Στις εκλογές των δημάρχων και δημοτικών συμβουλίων καθώς και αυτές για την εκλογή Nομάρχη και Νομαρχιακού Συμβουλίου επιτυχών συνδυασμός θεωρείται αυτός που πλειοψήφησε με ποσοστό τουλάχιστον 42% του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων και επιλαχόντες όσοι συνδυασμοί έλαβαν έστω και μια έδρα. Αν κανένας συνδυασμός δεν συγκεντρώσει την πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή, μόνο ανάμεσα στους υποψήφιους δήμαρχους των δύο συνδυασμών που έλαβαν τις περισσότερες ψήφους.
Επίσης η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή και στην περίπτωση που δύο από τους ανακηρυχθέντες συνδυασμοί ισοψηφήσουν, συγκεντρώνοντας ο καθένας ποσοστό τουλάχιστον 42%.
Το 42% που επιβάλλει ο νόμος περιορίζει τη βάση της δημοκρατικής νομιμοποίησης και οδηγεί σε πολώσες.
Δεν διασφαλίζει την απαιτούμενη δημοκρατική νομιμοποίηση που προϋποθέτουν οι θεσμοί των Δήμων και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ως κύτταρο λαϊκής εξουσίας.
Αποτρέπει τη δυνατότητα ευρύτερων συναινέσεων και συνεργασιών στις τοπικές κοινωνίες και σε καμία περίπτωση δε μπορεί να περιορίσει το “παζάρι” του δεύτερου γύρου όπου κάλλιστα μπορεί να πραγματοποιηθεί από την πρώτη Κυριακή.
Καταργεί ουσιαστικά την πολυφωνία και την “αναλογικότερη” εκπροσώπηση ιδιαίτερα των μικρών συνδυασμών και επαναφέρει τη σκληρή “κοματικοποίηση” στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Επιπλέον οι εκλεγμένοι Νομάρχες και Δήμαρχοι δεν θα ανταποκρίνονται επιτυχώς στο έργο τους αφού δεν θα έχουν λάβει ισχυρή και καθαρή εντολή.
Στα θετικά σημεία ως υποστηρικτικό επιχείρημα θα μπορούσε να προβληθεί μόνο το ότι η οικονομική επιβάρυνση και ταλαιπωρία που υφίστανται οι ψηφοφόροι, λόγω επαναληπτικής εκλογής είναι αρκετά σημαντική.
Οι γυναίκες παραμένουν υποεκπροσωπούμενες στην ελληνική πολιτική ζωή. Τα ποσοστά εκλογής τους παραμένουν χαμηλά και ακόμη χαμηλότερα στις θέσεις ευθύνης.
Η εξασφάλιση της συμμετοχής των γυναικών στη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένη προϋπόθεση της δημοκρατίας.
Στη χώρα μας ομάδες που θεωρητικά ονομάζονται γυναικείες οργανώσεις δεν διεξάγουν συστηματικά εκστρατεία παρότρυνσης της αύξησης των γυναικείων υποψηφιοτήτων και υπέρ της ψήφου στις υποψήφιες γυναίκες και δεν ευνοούν τις εκάστοτε υποψηφιότητες τους, αλλά συχνά παίζουν ενεργό ρόλο στήριξης των “δικών τους φίλων”.
Οι εκλεγμένες πάλι γυναίκες εφόσον έχουν αποκτήσει κάποια πείρα στην πολιτική ζωή, όχι μόνο δεν ενθαρρύνουν άλλες γυναίκες να θέσουν υποψηφιότητα και να εκλεγούν αλλά ενεργούν αποτρεπτικά έως και εχθρικά απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο νέο γυναικείο “κίνδυνο”.
Επιπλέον στην τοπική αυτοδιοίκηση οι εκλεγμένες γυναίκες “περιορίζονται” στην πλειοψηφία τους σε κοινωνικούς και ουσιαστικά πολιτιστικούς τομείς.
Η προώθηση των γυναικών στην πολιτική απαιτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα συνδυάζει τη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, την υποστήριξη για εκλογή, αναγνωρισιμότητα και εν συνεχεία την προώθηση σε θέσεις ευθύνης, για να πεισθεί η ελληνική κοινωνία.
Δεν είναι επομένως ορθό να αντιμετωπίζονται οι γυναίκες στο πεδίο των πολιτικών, ως “ειδική – ευπαθής κοινωνική κατηγορία” χαρακτηρισμός που παραπέμπει λανθασμένα σε μια ειδική μειονεκτούσα ομάδα.
Σε μια ρεαλιστική και πλήρη εικόνα του ρόλου και κυρίως των ικανοτήτων των γυναικών απαλλαγμένη από προκαταλήψεις
Οι γυναίκες ως πολίτες οφείλουν να έχουν ενεργό δράση, να συνδιαμορφώνουν τη καθημερινότητα, να οραματίζονται το μέλλον του τόπου, να προσφέρουν στην κοινωνία, γιατί η πολιτική είναι το πεδίο δράσης που σου επιτρέπει να προσφέρεις, να μη μένεις αμέτοχος να κάνεις το όραμα πραγματικότητα να έχεις τη δύναμη να αλλάζεις καταστάσεις, να αντιδράς στη μίζερη λογική.
(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Αυριανή” – 22.2.2006 )