεκτικές και φραστικές αποκλίσεις των εγγράφων της προσφοράς από την ορολογία των εγγράφων της σύμβασης, που δεν επιφέρουν έννομες συνέπειες ως προς το περιεχόμενό τους, ελλείψεις ως προς τα νομιμοποιητικά στοιχεία, πλημμελή σήμανση αντιγράφων που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4250/2014 (Α’ 74) και μεταφράσεων και λοιπών πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων, διαφοροποίηση της δομής των εγγράφων της προσφοράς από τα υποδείγματα, υποχρεωτικά ή μη, που θεσπίζονται με τον νόμο, τις κανονιστικές πράξεις ή τα έγγραφα της σύμβασης. Η συμπλήρωση ή η διευκρίνιση κατά το πρώτο εδάφιο δεν επιτρέπεται να έχει ως συνέπεια μεταγενέστερη αντικατάσταση ή υποβολή εγγράφων σε συμμόρφωση των όρων της διακήρυξης, αλλά μόνο τη διευκρίνιση ή συμπλήρωση, ακόμη και με νέα έγγραφα, εγγράφων ή δικαιολογητικών που έχουν ήδη υποβληθεί.
 
3. Η διευκρίνιση ή η συμπλήρωση της παραγράφου 1 δεν πρέπει να εισάγει διακρίσεις, άνιση μεταχείριση των οικονομικών φορέων ή να έχει ως συνέπεια ευνοϊκή μεταχείριση συγκεκριμένου οικονομικού φορέα στη διαδικασία ανάθεσης της δημόσιας σύμβασης.
 
4. Η αναθέτουσα αρχή /ο αναθέτων φορέας μπορεί, μέσα σε εύλογη προθεσμία η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από επτά (7) ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, να ζητήσει έγγραφη διευκρίνιση του περιεχομένου της τεχνικής ή οικονομικής προσφοράς, αν περιέχει ασάφειες, ήσσονος σημασίας ατέλειες, επουσιώδεις παραλείψεις ή πρόδηλα τυπικά ή υπολογιστικά σφάλματα που η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας κρίνει ότι μπορεί να θεραπευθούν. Η διευκρίνιση αυτή δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την ουσιώδη αλλοίωση της προσφοράς ή τη μεταβολή στην κατάταξη των προσφορών, σύμφωνα με τα κριτήρια ανάθεσης και δεν πρέπει να προσδίδει αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της συγκεκριμένης προσφοράς σε σχέση με τις λοιπές.
 
5. Η παροχή της δυνατότητας διευκρινίσεων στον προσφέροντα ή υποψήφιο, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 4, είναι υποχρεωτική για την αναθέτουσα αρχή/ τον αναθέτοντα φορέα, αν επίκειται αποκλεισμός του από τη διαδικασία, λόγω ασαφειών των δικαιολογητικών και εγγράφων της προσφοράς.
 
Άρθρο 161
Χρόνος ισχύος των προσφορών
 
1. Οι προσφορές ισχύουν και δεσμεύουν τους προσφέροντες για διάστημα που ορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης και, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες από την επόμενη της διενέργειας της διαδικασίας ανάθεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στα έγγραφα της σύμβασης. Προσφορά που ορίζει χρόνο ισχύος μικρότερο από αυτόν που προβλέπεται στα έγγραφα της σύμβασης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
 
2. Αν οι προσφέροντες κλήθηκαν να παρατείνουν την ισχύ των προσφορών τους πέραν του χρόνου που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, και αποδέχθηκαν την παράταση, πριν τη λήξη της ισχύος τους, οι προσφορές τους ισχύουν και τους δεσμεύουν και για το επιπλέον αυτό χρονικό διάστημα.
 
3. Η ισχύς της προσφοράς μπορεί να παρατείνεται εγγράφως, εφόσον τούτο ζητηθεί από την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα, πριν από τη λήξη της, κατ’ ανώτατο όριο για χρονικό διάστημα ίσο με το προβλεπόμενο από τη διακήρυξη. Μετά τη λήξη και του παραπάνω ανώτατου ορίου χρόνου παράτασης ισχύος της προσφοράς, τα αποτελέσματα της διαδικασίας ανάθεσης υποχρεωτικά ματαιώνονται, εκτός αν η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας κρίνει, κατά περίπτωση, αιτιολογημένα, ότι η συνέχιση της διαδικασίας εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, οπότε οι συμμετέχοντες στη διαδικασία ανάθεσης μπορούν να επιλέξουν, είτε να παρατείνουν την προσφορά τους, εφόσον τους ζητηθεί πριν την πάροδο του ανωτέρω ανώτατου ορίου παράταση της προσφοράς τους, είτε όχι. Στην τελευταία περίπτωση, η διαδικασία συνεχίζεται με όσους παρέτειναν τις προσφορές τους και αποκλείονται οι λοιποί προσφέροντες.
 
Άρθρο 162
Λόγοι απόρριψης προσφορών
 
1. Η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας, με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου και αξιολόγησης των προσφορών, απορρίπτει, σε κάθε περίπτωση, προσφορά:
 
α) Η οποία είναι ελλιπής κατά τα προηγούμενα άρθρα ή υποβλήθηκε κατά παράβαση των απαράβατων όρων περί σύνταξης και υποβολής της προσφοράς, όπως οι όροι αυτοί ορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης.
β) Στην οποία η τιμή δεν είναι απόλυτα προσδιορισμένη.
γ) Η οποία περιέχει ατέλειες, ελλείψεις, ασάφειες ή σφάλματα, εφόσον αυτά δεν επιδέχονται συμπλήρωση ή διόρθωση ή, εφόσον επιδέχονται συμπλήρωση ή διόρθωση, δεν έχουν αποκατασταθεί κατά την αποσαφήνιση και τη συμπλήρωσή της, σύμφωνα με το άρθρο 160.
δ) Για την οποία ο προσφέρων δεν έχει παράσχει τις απαιτούμενες εξηγήσεις, εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας, ή η εξήγηση δεν είναι αποδεκτή από την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα, σύμφωνα με το άρθρο 160.
ε) Η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου της σύμβασης.
στ) Η οποία είναι εναλλακτική προσφορά, αν τέτοια δεν επιτρέπεται ή, αν επιτρέπεται, δεν πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις των εγγράφων της σύμβασης.
ζ) Η οποία υποβάλλεται από έναν προσφέροντα που έχει υποβάλει δύο ή περισσότερες προσφορές, με την επιφύλαξη της περίπτωσης που επιτρέπεται η υποβολή εναλλακτικής προσφοράς.
 
2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται